Author Archives: Kostas Grigoreas

About Kostas Grigoreas

Guitarist, Composer, Teacher, Webmaster of www.tar.gr

Ο κοντραμπασίστας Ανδρέας Ροδουσάκης: Το θεμέλιο της μουσικής των Χατζιδάκι-Θεοδωράκη

Φέτος στο www.tar.gr γιορτάσαμε τα γενέθλια του Μάνου Χατζιδάκι «συζητώντας» με έναν στενό του φίλο και στενότατο συνεργάτη, τον κοντραμπασίστα Ανδρέα Ροδουσάκη. Έναν μουσικό που ήταν παρών στις μεγαλύτερες στιγμές του έργου του μεγάλου δημιουργού. Και μόνον η αναφορά σε Μεγάλο Ερωτικό και 15 Εσπερινούς θα έφτανε, όμως ακόμα κι αυτά είναι μόνο 2 γραμμές στην μεγάλη ιστορία της συνεργασίας αυτών των δυο εξαίρετων μουσικών.
Μετά θάνατον του μεγάλου Μάνου, πολλοί βρεθήκαμε να δηλώνουμε «στενοί συνεργάτες» η ακόμη και «κολλητοί φίλοι». Όμως, λίγοι και εκλεκτοί όντως είχαν αυτό το προνόμιο. Και ανάμεσα σε αυτούς, ο πληθωρικός Ανδρέας Ροδουσάκης. Το είδα με τα μάτια μου! Δυστυχώς, για μένα, από κάποια απόσταση…

Ακολουθεί αναδημοσίευση της συνέντευξης:

Για όσους ασχολούνται με την ελληνική κλασική μουσική σκήνη, το όνομα Ανδρέας Ροδουσάκης σημαίνει πάρα πολλά! Για τους υπόλοιπους, μια γρήγορη ματιά ΕΔΩ, δηλ. σε ένα μέρος της τεράστιας σε ποιότητα και ποσότητα δισκογραφίας του, νομίζω πως αρκεί για να συνειδητοποιήσουν το πόσο «γνωστός από χρόνια» τους είναι ο εμβληματικός αυτός Έλληνας σολίστ του κοντραμπάσου.
Για εμένα και για τον Νότη Μαυρουδή που είχαμε την τύχη να συνεργαστούμε επανειλημμένα μαζί του, είναι μεγάλη χαρά και τιμή να φιλοξενούμε στο TaR τη συνέντευξη αυτού του πανάξιου καλλιτέχνη, που με την πληθωρική προσωπικότητα του σημάδεψε, όσο λίγοι σύγχρονοι μουσικοί, την εξέλιξή της νεότερης ελληνικής μουσικής. Νομίζω πως εύστοχα ο Θεοδωράκης τον προσφωνεί «Θεμέλιο της μουσικής μου». Απόντος του μέγα Μάνου, παίρνω επίσης το θάρρος να τον αποκαλέσω για λογαριασμό του «Θεμέλια και Κολώνες» της Μεγάλης του Χατζιδάκι Σχολής.


Κώστας Γρηγορέας
(κιθαριστής-συνθέτης, διαχειριστής του tar.gr)


ΑΝΔΡΕΑΣ ΡΟΔΟΥΣΑΚΗΣ
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ
Στην Τίνα Βαρουχάκη  (Πηγή: http://www.tar.gr)

Αν σήμερα, το σύγχρονο life style επιτάσσει μια ζωή χωρίς πνευματικότητα, συναρτώντας την  κοινωνική καταξίωση με ρηχές υλικές αξίες, όπως ένα γκουρμέ πιάτο, ενός φημισμένου «τηλεαστέρα»-σεφ, μερικές δεκαετίες πριν, εκπρόσωποι μιας άλλης γενιάς, μακρινής τόσο χρονικά, όσο και αξιακά, πρόσφεραν άφθονη πνευματική τροφή. Εκείνες οι τιμημένες γενιές, σε αντίθεση με τις σημερινές, συνέβαλαν στο να γραφτούν ορισμένα από τα σημαντικότερα Κεφάλαια στην ιστορία της ελληνικής μουσικής. Μια τέτοια περίπτωση, συνιστά ο κοντραμπασίστας, Ανδρέας Ροδουσάκης. Μέλος της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών, (Κ.Ο.Α.) ήδη από το 1958, καθώς και της Ορχήστρας της Εθνικής Λυρικής Σκηνής,  με τη δεξιοτεχνία του, συνέβαλε τα μέγιστα προς την κατεύθυνση αναβάθμισης της τεχνικής του κοντραμπάσου ως σόλο μουσικού οργάνου και ως σολίστ στη χώρα μας  έδωσε ατομικό ρεσιτάλ κοντραμπάσου. Έχει συνεργαστεί με τους σημαντικότερους Έλληνες συνθέτες: Μίκη Θεοδωράκη, Σταύρο Κουγιουμτζή, Γιάννη Μαρκόπουλο, Τώνη Μαρούδα, Νότη Μαυρουδή, Σταύρο Ξαρχάκο, Μίμη Πλέσσα, Διονύση Σαββόπουλο και πολύ στενά με τον Μάνο Χατζιδάκι, συμμετέχοντας σε ιστορικές ηχογραφήσεις που άφησαν εποχή. Συνεργάστηκε επίσης με συνθέτες της μουσικής πρωτοπορίας, όπως τον Ακαδημαϊκό Θόδωρο Αντωνίου, αλλά και τους αείμνηστους Γιάννη Χρήστου, Γιώργο Σισιλιάνο, Μιχάλη Αδάμη κ.ά. Ο Ανδρέας Ροδουσάκης, με υποδέχεται με εγκαρδιότητα και αξιοπρόσεκτη σεμνότητα. Δεν περιορίζεται στη διήγηση πτυχών της ζωής και της αξιοσέβαστης καριέρας του. Μέσα από ένα συγκροτημένο λόγο, υπογραμμίζει τα κακώς κείμενα στο χώρο της μουσικής. Επωφελούμενος δε από την-επίσης σημαντική-συνδικαλιστική του εμπειρία, υπερασπίζεται τα δικαιώματα των μουσικών με έκδηλο πνεύμα συναδελφικής αλληλεγγύης. Αγωνιώντας για το μέλλον του κλάδου, διατυπώνει ενδιαφέρουσες προτάσεις τόσο για τα καίρια προβλήματα των μουσικών, όσο και τα αδιέξοδα της μουσικής Παιδείας, αρθρώνοντας ένα λόγο που προσιδιάζει σε «πατρική συμβουλή».

«Εδώ, οι μουσικοί είναι ανίσχυροι! Γι΄ αυτό κάνω την πρόταση να συσταθεί μια Ομοσπονδία Ορχηστρών που σήμερα πλέον θα είναι ισχυρή, γιατί οι Ορχήστρες είναι Κρατικές. Η Κ.Ο.Α., η Κ.Ο.Θ., η Ορχήστρα της Ε.Λ.Σ., είναι μόνιμοι μουσικοί. Αυτά τα τρία μεγάλα συγκροτήματα, μαζί με την Εθνική Ορχήστρα της Ραδιοφωνίας, αλλά ενδεχομένως και ορχήστρες των Δήμων, μπορούν να κάνουν έναν κορμό πολύ γερό! Και πίσω από αυτούς, μπορεί να μπει η Federation International Musical η (FIM).»

Τ.Β. Η ενασχόληση με το Κοντραμπάσο δεν ήταν συνήθης την εποχή που ήσασταν μαθητής. Πότε και υπό ποιες συνθήκες αποφασίσατε να ασχοληθείτε με αυτό;

Ανδρέας Ροδουσάκης: Εμείς περάσαμε από πολύ δύσκολες φάσεις. Όταν γεννιέσαι το ΄32, φθάνεις στην Κατοχή, περνάς αμέσως μετά εμφυλίους… τέλος πάντων…καταφέραμε να επιβιώσουμε. Ως προς την ενασχόληση με το κοντραμπάσο, συνέβη το εξής: ήταν μια περίοδος που άκουγα μουσική από ένα ραδιοφωνάκι που είχαμε στο σπίτι. Είχε ο πατέρας μου μια κιθάρα και ήθελα να μάθω. Στη γειτονιά μας, διέμενε ένας κιθαριστής από τους “trio guitara”, ονόματι Κεφαλάς Γιώργος. Ήμουν έφηβος, γύρω στα 16, όταν του είπα: «κύριε Γιώργο, μήπως μπορείς να μου μάθεις κιθάρα;» Αλλά με απέτρεψε κατά κάποιο τρόπο. Όμως η γιαγιά μου, η οποία ήταν πολύ ευαίσθητη και με αγαπούσε πολύ, όταν είδε ότι ήθελα να μάθω κιθάρα, μου έδωσε κάποια χρήματα και γράφτηκα στο Ελληνικό Ωδείο, όπου είχα δάσκαλο τον Μιλτιάδη Κουτούγκο, ονομαστό τότε  καθηγητή κιθάρας, ανώτερων θεωρητικών και συνθέτη. Μια προσωπικότητα μαζί με τον Μάριο Βάρβογλη, τον Αντίοχο Ευαγγελάτο, τον Αλέκο Κόντη. Δεν έπαιρνε χρήματα για την σπουδή μου ο ίδιος, απλώς πλήρωνα το ωδείο. Όμως σε 8 μήνες τελείωσαν τα χρήματα… Εν τω μεταξύ, ήμουν και σε μια χορωδία θρησκευτική, η οποία είχε έναν πολύ σπουδαίο χοράρχη, τον Βασίλη Καρποδίνη, ο οποίος μας έκανε χορωδιακά και θεωρία μουσικής. Αυτός όμως ήταν ταυτόχρονα και στη χορωδία του Δήμου Αθηναίων. Κάποια στιγμή μας λέει: «δεν ερχόσαστε από κει να μάθετε κανένα μουσικό όργανο;» Πήγαμε. Ήταν Διευθυντής τότε ένας σπουδαίος αρχιμουσικός ονόματι Σπυρίδων Δουκάκης. Μας κατέταξε για εκμάθηση πνευστών: άλλον για τρομπόνι, άλλον για κλαρινέτο και εμένα για φλάουτο. Καθώς περιεργαζόμουν το χώρο, βλέπω σε μια γωνία ένα κοντραμπάσο. Πάω εκεί με περιέργεια και αρχίζω να παίζω με τις χορδές. Έρχεται όμως ο επιμελητής και μου λέει αυστηρά: «Τι κάνεις εδώ; άκουσε, εδώ υπάρχει δάσκαλος! Άμα θες, έλα να μάθεις!» Τελείωσε, αυτό ήταν! Ξεκίνησα κοντραμπάσο με τον εξαίρετο μουσικό Μάριο Σεμιτέκολο (συνωνυμία με τη Νέλλη Σεμιτέκολο) και δεν το άφησα ποτέ μου.

Τ.Β. Γιατί κάνατε και άλλες σπουδές εκτός από μουσικές;

Ανδρέας Ροδουσάκης: Γιατί ο πατέρας μου, ήθελε να «προχωρήσω στα γράμματα», όπως έλεγε. Επειδή ήμουν καλός στα μαθηματικά πέρασα το 1951 πρώτος στο Μικρό Πολυτεχνείο, από το οποίο αποφοίτησα με άριστα το 1955. Ήμουν όμως αχώριστος με το δοξάρι! Ο συγχωρεμένος ο δάσκαλός μου, Μάριος Σεμιτέκολο, ήταν κορυφαίος Α΄ στην Ορχήστρα της Εθνικής Λυρικής Σκηνής (ΕΛΣ) και κορυφαίος Β΄ στην Κρατική Ορχήστρα Αθηνών (ΚΟΑ). Έμενε δε, στη Νέα Χαλκηδόνα.  Αφού τελείωνα τις υποχρεώσεις μου στο Μικρό Πολυτεχνείο, έπαιρνα το Λεωφορείο και πήγαινα να μελετήσω κοντραμπάσο σ’ ένα Υπόγειο που μου είχε παραχωρήσει ο δάσκαλός μου. Η σύζυγός του, η κυρία Βασιλική, που άκουγε τη μελέτη, μου έλεγε: «Ανδρέα παιδί μου τι είναι αυτό το μαρτύριο που ακούω!» Βλέπετε το υπόγειο που μελετούσα ήταν κάτω από την κουζίνα της! Ακούγονται λίγο περίεργα αυτά σήμερα. Αλλά η αγάπη προς το όργανο αυτό ήταν τόσο μεγάλη, που τελειώνοντας το Πολυτεχνείο είχα προχωρήσει πολύ. Εκεί παρουσιάζονται οι πρώτες ευκαιρίες στη σταδιοδρομία μου. Μου έλεγε ο δάσκαλός μου: «με αυτό το όργανο θα γνωρίσεις τον κόσμο ολόκληρο! Και ταξίδια θα κάνεις και χρήματα θα κερδίσεις». Εκείνη την περίοδο είχα μια γνωριμία στη γειτονιά, με έναν πολύ καλό μουσικό, που διακρίθηκε στην ελαφρά μουσική, τον Τίτο Καλλίρη. Ήταν μέλος του μουσικού συγκροτήματος του Μίμη Πλέσσα. Μου λέει μια μέρα: «Ο Πλέσσας, θέλει έναν μουσικό που να παίζει κοντραμπάσο για να συμμετάσχει σε ένα σχήμα που θα παίζει σε κρουαζιερόπλοιο. Πήγαινε να σε ακούσει!» Είχα ένα κοντραμπάσο (1/2) του δασκάλου που μελέταγα σπίτι. Το βάζω στον ώμο και προχωράω βάδην από την οδό Ιοκάστης στον Κολωνό που έμενα, όλη την Αγίου Μελετίου, ώσπου φθάνω στο σπίτι του Πλέσσα, στην πλατεία Αμερικής. Με άκουσε και αμέσως με ενέταξε στο κουαρτέτο του. Με το σχήμα αυτό, παίζαμε σε ένα Κρουαζιερόπλοιο ονόματι «Δελφίνι». Πήγαμε Δαλματικές ακτές, Βενετία, Κρήτη. Αυτή ήταν η πρώτη μου επαγγελματική γνωριμία, παίζοντας στο ελεύθερο αυτό είδος της μουσικής που ο Πλέσσας είχε φέρει με τόση επιτυχία, τη τζαζ της εποχής εκείνης. Τότε συνειδητοποίησα ότι αυτό το όργανο θα μου δώσει ευκαιρίες αφενός μεν να παίξω με έναν τόσο καλό μουσικό, αφετέρου να κερδίζω χρήματα. Θεωρώ προνόμιο το ότι βρέθηκα με πολύ σπουδαίους μουσικούς στην ελαφρά και τη λαϊκή μουσική. Τον Δεκέμβριο του΄57, γίνομαι μέλος της Ορχήστρας της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, όπου πρώτο κοντραμπάσο ήταν ο δάσκαλός μου. Εκεί απολαμβάνω το απόσταγμα της μουσικής που λέγεται όπερα. Ξεκινάω με Aida, μόνο το Εμβατήριο ν΄ακούσει κανείς. Εν των μεταξύ, μελετώ σκληρά, γιατί το όνειρό μου είναι να γίνω μέλος της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών. Δίνω ακρόαση το ΄58.

Τ.Β. Η απόφαση επαγγελματικής ενασχόλησής σας με τη μουσική πώς έγινε δεκτή από το οικογενειακό σας περιβάλλον;

Ανδρέας Ροδουσάκης: Η προκατάληψη ήταν πολύ έντονη και ίσως υπάρχει ακόμη. Όμως επειδή τελείωσα τις σπουδές μου, ήμουν εντάξει απέναντι στο καθήκον αυτό. Από κει και μετά, ξεκινώντας την επαγγελματική μου σταδιοδρομία, δυστυχώς έχασα τον πατέρα μου. Δεν νομίζω ότι θα είχε αντίρρηση στην εξέλιξη που είχα. Όμως πέθανε νέος, μόλις 52 ετών, από νεφρική ανεπάρκεια. Ικανοποιήθηκε μεν από την άποψη ότι τελείωσα, αλλά δεν πρόλαβε να με δει σε πλήρη εξέλιξη. Τον Δεκέμβρη του ΄57 μπήκα στην ΕΛΣ και το ΄58,  έγινε η τιμητική πρόσκλησή μου ως εκτάκτου στην Κ.Ο.Α. μετά από ακρόαση. Εκεί έδωσα μαζί με άλλους πέντε, οι οποίοι ήταν του ωδείου Αθηνών. Παρότι δεν ήμουν του Ωδείου Αθηνών, εκτίμησαν την παρουσία μου. Δεν προσέλαβαν όμως κανέναν-πιστεύω για να μην επιλέξουν αποφοίτους άλλου ωδείου. Όμως την επόμενη μέρα, μου στέλνουν ένα γράμμα που έγραφε: «καλείστε να λάβετε μέρος στη δοκιμή της Ορχήστρας». Ήταν το μεγαλύτερο «παράσημο» που μπορεί να πάρει μουσικός! Εκεί μπαίνω στα βαθιά. H K.O.A. ανέκαθεν ήταν μια ορχήστρα που κράταγε τους θεσμούς. Ήταν πολύ σπουδαίοι μουσικοί! Είχαν ένα επίπεδο φοβερό! Όταν έμπαινες εκεί, έμπαινες μέσα σε ένα ναό, που ήταν ο μεγαλύτερος από τους Δωρικούς.  Τον Απρίλιο του ΄59, μπήκα ως μόνιμος στην ΚΟΑ μετά από ακρόαση και τον Οκτώβριο του ίδιου χρόνου παντρεύτηκα. Έτσι ήμουν στην Κ.Ο.Α. και στην Ορχήστρα της Ε.Λ.Σ., οπότε συνδυάζονταν τα δυο κορυφαία γεγονότα στη μουσική: η συμφωνική και η όπερα. Όμως η δική μου δραστηριότητα συμπληρωνόταν και από τον τομέα του λαϊκού τραγουδιού. Στο πλαίσιο αυτό, γνωρίζομαι με το Μίκη και γράφουμε τον «Επιτάφιο». Με όλα αυτά, η μητέρα μου είδε τη ζωή μου να βελτιώνεται και έτσι δεν είχα αντιρρήσεις από το οικογενειακό μου περιβάλλον.

Τ.Β. Περίπου σε ποιο έτος έγινε αυτή η πρώτη σας επαγγελματική συνεργασία;

Ανδρέας Ροδουσάκης: Ήμουν ακόμη φοιτητής στο Πολυτεχνείο, το ΄55 τελείωσα, όταν ήδη από τις αρχές του ΄52 μπαίνω στην πιάτσα και δουλεύω νύχτα με τον συγχωρεμένο τον Τώνη Μαρούδα σε ένα μαγαζί στην Καστέλλα, το Salon Grec. Ήταν ένα πολύ σπουδαίο μαγαζί! Έρχονταν το βράδυ όλοι οι επώνυμοι, η Μελίνα Μερκούρη, ο Αριστοτέλης Ωνάσης και καθόντουσαν από τις 2.00 μέχρι τις 05.00 το πρωί. Η δουλειά όμως σκληρή. Ειδικά με το πιτσικάτο, τα χέρια ήταν πολύ πονεμένα. Αυτό το λέω, γιατί ό κόσμος νομίζει ότι εμείς διασκεδάζαμε. Αργότερα, γνωρίζομαι με τον Γιώργο τον Μουζάκη κάνουμε τον πρώτο δίσκο, αρχίζω δηλαδή και παίζω και στους δίσκους πια. Γνωρίζομαι σιγά σιγά και με τα άλλα τα «μεγαθήρια». Πρώτα από όλους με τον Μίκη Θεοδωράκη, το ΄62 και αμέσως μετά με τον Μάνο Χατζιδάκι.

Τ.Β. Όταν δημιουργούντο αυτά τα έργα, «Επιτάφιος», «Μεγάλος Ερωτικός» κτλ, είχατε επίγνωση ότι γράφονται ορισμένα από τα σπουδαιότερα κεφάλαια της ιστορίας του ελληνικού τραγουδιού;

Ανδρέας Ροδουσάκης: είχα επίγνωση ότι συνεργαζόμουνα με πολύ σπουδαίους συνθέτες. Το καταλάβαινες από την ποιότητα και τον τρόπο με τον οποίο μίλαγες μαζί τους. Ιδιαίτερα με τον Μάνο, μιλούσαμε την ίδια γλώσσα. Γνωρίζομαι με το Μίκη, με το Μάνο, αλλά και με τους Γιώργο Μουζάκη, Σταύρο Ξαρχάκο, Γιάννη Μαρκόπουλο, όπου κάνω όλα του τα πρώτα έργα. Στη συνέχεια, συνεργαζόμαστε με Διονύση Σαββόπουλο, Γιάννη Σπανό, Νότη Μαυρουδή. Επίσης και με πιο λαϊκούς συνθέτες, όπως ο Μπάμπης Μπακάλης, ο Σταύρος Κουγιουμτζής. Με φωνάζει η Κολούμπια για συνεργασίες. Μετά ξεκινώ με Αλέκο Πατσιφά σε τραγούδια με την Αρλέτα, την Καίτη Χωματά, το νέο κύμα γενικότερα. Έχω δίσκους με αφιερώσεις από τον Μάνο, τον Μίκη, τον Μαρκόπουλο.

 

Όμως πάντοτε προτεραιότητα ήταν η Κ.Ο.Α. και η Ε.Λ.Σ. Μέσα σε όλα αυτά, γίνομαι απαραίτητος και στο συνδικαλιστικό κομμάτι. Βρίσκω έναν αδρανή Σύλλογο στην Κ.Ο.Α. και τον ενεργοποιώ. Στην Ε.Λ.Σ. δεν υπάρχει Σύλλογος και τον συγκροτούμε μαζί με άλλους συναδέλφους. Επίσης συνεργάζομαι με το Εθνικό Θέατρο, εμφανιζόμαστε και στην Επίδαυρο. Εκεί ερμηνεύουμε Μαρκόπουλο και άλλους συνθέτες, πίσω από τα σκηνικά, ζωντανά καταρχήν, δεν υπάρχει ακόμη ηχογράφηση. Λίγο αργότερα, έρχεται και η ηχογράφηση. Όλοι έχουν αφιερώσει σε μένα ειλικρινείς αφιερώσεις με αγάπη και εκτίμηση και αυτό είναι που με κράτησε λιγάκι να πω: «Δόξα τω Θεώ, κάτι έκανα». Μερίδα κοινού που μας έβλεπε στην Κρατική και στην Λυρική, μας σταματάει ακόμη και σήμερα και μας λέει: «σε θυμάμαι που έπαιζες τότε…» Εντούτοις, τα έργα που γράψαμε με τους Χατζιδάκι, Θεοδωράκη, Μαρκόπουλο, Ξαρχάκο, μας έφεραν πολύ πιο μπροστά στον κόσμο. Και όλα αυτά επιμηκύνουν τη γκάμα των συνθετών με τους οποίους συνεργάζομαι και προστίθενται και όσοι έγραψαν για θέατρο και αρχαία τραγωδία. Μέσα σε αυτούς, έρχονται οι Γιάννης Χρήστου, Θόδωρος Αντωνίου, Γιώργος Σισιλιάνος, Μιχάλης Αδάμης. Μπαίνει στη ζωή μου και η σύγχρονη μουσική, την οποία βρίσκω εξαιρετικά ενδιαφέρουσα.

Τ.Β. Σας εκφράζει η σύγχρονη μουσική;

Ανδρέας Ροδουσάκης: Έχω παίξει Χρήστου, έργα όπως το «Πράξη για 12», «Η κυρία με τη Στρυχνίνη», τη μουσική που έχει γράψει για το έργο «Βάτραχοι» και «Πέρσες», σε σκηνοθεσία του Κουν. Μάλιστα, ο συγχωρεμένος ο Μίμης ο Κουγιουμτζής, έχει τραβήξει ταινία την ώρα που διευθύνει ο Γιάννης Χρήστου το μικρό σύνολο που γράφουν για τους «Πέρσες». Ο Θόδωρος Αντωνίου μας ωθεί σε αυτά. Γνωρίζομαι με τον Στέφανο Βασιλειάδη, παίζω το «Εν Πυρί», ένα έργο που έγραψε για κοντραμπάσο και μαγνητοταινία. Το παίζω και σε αρκετές ακόμη εκτελέσεις. Μέχρι και σε χορόδραμα το παρουσιάσαμε στην αίθουσα του Κολλεγίου.

Τ.Β. Νομίζετε ότι όλες αυτές οι συνεργασίες, σας επηρέασαν ως σολίστ και ευρύτερα ως προσωπικότητα;

Ανδρέας Ροδουσάκης: ‘Οπως, τηρουμένων των αναλογιών, με ένα πιάνο πρέπει να παίξεις Μπαχ, Χατζιδάκι, Σούμπερτ κ.ά. και να παίξεις για όλους το ίδιο καλά, έτσι και εγώ σε κάθε περίπτωση ήμουν δοσμένος στον άνθρωπο και το είδος, που είχα κληθεί να υπηρετήσω. Δεν με επηρέασε κάποιος ιδιαίτερα. Με συνεπήρε πιο πολύ η συνεργασία με τον Χατζιδάκι. Ήμουν κατά κάποιο τρόπο αποκλειστικά συνεργάτης του. Επίσης με τον Ξαρχάκο, κάναμε καταπληκτικές συναυλίες, όπως μια σπουδαία περιοδεία στην Ευρώπη με την Αγνή Μπάλτσα «Τα τραγούδια της πατρίδας μου», χάλασε κόσμο! Πήγαμε στη Βιέννη, παντού πήγαμε! Επίσης, με τον Μαρκόπουλο κάναμε πολύ ωραίες συναυλίες, πήγαμε Βρυξέλες. Ο Θεοδωράκης, έκανε πολλές συναυλίες εκτός Ελλάδος, τις οποίες εγώ δεν μπορούσα να ακολουθήσω. Εντούτοις, έπαιξα ένα κονσερτίνο για κοντραμπάσο και Ορχήστρα, με τη Μικρή Ορχήστρα Αθηνών, (Μ.Ο.Α) το 1963. Διηύθυνε ο Μίκης Θεοδωράκης. Κάτι ακόμη που επιχείρησα καλά, ήταν ένα ρεσιτάλ, το οποίο έδωσα στη νέα αίθουσα του Ινστιτούτου Γκαίτε το 1982. Επί δεκαετίες δεν είχε ξαναγίνει ρεσιτάλ κοντραμπάσου! Αντιθέτως, σήμερα το κοντραμπάσο και ως σόλο όργανο έχει προοδεύσει πάρα πολύ.


Σκίτσο της Έλλης Σολομωνίδου που απεικονίζει την σύμπραξη, ως σολίστ, του Ανδρέα Ροδουσάκη με τη ΜΟΑ, με μαέστρο τον Μίκη Θεοδωράκη

Τ.Β. Πώς ξεκίνησε η συνεργασία με τον Μάνο Χατζιδάκι;

Ανδρέας Ροδουσάκης: Γνωριστήκαμε το 1962 όταν αρρώστησε ένας εξαιρετικός συνάδελφος, ο Κώστας ο Σεϊτανίδης, που είχε γράψει και ελαφρά τραγούδια. Ήταν κοντραμπασίστας στην Ελαφρά Ορχήστρα της Ραδιοφωνίας. Έτσι καλέσανε εμένα. Ηχογραφούσε τότε ο Μάνος ένα έργο που λεγόταν: «Ο Λέων της Σπάρτης». Και από τότε συνεχίσαμε μαζί και γράψαμε όλα αυτά τα έργα. Στην περίπτωση του «Μεγάλου Ερωτικού» δε, την ώρα που το γράφαμε, λέγαμε στο Μάνο το αντίθετο από αυτό που νομίζει κανείς: «Μάνο τι έργα είναι αυτά;» «Ποιος θα τα τραγουδήσει;» Είχαμε συνηθίσει το είδος εκείνο, το οποίο ήταν πιο εύκολο που γράφαμε τότε, «μυθολογία», «15 Εσπερινοί» όλα τα άλλα, ήταν πιο εύκολα. Ο «Μεγάλος Ερωτικός» διέφερε από τα υπόλοιπα. Δεν είχαμε καταλάβει ακόμη ότι είχαμε πραγματικά αυτό το μεγαλειώδες και πολύ σοβαρό έργο να υπηρετήσουμε, το οποίο βέβαια παίχτηκε και με πολύ καλούς μουσικούς και ζήσαμε πολύ ωραίες στιγμές.


Ηχογραφώντας τον «Μεγάλο Ερωτικό»: σε πρώτο πλάνο Μ. Χατζιδάκις, Φ. Νταντωνάκη, Α. Ροδουσάκης

Είχαν προηγηθεί οι «15 Εσπερινοί», οι οποίοι μας έφεραν πάρα πολύ κοντά με τον Μάνο. Είμασταν πέντε μουσικοί, ο Μάνος στο πιάνο και άλλοι τέσσερις, οπότε αυτό μας βοήθησε να έχουμε απόλυτο συγχρωτισμό μεταξύ μας. Ο Μάνος δεν θέλησε ποτέ να το επαναλάβει μέχρι το θάνατό του.


Στιγμιότυπο από την ηχοληψία των «15 Εσπερινών»
(Αλίκη Κρίθαρη (άρπα), Γεράσιμος Μηλιαρέσης (κιθ.) Δημήτρης Φάμπας (κιθ.) Ανδρέας Ροδουσάκης (κοντραμπάσο) και Μάνος Χατζιδάκις (πιάνο))

Τώρα παίχτηκε προ ημερών, στην εναλλακτική αίθουσα της Ε.Λ.Σ. Έγιναν τέσσερις συναυλίες με αυτό το έργο. Είχα παραστεί σε όλες τις πρόβες, γιατί πλέον ήμουν ο μόνος εκ των επιζώντων, μαζί με την Αλίκη Κρίθαρη στην άρπα, μόνο οι δυο μας έχουμε επιζήσει από τότε. Είναι δυο πολύ σπουδαίες κορυφές αυτά τα δυο έργα: «Οι 15 Εσπερινοί» και «Ο Μεγάλος Ερωτικός».

Τ.Β. Kατά τη διάρκεια των διαφόρων ηχογραφήσεων, οι μουσικοί ήρθατε πότε κατά κάποιο τρόπο σε σύγκρουση με τον Μάνο Χατζιδάκι;

Ανδρέας Ροδουσάκης: Για μουσικά ζητήματα όχι. Αλλά o Mάνος δεν ήθελε να μιλάμε την ώρα της δουλειάς για οικονομικά θέματα. Εγώ λόγω του ότι είχα Θετική Παιδεία, ασχολούμουν με οργανωτικά και οικονομικά ζητήματα. Επειδή ήμουν αναμεμειγμένος στα συνδικαλιστικά, με παρακίνησαν οι μουσικοί σε μια από τις ηχογραφήσεις και μου είπαν: «μίλησε με το Μάνο, πώς θα πληρωθούμε με την ώρα ή με το κομμάτι;» Διέπραξα λοιπόν το σφάλμα να τον ρωτήσω σχετικά την ώρα της ηχογράφησης. Ο Μάνος πυρ και μανία! Ακόμη και ο Κώστας ο Γρηγορέας θυμάται το επεισόδιο, ήταν και αυτός στην συγκεκριμένη ηχογράφηση. Βέβαια, δεν το επανέλαβα το λάθος αυτό. Αλλά και με όλους τους άλλους συνθέτες που δούλεψα, δεν είχα κανένα παράπονο από κανέναν. Να μην με αδικήσει κάποιος δεν θυμάμαι όλα τα ονόματα.

Ο Σαββόπουλος, σε μια συνεργασία που κάναμε, τη «Ρεζέρβα», έγραψε ένα κομμάτι που λέγεται: «O Πολιτευτής». Με έβαλε να παίξω ένα ταξίμι ως εισαγωγή στο κομμάτι. Αφού τελειώσαμε το δίσκο, λέει: «Παιδιά έχω γράψει ένα τραγούδι με τα ονόματα των μουσικών. Θέλετε να έρθουμε να το γράψουμε;» Το τραγούδι, το οποίο έγινε επιτυχία μεγάλη, σ΄ ένα σημείο λέει: «ηλεκτρικό κοντραμπάσο ο Τσεσμελής και κοντραμπάσο με δοξάρι ο Ροδουσάκης ο πολύς!» Από τότε κάθε φορά που έλεγα το επώνυμό μου, με αποκαλούσαν: «ο Ροδουσάκης ο πολύς!» Aκόμη και σε ένα Δικαστήριο που είχα πάει για μάρτυρας, μου λέει η Πρόεδρος: «Ροδουσάκης; o Πολύς


«O Πολιτευτής», με το «ταξίμι» του Ανδρέα Ροδουσάκη ως εισαγωγή

Τ.Β. Σε μια συνέντευξή σας ασκείτε κριτική στην ποιότητα του σύγχρονου ελαφρού τραγουδιού και τους στίχους, λέγοντας ότι δίνουν στα τραγούδια ένα «στοιχείο επιδερμικό», το οποίο «δεν εμπνέει πολιτισμό». Για ποιους λόγους υποβαθμίστηκε το Ελληνικό τραγούδι;

Ανδρέας Ροδουσάκης: Εμείς όταν μπαίναμε στο στούντιο, είμασταν μια ομάδα ανθρώπων που ακούγαμε ο ένας τον άλλο. Η παρουσία του συνθέτη ενέπνεε τους εκτελεστές. Αυτό έπαιζε μεγάλο ρόλο στο αποτέλεσμα. Σήμερα οι περισσότεροι γράφουν ακούγοντας επί μέρους τμήματα και εντάσσουν το μέρος που τους αναλογεί στην ηχογράφηση. Όλο αυτό γίνεται απρόσωπο και ψυχρό. Εμείς ηχογραφούσαμε όλοι μαζί ακόμη και για κινηματογράφο. Έχω ηχογραφήσει μαζί με τον Μίκη Θεοδωράκη και τον συγχωρεμένο τον Μιχάλη Κακογιάννη, τη μουσική του Θεοδωράκη για το έργο: «Τα ψάρια βγήκαν στη στεριά». Ήταν μέσα και ο Μίκης και κάναμε μουσική όλοι μαζί βλέποντας την εικόνα σε λούπες. Θυμάμαι τον Κακογιάννη, ο οποίος ερχόταν κοντά και συζητούσαμε για την ερμηνεία. Αντιθέτως, σήμερα η εξέλιξη της τεχνολογίας σε πολλά πράγματα έβγαλε τον ανθρώπινο παράγοντα από τη μέση. Ακούγοντας ένα οποιοδήποτε τραγούδι, υπάρχει ένας ρυθμός, μια ηλεκτρονική παρουσία, η οποία είναι αδυσώπητη. Δεν αφήνει ούτε στιγμή να αισθανθεί ο άνθρωπος κάτι βαθύτερο, να αφουγκραστεί την πνευματικότητα που τυχόν υποκρύπτει ο στίχος και η μουσική. Είδα ανθρώπους να συνθέτουν μπροστά σε ένα κομπιούτερ. Είναι τόσο εύκολο να το κάνεις, ώστε οποιοσδήποτε μπορεί να δώσει μια σύνθεση, με ένα στοιχείο είτε ρυθμικό, είτε μελωδικό, που μπορεί να προέκυψε και τυχαία! Με αυτό τον τρόπο, κάποιος δημιουργεί ένα τραγούδι και ίσως αισθάνεται «φθασμένος». Αυτή η τεχνολογία νομίζω ότι κατέβασε την ποιότητα στη σύνθεση.


«Τέλος δεν έχει το τραγούδι»: Ένα άλμπουμ του 1982, χαρακτηριστικό δείγμα ποιοτικής ηχογράφησης της εποχής, όπου οι συντελεστές ηχογράφησαν ταυτοχρόνως στο στούντιο, ως μουσικό σύνολο.

Τ.Β. Με την πνευματικότητα που σας διακρίνει, έχετε εκφράσει το θαυμασμό σας για τη Βυζαντινή μουσική. Διαφωνείτε με τυχόν προσπάθειες εξευρωπαϊσμού της;

Ανδρέας Ροδουσάκης: Το κοντραμπάσο και όλα τα έγχορδα όργανα, μη έχοντας τα τάστα, έχουμε τη δυνατότητα να παίζουμε και υποδιαιρέσεις του τόνου. Έτσι θα μπορούσαμε να αποδίδουμε τη Βυζαντινή μελωδία ακριβώς όπως η φωνή θέλει να την εκφράσει. Όταν πηγαίνω στο Άγιο Όρος, θέλω να απολαμβάνω το Βυζαντινό Μέλος και όχι τη Δυτική μουσική. Εκεί, δεν «περνάει» ούτε ένα διάστημα «τρίτης μικρής». Θέλει ισοκράτημα. Αυτή η θαυμάσια ψαλτική που σε συγκινεί αφάνταστα. Υπήρξαν συνθέτες που προσπαθήσαν να εντάξουν στη Βυζαντινή όργανα δυτικής μουσικής. Ένας από αυτούς, ήταν ένας αξιολογότατος ιεροψάλτης, ονόματι Σωκράτης Βενάρδος. Έγραψε πάρα πολλούς δίσκους. Μάλιστα, ένα από τα έργα του έχει μείνει από τα πολύ σπουδαία, έγραψε για τον Κοσμά τον Αιτωλό μια τέτοια Ραψωδία, Βυζαντινή. Αλλά κατά τη γνώμη μου, δεν χωράνε δυο πράγματα τόσο διαφορετικά στο ίδιο καλούπι. Έγινε μια προσπάθεια, η οποία είχε αποτελέσματα, αλλά όχι Βυζαντινά. Το Βυζαντινό κομμάτι παραμένει πάντοτε αυτούσιο. Η δική μου συμβουλή είναι να μην γίνεται τέτοια προσπάθεια, γιατί αλλοιώνει και το είδος, που είναι ξεχωριστό και υπέροχο.

https://player.vimeo.com/video/131813659?title=0&byline=0&portrait=0

Τ.Β. Ποιες νομίζετε ότι είναι οι κυριότερες μεταρρυθμίσεις που κρίνονται απαραίτητες προς την κατεύθυνση αναβάθμισης της μουσικής εκπαίδευσης στη χώρα μας;

Ανδρέας Ροδουσάκης: Ειδικά στο θέμα των εκτελεστών μουσικών, οι σπουδές μας είναι αδιαβάθμιτες. Είναι η μεγαλύτερη αδικία που έχει γίνει σε κλάδο! Γιατί όπως ξέρετε, απαιτούνται τουλάχιστον 7 έως 12 χρόνια σπουδών για να πει κάποιος ότι έγινε ολοκληρωμένος μουσικός. Ειδικά δε, για το πιάνο και το βιολί, τα χρόνια σπουδών είναι ανάλογα με των ιατρών!. Όταν λοιπόν μια σπουδή έχει τόσο μεγάλες απαιτήσεις, είναι δυνατόν να μένει αδιαβάθμιτη; Στο παρελθόν, έγινε μια προσπάθεια να υπάρξει διαβάθμιση για τα πτυχία και τα διπλώματα. Επί Υπουργίας Ανδρέα Ανδριανόπουλου, είχαμε κάνει ένα σχέδιο νόμου. Αλλά τορπιλίστηκε. Δυστυχώς. Δεν έγινε κάτι και δεν βλέπω να γίνεται, γιατί δεν το παρακολουθεί κανείς. Δυστυχώς δεν ιδρύθηκε ούτε η λεγόμενη μουσική Ακαδημία. Θα χρειαζόταν αυτό το Ανώτατο ίδρυμα, το οποίο θα έφερνε εξαιρετικά αποτελέσματα, γιατί έχουμε πάρα πολύ καλούς μουσικούς. Γι΄αυτό, οι ταγοί του επαγγέλματος Μαέστροι, Ακαδημαϊκοί κ.ά., θα έπρεπε να προωθήσουν το όραμα της μουσικής Ακαδημίας.


Ανδρέας Ροδουσάκης και Μάνος Χατζιδάκις, μαζί με τον κλαρινετίστα Νίκο Γκίνο, επίσης στενό συνεργάτη του συνθέτη.

Τ.Β. Λόγω της ιδιότητάς σας ως τέως προέδρου της Κ.Ο.Α. έχετε να αναφέρετε συνεργασίες που ήταν σημαντικές στο πλαίσιο αυτό;

Ανδρέας Ροδουσάκης: Ο Χατζιδάκις ήταν διευθυντής της Κ.Ο.Α. Τον πρώτο χρόνο λειτούργησε θαυμάσια, γινόντουσαν τα πάντα με πολύ ωραίο ρυθμό. Αλλά κάποια στιγμή, ο τότε πρόεδρος του Πανελλήνιου Μουσικού Συλλόγου, ονόματι Ευάγγελος Κατσάμπας, πήρε αρνητική θέση απέναντι στην ορχήστρα διεκδικώντας κάποια αιτήματα. Εγώ ήμουν τότε Πρόεδρος των μουσικών της Κ.Ο.Α. και συντάχθηκα με τις διεκδικήσεις του Πανελλήνιου Μουσικού Συλλόγου. Έτσι ήρθα σε ρήξη με το Μάνο και βρεθήκαμε για πρώτη φορά σε απόσταση. Περάσαν δυο χρόνια με αυτή τη διελκυστίνδα, με δημοσιεύματα εκατέρωθεν και αιχμηρές τοποθετήσεις του Μάνου από το Τρίτο Πρόγραμμα, του οποίου ήταν Διευθυντής. Αλλά μόλις παραιτείται από Διευθυντής της ΚΟΑ, την επομένη μέρα με παίρνουν τηλέφωνο να πάμε για ηχογράφηση! Συνεχίστηκε η συνεργασία μας μέχρι το τέλος σα να μην είχε συμβεί τίποτα! Δυστυχώς έφυγε σχετικά νωρίς. Μακάρι να ζούσε ακόμη! Η περίοδος της απόστασης με το Μάνο, ήταν πολύ δύσκολη για μένα. Μου στοίχησε πολύ το ότι δεν έπαιξα σε μερικά έργα του, όχι οικονομικά, αλλά επί της ουσίας.

Τ.Β. H K.O.A. τα τελευταία χρόνια έχει κάνει ένα πρωτοφανές «άνοιγμα στην κοινωνία» και προσπαθεί να μυήσει στη λεγόμενη κλασική μουσική ένα ευρύτερο κοινό, το οποίο δεν έχει γαλουχηθεί με συμφωνική μουσική και μουσική δωματίου. Πώς κρίνετε αυτή την πρωτοβουλία;

Ανδρέας Ροδουσάκης: Νομίζω ότι τελευταίο δείγμα ήταν αυτό που έγινε προσφάτως με τους Scorpions. Αυτό μπορεί να είναι το πιο extreme Δεν είμαι και δεν υπήρξα ποτέ αντίθετος σε κάθε τι προοδευτικό. Ένας από τους λόγους που η Κ.Ο.Α. δεν είχε πολύ ευρύ κοινό, είναι ότι αλλάζαμε κάθε τόσο στέγη. Ορφέα, Ρεξ, Παλλάς. Ήταν ένα ασταθές κλίμα για την Ορχήστρα. Θα μου πείτε η στέγαση παίζει ρόλο; Νομίζω ναι. Γιατί όταν έγινε το Μέγαρο Μουσικής, η Κ.Ο.Α. βρήκε ένα καταφύγιο κάπως πιο σταθερό και τα δεδομένα άρχισαν να μεταβάλλονται προς το καλύτερο. Βεβαίως, παίζει ρόλο και η προσωπικότητα του εκάστοτε Διευθυντή Ορχήστρας. Οι Διευθυντές έχουν την τάση να κάνουν νεοτερισμούς. Όμως ο τρόπος που γίνονται, πρέπει να μην υποτιμά και να μην υποβαθμίζει το κυρίως έργο που έχει η συμφωνική ορχήστρα. Σε όλα τα κράτη που έχουν ανεπτυγμένη την κλασική μουσική, το κλασικό κομμάτι κυριαρχεί στις εκδηλώσεις. Μεγάλες ορχήστρες μπορεί να χρειάζονται οικονομική ενίσχυση με μια δραστηριότητα πιο κοντά στον κόσμο. Σε μας οι Κρατικές Ορχήστρες είναι επιδοτούμενες από το Υπουργείο Πολιτισμού. Οι άλλοι που αγωνίζονται για να έχουν εισπρακτικά οφέλη, κάνουν παραχωρήσεις. Μπορεί να παίζουν ακόμη και ποπ μουσική! Συμφωνώ με τη διεύρυνση του ρεπερτορίου, φθάνει να μην εξασθενεί το κυρίως έργο της ορχήστρας.

Τ.Β. Θα θέλατε να διηγηθείτε κάποια δύσκολη στιγμή της καριέρας σας;

Ανδρέας Ροδουσάκης: Όταν ήταν διευθυντής στο Τρίτο Πρόγραμμα ο αείμνηστος Γιώργος Τσαγκάρης,-πολύ σπουδαίο παιδί, με τα οράματά του, είχε φέρει πάρα πολύ μπροστά το Τρίτο Πρόγραμμα και δυστυχώς έφυγε νωρίς-έκανε ένα αφιέρωμα στους Έλληνες Μουσικούς Ερμηνευτές και μου ζήτησε να παίξω έργα από τη φιλολογία του κοντραμπάσου. Θυμήθηκα μια σύνθεση του κοντραμπασίστα John Walton, η οποία λέγεται «Seven Sonorities» (7 ηχοχρώματα) και είναι γραμμένο για 3 κοντραμπάσα.  Ήμουν ενθουσιασμένος με την ιδέα να κάνω την τριπλή εγγραφή. Μπαίνω στο στούντιο, έχοντας μεγάλη πείρα στην ηχογράφηση. Λέω στον Γιώργο Τσαγκάρη: «σε δυο μέρες θα έχω τελειώσει». Γράφω την πρώτη φωνή και πάω να γράψω τη δεύτερη και δεν μου κόλλαγε! Πάω να περάσω την τρίτη φωνή εκεί να δείτε… Κάνω μια σύντομη παρένθεση, για να εξηγήσω ότι το κοντραμπάσο έχει μια απόσταση ημιτονίου από το πρώτο δάκτυλο μέχρι το δεύτερο, περίπου 2,5 εκατοστά. Αν δεν πατήσεις σωστά, υπάρχει μια ανεπαίσθητη ηχητική αλλοίωση. Όταν παίζεις μια φωνή, αυτό δεν γίνεται αντιληπτό. Όταν όμως πρέπει απάνω σε αυτή, να γράψεις  δεύτερη φωνή, πρέπει να κάνεις την ίδια «παρατυπία», ώστε όσο διάστημα λείπει από την πρώτη φωνή, αντιστοίχως να  λείπει και από τη δεύτερη κοκ Έτσι χρειάστηκα και δεύτερη εβδομάδα για να μπορέσω να έχω αποτέλεσμα! Χρόνια αργότερα, άκουσα μέσω του youtube τρείς διαφορετικές εκτελέσεις αυτού του έργου και διαπίστωσα ότι μερικά από αυτά που έπαιξα είναι πολύ καλά. Από τα 7 έργα που είχα ερμηνεύσει τότε, επέλεξα 3 που θεώρησα ως πιο ενδιαφέροντα, για να παρουσιαστούν στο διαδικτυακό περιοδικό http://www.tar.gr.


Ο Ανδρέας Ροδουσάκης ερμηνεύει τρία μέρη από τα «Seven Sonorities για τρία κοντραμπάσα του John Walton». Από την εκπομπή της ΕΡΤ Έλληνες Μουσικοί Ερμηνευτές, σε σκηνοθεσία Κωστή Ζώη.

Τ.Β. Πώς κρίνετε το επίπεδο των νέων μουσικών; Πιστεύετε ότι βαίνει αυξανόμενο ή μειούμενο εν συγκρίσει με τη δική σας εποχή;

Ανδρέας Ροδουσάκης: Βαίνει αυξανόμενο. Tα σημερινά παιδιά είναι καταπληκτικοί κοντραμπασίστες. Έχουν σπουδάσει και στο εξωτερικό, έχουν κάνει σεμινάρια, συναυλίες, έχουν επαφές με άλλους μουσικούς, αποκόμισαν πολλαπλά οφέλη από τη διεθνή εμπειρία. Όσοι επιστρέφουν στην Ελλάδα, έρχονται έχοντας κάνει πολύ ωραία προετοιμασία. Τα νέα παιδιά είναι πιο εξελιγμένα από τη δική μας γενιά. Τα παιδιά παίζουν με πιο μεγάλη άνεση, διότι η τεχνική του οργάνου έχει προοδεύσει πάρα πολύ. Εμείς δεν αξιωθήκαμε να πάμε στο εξωτερικό, αλλά, παρόλα αυτά, βρήκαμε τρόπους να έχουμε επαφή με τον έξω κόσμο. Εγώ ως τότε πρόεδρος των μουσικών στην Κ.Ο.Α., όταν ξεκίνησε το Φεστιβάλ Αθηνών, σε συνεννόηση με τον τότε επικεφαλής Διευθυντή, είχα πετύχει να διαθέτουν στην ΚΟΑ 20 προσκλήσεις σε κάθε εμφάνιση που έκανε οποιαδήποτε ευρωπαϊκή ορχήστρα. Εκεί ρωτούσαμε τους άλλους μουσικούς ό,τι απορίες είχαμε, είτε αυτές αφορούσαν μουσική, είτε πρακτικά θέματα, όπως τι χορδές παίρνουν, τι ρετσίνα βάζουν στο δοξάρι κτλ. Γνωρίστηκα με πολλούς από αυτούς τους ανθρώπους και μάλιστα ακόμη έχω φιλίες δεκαετιών!

Τ.Β. Άρα είναι καλύτεροι εν συγκρίσει με τη δική σας γενιά;

Ανδρέας Ροδουσάκης: Εμείς είχαμε λιγότερες ευκαιρίες. Θυμάμαι, ήμουν ανήσυχο πνεύμα. Το ΄78 είχα πάει με τη γυναίκα μου στο Λονδίνο. Συμπτωματικά, διαβάζω σε μια εφημερίδα ότι γίνεται μια competition και workshop σ΄ ένα νησί έξω από το Λονδίνο, το Isle of Man και ότι παίζουν κοντραμπάσο τα μεγαλύτερα «ιερά τέρατα» της Ευρώπης. Αφήνω την οικογένεια, που κάναμε διακοπές στο Λονδίνο, παίρνω ένα αεροπλάνο, χωρίς να ξέρω ακριβώς που πηγαίνω. Λίγη ώρα αργότερα, βρίσκομαι μπροστά σε κορυφαίους της Φιλαρμονικής του Βερολίνου, της Πράγας! Τους βλέπω να παίζουν, να μιλάνε. Όταν επιστρέψαμε στην Ελλάδα, κάλεσα στο σπίτι τους συναδέλφους να δουν (από μια βιντεοκασσέτα που εξασφάλισα με οικονομική δυσκολία, γιατί είχα περιορισμένο συνάλλαγμα) και να διδαχθούν πώς ερμηνεύουν οι κορυφαίοι κοντραμπασίστες της Ευρώπης. Μετά από 4 χρόνια, το ΄82, με έστειλε στο ίδιο Φεστιβάλ το Υπουργείο Πολιτισμού, ως εκπρόσωπο της Ελλάδας, ύστερα από σχετική πρόκληση των οργανωτών.

Τ.Β. Τι θα συμβουλεύατε ένα νέο που επιθυμεί να σταδιοδρομήσει ως σολίστ κοντραμπάσου;

Ανδρέας Ροδουσάκης: Να αγαπάει το μουσικό όργανο που καλείται να υπηρετήσει, να ταυτίζεται με αυτό. Το πάθος για το μουσικό όργανο της επιλογής καθενός, είναι η κινητήριος δύναμη για να διακριθεί. Αλλά προπαντός μελέτη! Γιατί η επαφή αυτή, σου δίνει τη δυνατότητα να είσαι καλός στη δουλειά σου. Οι άλλοι νομίζουν ότι όταν παίζουμε, αυτό μας προάγει. Μόνο η μελέτη μας πάει μπροστά!

Τ.Β. Θα θέλατε να συμπληρώσετε κάτι και δεν σας έδωσα την ευκαιρία;

Ανδρέας Ροδουσάκης: Δεν προωθούνται τα δίκαια αιτήματα των μουσικών, γιατί έχουν περιοριστεί σε μικρές πρωτοβάθμιες συλλογικότητες. Θυμάμαι, είχαμε κάνει μια απεργία με την Κ.Ο.Α. επί κυβερνήσεως Κωνσταντίνου Καραμανλή. Ο συγχωρεμένος ο Τάτσης Αποστολίδης ως εξάρχων και εγώ ως Πρόεδρος του Συλλόγου, ζητήσαμε ακρόαση από τον Πρωθυπουργό, Κωνσταντίνο Καραμανλή. Συντάξαμε ένα κείμενο και μας δέχθηκε. Αλλά τ΄ ακούσαμε χύμα! «Γυρίστε στη δουλειά σας και θα δω τι μπορώ να κάνω! Αλλιώς θα με έχετε απέναντι!» Και όντως λύσαμε την απεργία μετά. Πάντοτε η Ορχήστρα είχε ανάγκες, όχι μόνο οικονομικές, αλλά και θεσμικές. (Προσλήψεις μουσικών, το θέμα των φράκων, γιατί πληρώναμε τις στολές μας μόνοι μας κτλ). Σε ό,τι αφορά τις αμοιβές, παίρναμε στην Κ.Ο.Α. μισά, στην Ε.Λ.Σ. άλλα μισά, για να έχουμε ένα μισθό Σήμερα, εξακολουθούν να υπάρχουν προβλήματα. Υπάρχει Σύλλογος στην Κ.Ο.Α. και στην Ορχήστρα της Ε.Λ.Σ., αλλά ασχολούνται με περιστασιακά θέματα. Δεν έχουν μια Δευτεροβάθμια Ένωση. Είχα ζητήσει κάποτε να γίνει μια Ομοσπονδία, όπως έχουν όλοι οι κλάδοι στο εξωτερικό. Οι Ομοσπονδίες στα σοβαρά τους θέματα είναι πολιορκητικοί κριοί! Έχουν δύναμη! Εδώ, οι μουσικοί είναι ανίσχυροι! Γι΄ αυτό κάνω την πρόταση να συσταθεί μια Ομοσπονδία Ορχηστρών που σήμερα πλέον θα είναι ισχυρή, γιατί οι Ορχήστρες είναι Κρατικές. Η Κ.Ο.Α., η Κ.Ο.Θ., η Ορχήστρα της Ε.Λ.Σ., είναι μόνιμοι μουσικοί. Αυτά τα τρία μεγάλα συγκροτήματα, μαζί με την Εθνική Ορχήστρα της Ραδιοφωνίας, αλλά ενδεχομένως και ορχήστρες των Δήμων, μπορούν να κάνουν έναν κορμό πολύ γερό! Και πίσω από αυτούς, μπορεί να μπει η Federation International Musical η (FIM) μια διεθνής οργάνωση, η οποία ήταν αρωγός και στον Πανελλήνιο Μουσικό Σύλλογο, που ήταν μέλος της. Θυμάμαι, είχε προγραμματιστεί μια συναυλία στο Ηρώδειο, την οποία διηύθυνε ο Σταύρος Ξαρχάκος. Η FIM είχε δώσει εντολή να μην γίνει η συναυλία, εάν δεν μονιμοποιούνταν οι μουσικοί που είχαν δώσει ακροάσεις στην Κ.Ο.Α., γιατί δεν προχώραγαν τα εντάλματα για να τους προσλάβουν. Για να πετύχει αυτό το αίτημα, είχε «μπλοκάρει» τότε το Φεστιβάλ Αθηνών, απειλώντας να μην γίνει καμία εκδήλωση ούτε από Έλληνες, ούτε από Ξένους. Τελικά, υποχώρησε η Πολιτεία. Έπαιξε καθοριστικό ρόλο η FIM! Σήμερα δεν υπάρχει κάτι αντίστοιχο. Οι μουσικοί είναι μετέωροι, όπως πριν δεκαετίες….

Τίνα Βαρουχάκη 
varouchaki.tar@gmail.com
Οκτώβριος 2018
Επιλογή εικόνων και τεχνική επιμέλεια σελίδας Κώστας Γρηγορέας
(Η επιμέλεια του κειμένου είναι ευθύνη του αρθρογράφου


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Ο Ανδρέας Ροδουσάκης και ο Δημήτρης Ψαριανός μιλάνε για τον «Μεγάλο Ερωτικό» του Μ.Χ.
(Άπό το αρχείο της ΕΡΤ)

Advertisements

[Νέο βίντεο] Κώστας Γρηγορέας: «Στίχος – στον Μίκη» (Θεοδωράκη), για φλάουτο, τσέλο και πιάνο

Κώστας Γρηγορέας: «Στίχος – στον Μίκη» (Θεοδωράκη)
για φλάουτο, τσέλο και πιάνο.

Δημήτρης Φωτόπουλος (φλάουτο)
Ευγένιος Μπένσης (τσέλο)
Δημήτρης Πέτροβας (πιάνο)

Ηχοληψία και ψηφιακή επεξεργασία: Κώστας Γρηγορέας
Βίντεο: Θανάσης Δέδες / Αίθουσα Φίλιππος Νάκας, Αθήνα

Περί κιθαριστικών ορχηστρών

(Αναδημοσίευση από το http://www.tar.gr)

Μια εισαγωγή, μάλλον υποκειμενική …
(του Κώστα Γρηγορέα)

Τα πολυμελή κλασικο-κιθαριστικά σύνολα έχουν πια μπει για τα καλά στη ζωή μας. Η αυτονόητη ανάγκη των πολυάριθμων εκτελεστών αυτού του δημοφιλούς οργάνου για συνεργασία, αλλά και η αναμφισβήτητη παιδαγωγική αξία (για μαθητές αλλά και ακροατές) της εν γένει ύπαρξης πολλών μουσικών συνόλων, δημιούργησε ένα μάλλον παράδοξο είδος ορχήστρας. Για να είμαστε ειλικρινείς, είναι περισσότερο «τέκνο της ανάγκης» των πολυπληθών κιθαριστών για συμμετοχή στα μουσικά δρώμενα, παρά ένα είδος ορχήστρας που ήρθε για να καλύψει κάποιο κενό του ηχητικού φάσματος η του ρεπερτορίου της μουσικής. Κι αυτό το αναφέρω χωρίς να θέλω καθόλου να υποτιμήσω την καλλιτεχνική αξία των όποιων επιτυχημένων προσπαθειών.

Το TaR επιθυμεί να προκαλέσει μια συζήτηση γύρω από αυτό το σοβαρό για τον χώρο θέμα, το οποίο πλέον δεν αφορά μόνο τους εν ενεργεία επαγγελματίες της μουσικής, αλλά και τους πάρα πολλούς ερασιτέχνες, μαθητές και γενικά λάτρεις του οργάνου. Η συζήτηση είναι απαραίτητη, μιας και στην σχεδόν ανεξέλεγκτη πραγματικότητα της ελεύθερης αγοράς και στην εύπιστη και μονίμως ημιπληροφορημένη σε θέματα τέχνης κοινωνία μας, είσαι πανεύκολα «ό,τι δηλώσεις». Οπότε, τα αγαθά παιδαγωγικά και καλλιτεχνικά κίνητρα κάποιων, πρέπει επειγόντως να βρεθεί τρόπος ώστε να διαφοροποιηθούν από τα κόλπα και τις φιλοδοξίες των επιτηδείων, των ατάλαντων και των ψώνιων.

Αυτό μάλλον μπορεί να γίνει μόνο με μια ανοιχτή «συζήτηση» μεταξύ καταξιωμένων ανθρώπων του χώρου της κιθάρας και της μουσικής γενικότερα, αλλά και οποιουδήποτε μουσικόφιλου έχει μια σοβαρή και εμπεριστατωμένη θετική ή αρνητική άποψη πάνω σε αυτό το θέμα. Μια συζήτηση που δεν έχει γίνει στην έκταση που επιβάλλεται, αν και υπήρξαν άρθρα που θα μπορούσαν να έχουν δώσει το έναυσμα (ΠΟΛΛΕΣ, ΠΑΡΑ ΠΟΛΛΕΣ ΚΙΘΑΡΕΣ… (του Νότη Μαυρουδή) – Μάιος 2016)

Ας ελπίσουμε λοιπόν πως το κείμενο του εκλεκτού συνεργάτη μας Νίκου Παναγιωτίδη, θα αποτελέσει το έναυσμα να ξεκινήσει πάλι μια σοβαρή συζήτηση, με σκοπό να ανακοπεί η εξέλιξη μιας χρήσιμης ιδέας όπως τα πολυμελή κιθαριστικά σύνολα, σε ένα ακόμη τηλεοπτικής αισθητικής τσίρκο, απαξιώνοντας συνολικά τον χώρο της κλασικής κιθάρας.


ΚΙΘΑΡΙΣΤΙΚEΣ ΟΡΧHΣΤΡΕΣ: ΠΟΙA EIΝΑΙ ΤΑ OΡΙA ΤΟΥΣ;
(Του Νίκου Παναγιωτίδη)

Η προσπάθεια καθιέρωσης της κιθάρας ως «σοβαρού» κλασικού οργάνου, κατάλληλου για τις ανάλογες αίθουσες συναυλιών, μετράει ήδη πάνω από έναν αιώνα. Η ζωή του κλασικού κιθαριστή όμως χαρακτηρίστηκε από μοναξιά. Παρά την ύπαρξη και έργων μουσικής δωματίου με άλλα όργανα και κοντσέρτων με συνοδεία ορχήστρας (και παρά την τεχνολογική πρόοδο στους τομείς τόσο της κατασκευής όσο και της τεχνητής ενίσχυσης που βοηθάει την ένταση αλλά και την ποιότητα του ήχου), ο κύριος όγκος του ρεπερτορίου και της μελέτης παραμένει σολιστικός.

Υπάρχει επίσης και σημαντική παράδοση με έργα -αυθεντικά και μεταγραφές- για δύο κιθάρες, σπανιότερα και τρεις ή τέσσερις. Φαίνεται όμως πως οι κιθαριστές δεν έχουν μεγάλη ροπή στις συνεργασίες, κι έτσι ο χώρος των μικρών συνόλων παραμένει περιορισμένος. Τα τελευταία χρόνια όμως εμφανίζονται, στην Ελλάδα τουλάχιστον, σύνολα όλο και μεγαλύτερα. Και μαζί τους, όλο και μεγαλύτερα προβλήματα…

Η πρώτη προσπάθεια, αν δεν κάνω λάθος, έγινε από τον Δημήτρη Φάμπα στα τέλη της δεκαετίας του ’70. Με ορχήστρα 12 ατόμων, σε τρίφωνη ή τετράφωνη συνήθως γραφή. Ιδωμένη από κάποια απόσταση, είχε σημαντικές αδυναμίες: Έργα μεταγραμμένα από το πιάνο ή το συμφωνικό ρεπερτόριο, με κάπως απλοϊκό τρόπο – μοιράζουμε τις νότες και …ό,τι βγει, με τις «πρώτες» κιθάρες να παίζουν τις δύσκολες και τις υπόλοιπες να συνοδεύουν, χωρίς πολλές-πολλές απαιτήσεις μουσικότητας, αρκεί το αποτέλεσμα να είναι συγχρονισμένο και χωρίς λάθη. Λογικό, όταν μιλάμε για πρωτόλειες προσπάθειες.

Ακολούθησαν και άλλες, προσανατολισμένες περισσότερο στο εκπαιδευτικό κομμάτι, εκεί όπου η συνεργασία και η εξάσκηση της ακοής μέσα σε ένα σύνολο όντως παίζουν σημαντικό ρόλο. Κάποιες απόπειρες έγιναν και σε υψηλότερο επίπεδο, χωρίς όμως να βρουν λύση σε μια σειρά από ζητήματα: Η ένταξη σε ένα σύνολο απαιτεί προσαρμογή -για να μην πω υποταγή- της προσωπικότητας στον ήχο του συνόλου και το μουσικό όραμα του μαέστρου. Το οποίο όραμα, με τη σειρά του, για να είναι πειστικό, πρέπει ο μαέστρος να είναι …στ’ αλήθεια μαέστρος! Να έχει δηλαδή, εκτός της σχέσης του με το όργανο, ειδικές και εξασκημένες γνώσεις αφενός στην ανάγνωση του μουσικού έργου και αφετέρου στη διαχείριση των μουσικών, ώστε και το έργο να αναδείξει και τα άτομα να μετατρέψει σε πρόθυμους υπηρέτες του συνόλου. Και για να λειτουργήσουν όλα αυτά, κακά τα ψέματα, πρέπει εκτός των άλλων να βρεθεί και χρηματοδότηση! Διότι για να υπάρξει ένα πραγματικά επαγγελματικό σύνολο, να απασχολεί επαγγελματίες μουσικούς και να ζητάει απ’ αυτούς να αφιερώσουν ικανό χρόνο, σε μελέτη πρωτίστως και σε πρόβες (ώστε οι πρόβες να αναλώνονται σε μουσική εργασία και …όχι σε μελέτη) πρέπει να μπορεί να τους προσφέρει και αμειβόμενες εμφανίσεις. Νομίζω γίνεται εύκολα αντιληπτό το αδιέξοδο.

Αλλά και στο καθαρά μουσικό επίπεδο, χρειάζεται γενναία αντιμετώπιση των πολλών τεχνικών ζητημάτων. Πρώτο απ’ όλα, το θέμα «έκταση». Μέσα σε τρεις οκτάβες και κάτι, δεν μπορεί να υπάρξει παρά φτωχό αποτέλεσμα. Η τεχνολογία όμως έχει προχωρήσει, υπάρχουν πλέον χορδές έως και οκτάβα χαμηλότερες και μια τετάρτη και παραπάνω ψηλότερες. Σύνολο με έκταση πέντε οκτάβες και μάλιστα τους πλούσιους αρμονικούς της χαμηλότερης, είναι εντελώς διαφορετικών προδιαγραφών. Και του ανοίγονται και δρόμοι επέκτασης του ρεπερτορίου, αρχικά των μεταγραφών και στη συνέχεια ίσως και νέων συνθέσεων, δημιουργημένων όμως χωρίς τους περιορισμούς της φυσικής έκτασης του οργάνου.

Δεύτερο και εξίσου σημαντικό, το φραζάρισμα. Βλέπει κανείς μιά συμφωνική ορχήστρα και όλα τα έγχορδα παίζουν με το ίδιο δοξάρι! Προφανώς δεν αφήνεται στην τύχη του το θέμα, γιατί εξασφαλίζει την ενότητα του ήχου. Σ’ ένα σύνολο από κιθάρες πρέπει, επομένως, να υπάρχει κοινή δακτυλοθεσία και να τηρούνται οι αναλογίες στις φράσεις – πού αλλάζουμε θέση, πού αλλάζουμε χορδή – μεταξύ όλων των φωνών. Τρίτο, να γίνει σοβαρή εξάσκηση στο θέμα του συγχρονισμού και της κοινής αναπνοής. Η ατάκα στο νυκτό όργανο είναι «απότομη», η παραμικρή απόκλιση ακούγεται και μάλιστα …πολύ άσχημα. Ενώ και το κούρδισμα δεν είναι τόσο απλή υπόθεση, καθώς αφενός το όργανο κουρδίζεται σε τέταρτες, αφετέρου το καθένα έχει τις ιδιοτροπίες του και οι γνώσεις των μουσικών στα θέματα του συγκερασμού εξακολουθούν να είναι κατ’ ουσίαν ανύπαρκτες. (Έχω γράψει στο TaR σχετικά, http://www.tar.gr/content/content.php?id=1395 ). Ακόμη και η επιλογή του ρεπερτορίου είναι καίριο ζήτημα, ώστε να μην πλησιάζει εν τέλει η κιθαριστική ορχήστρα στον ήχο της μαντολινάτας προκειμένου να ανταποκριθεί σε νότες μεγάλης διάρκειας, επαναλαμβάνοντάς τες. Αφού λυθούν όλα τα παραπάνω, τότε μόλις αρχίζει η περιπέτεια της προσέγγισης του μουσικού έργου – των στυλιστικών ιδιαιτεροτήτων, της ερμηνείας, της πλαστικότητας του ρυθμού, της δυναμικής, της ποικιλίας των ηχοχρωμάτων…

Όλα αυτά προϋποθέτουν γνώσεις και σοβαρή ενασχόληση που είμαι πεπεισμένος ότι ουδέποτε υπήρξαν σε κιθαριστική ορχήστρα – τουλάχιστον, για να μην είμαι άδικος, δεν τα έχω ακούσει ποτέ στο αποτέλεσμα. Τα έχω ακούσει, αντιθέτως, στις μεγάλες, παραδοσιακές ορχήστρες νυκτών στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, που είναι πραγματικά εντυπωσιακές, σε ακρίβεια και μουσικότητα. Δεδομένης φυσικά της παράδοσης και της υποδομής του είδους στις χώρες αυτές. Στη Δύση, πιο ενθαρρυντική περίπτωση βρίσκω την ορχήστρα της Βαρκελώνης που δείχνει αρκετά δουλεμένη· πάντως προς το παρόν είναι αφιερωμένη στο Ισπανικό και Λατινοαμερικάνικο ρεπερτόριο, με ό,τι αυτό σημαίνει για τον ήχο και το ύφος.

Μέσα στο πλαίσιο αυτών των ελλείψεων και προβλημάτων, στη δική μας χώρα αντί μουσικής προόδου παρατηρείται τα τελευταία χρόνια ένα πληθωριστικό φαινόμενο: Οι αριθμοί των μελών στις κιθαριστικές ορχήστρες ανεβαίνουν …επικίνδυνα. Ακούμε για εκατό κιθάρες, εκατόν είκοσι, διακόσιες, για …παγκόσμια ρεκόρ ποιος την έχει πιο μεγάλη, πράγματα που αντικειμενικά δεν γίνεται να έχουν μουσικό αποτέλεσμα. Τι αποτέλεσμα έχουν; Γίνεται αυτό που λέμε «μπούγιο», δεκάδες άτομα επί σκηνής να παίζουν χωρίς να ακούγονται, φίλοι και συγγενείς από κάτω – όπως γίνεται και στις χορωδίες, το επί σκηνής πλήθος εξασφαλίζει κάποια εισιτήρια – έτσι ώστε τελικά ούτε το ακροατήριο αλλά ούτε και οι ίδιοι οι συμμετέχοντες ασκούνται στη σοβαρή μουσική δημιουργία.

Το έσχατον δε (από όλες τις απόψεις) δείγμα που έπεσε στην αντίληψή μου, ξεπερνάει τα όρια της προχειρότητας και τείνει πλέον προς την απάτη: για να συμμετάσχεις στην ορχήστρα, λέει η διαφήμιση, «δεν χρειάζεται να έχεις γνώσεις κιθάρας ή μουσικής. Θα τα μάθεις όλα εκεί». Αλλά και «θα νιώσεις πρωταγωνιστής και star στην παγκόσμια μουσική σκηνή, θα γράψεις Ιστορία και θα σε γράψει η Ιστορία της Μουσικής». Και επίσης, «μέσα από τα Grades Σπουδών» της ορχήστρας μπορείς να γίνεις «επίσημος Σολίστ 7 Αστέρων» (!) με διεθνή σφραγίδα και πιστοποίηση, από κάποια «Διεθνή Ακαδημία Κιθάρας». Τύφλα να ‘χουν τα ανάλογα τηλεοπτικά σκουπίδια, δηλαδή (που απευθύνονται σε φωνές, φυσικά, γιατί πού να τολμήσουν να παρουσιάσουν όργανα σε λίγα μαθήματα).

Σε μια εποχή που προσπαθούμε να προστατέψουμε όχι απλώς ο καθένας τη δουλίτσα του, αλλά το πολύπαθο, πολλαπλώς μετέωρο και ακατοχύρωτο επάγγελμα του μουσικού και ιδιαίτερα του καθηγητή μουσικής, που προσπαθούμε να πείσουμε τους μαθητές μας, τους γονείς τους, την κοινωνία, την εξουσία, ότι το να μάθεις μουσική δεν είναι καθόλου απλή και επιπόλαιη υπόθεση, και ότι πρέπει επιτέλους οι πολύχρονες και ακριβές σπουδές μας να τύχουν της αναγνώρισης που τους αξίζει, την ώρα που υφιστάμεθα ήδη πόλεμο από τις νεότερες γενιές που σπούδασαν στα Πανεπιστήμια και θεωρούν εαυτούς εξ ορισμού υπέρτερους, υποτιμώντας κατά απαράδεκτο τρόπο τους άξιους συναδέλφους και τους καθηγητές τους, είναι ανεπίτρεπτο να «προσφέρεται» από οπουδήποτε δήθεν εύκολη εκμάθηση και διεθνής αναγνώριση, με όρους ακαθόριστους ή εν πάση περιπτώσει εκτός της κατά νόμον οδού, σκάβοντας εν τέλει το λάκκο ολωνών μας: Έτσι οπλίζεται η φαρέτρα των εχθρών του κλάδου που δεν χάνουν ευκαιρία να μας κατατάσσουν όλους συλλήβδην στην κατηγορία των απατεώνων, ότι τάχα προσπαθούμε απλώς να εξασφαλίσουμε «ένα χαρτί» το οποίο στην πραγματικότητα δεν αξίζουμε. Η αλήθεια είναι μία και ίδια για όλους μας: δυστυχώς, δεν υπάρχει τρόπος να πας κάπου άσχετος και σε λίγα χρόνια να βγεις όχι μόνο σχετικός, αλλά και …σολίστ με διεθνή αναγνώριση. Αντιθέτως, χρειάζεται κόπος, χρόνος και ικανότητες απλώς και μόνο για να σταθείς στο χώρο. Ας γίνει τουλάχιστον αυτό κοινή συνείδηση, ώστε να αντιστεκόμαστε στις απατηλές «σειρήνες».

Δεν επιθυμώ να δυσφημίσω κανέναν. Αλλά και δεν ανέχομαι να δυσφημίζονται εμμέσως πλην σαφώς χιλιάδες εργαζόμενοι μουσικοί που βάλλονται απ’ όλες τις πλευρές. Προσοχή, λοιπόν, και ο καθείς να αναλάβει τις ευθύνες των λόγων και των έργων του. Εν κατακλείδι, όσοι επιθυμούν να στήσουν κιθαριστικά σύνολα με κάποιες αξιώσεις, οφείλουν να απορρίπτουν τις βολικές ευκολίες  -πόσο μάλλον τις απόπειρες εξαπάτησης- και να ασχοληθούν εξαρχής σοβαρά με όλα τα θεμελιώδη ζητήματα που τα αφορούν, ώστε να μας πείσουν για την αναγκαιότητα της ύπαρξής τους.


Νίκος Παναγιωτίδης
http://panagiotidistar.wordpress.com/
Σεπτέμβριος 2018

JULIAN BREAM: 85 Χρόνια μιας αξιοζήλευτης ζωής

Προφανώς και είναι απολύτως περιττό να αναφέρω οτιδήποτε σχετικό με την καριέρα του Maestro Julian Bream,
ο οποίος προσφάτως (15 Ιουλίου) έκλεισε τα 85 χρόνια της πολύτιμης ζωής του.
Χρόνια, που τα περισσότερα από αυτά γέμισε με ανεπανάληπτους μουσικούς θησαυρούς.
Τόσους πολλούς μάλιστα, ώστε κατά την ταπεινή μου γνώμη, να έχει κάθε δικαίωμα να υπερηφανεύεται
περισσότερο από κάθε άλλον κιθαριστή, πως οδήγησε το ρεπερτόριο της κλασικής κιθάρας στην σύγχρονη κλασική μουσική.

Ας του ευχηθούμε λοιπόν, ακούγοντας κάποια από τα αριστουργήματα που ο μέγας Benjamin Britten του εμπιστεύτηκε.
Η επιλογή έγινε από τον συνεργάτη του TaR Δημήτρη Κυπραίο και θερμά την προσυπογράφω.

Χρόνια σου πολλά λοιπόν Δάσκαλε!
Να είσαι πάντοτε ευτυχισμένος και δημιουργικός.

[Σπάνιες Ηχογραφήσεις]
JULIAN BREAM (κιθάρα) – PETER PEARS (τενόρος)
ερμηνεύουν
BRITTEN
(του Δημήτρη Κυπραίου)

Αφιέρωμα Keith Jarrett

1. KEITH JARRETT
(Του Βασίλη Τζαβάρα)

2. Ο ΚΛΑΣΙΚΟΣ JARRETT
(Ο μουσικός μέσα από τις σκέψεις του)
(Της Έφης Αγραφιώτη)

3. Keith Jarrett: PHOTO ALBUM
(Της Έφης Αγραφιώτη)

4. (8/5) ΧΡΟΝΙΑ ΣΑΣ ΠΟΛΛΑ ΚΥΡΙΕ JARRETT !
(της Έφης Αγραφιώτη)

5. Keith Jarret – ΗΧΗΤΙΚΟ ΠΟΡΤΡΕΤΟ (από τον Κώστα Γρηγορέα)

Τεχνική επιμέλεια Κώστας Γρηγορέας
(Η επιμέλεια του κειμένου είναι ευθύνη του αρθρογράφου)

ΠΗΓΗ: http://www.tar.gr

Ο ΜΥΣΤΙΚΟΣ ΚΗΠΟΣ ΤΗΣ ΑΡΛΕΤΑΣ (Του Νότη Μαυρουδή)

Είναι ό,τι πιο δύσκολο, συναισθηματικά, να γράψω για τον θάνατο ενός γνώριμου προσώπου, με το οποίο βίωσα καλλιτεχνική δράση και φιλική σχέση, για ένα μεγάλο κομμάτι τής κοινής ζωής μας. Με την Αρλέτα γνωρίστηκα από το ξεκίνημα της τραγουδιστικής διαδρομής της το 1966, όταν η ατομικότητά της «έσπασε» τα όρια τής ιδιωτικής της σφαίρας και πέρασε σε εκείνη τής δημοσιότητας.
Δεν είναι εύκολη μια τέτοια μετάβαση, ιδιαίτερα σε χαρακτήρες όπως εκείνον τής Αρλέτας. Έναν χαρακτήρα που δύσκολα τον περιόριζες ή τον ανάγκαζες να συμπεριφερθεί κατά τα ειωθότα και να παραβεί τις δικές της ιδιαιτερότητες, την ελευθερία (όπως η ίδια την αντιλαμβανόταν), τα ατομικά δικαιώματα, τις πνευματικές επιλογές και τις συμπεριφορές κάθε φορά που επρόκειτο να έρθει σε επαφή με έναν διαφορετικό κόσμο…
Εκεί, ιδιαίτερα στο τελευταίο σημείο, η φίλη μας, έπρεπε να κάνει μεγάλο αγώνα. Τα «ειωθότα» τού κόσμου δεν μπορούσαν να καλύψουν το πνεύμα ανεξαρτησίας της και να την κάνουν να… συμφιλιωθεί με έναν κόσμο που την άκουγε μέσα στους μικρούς και άβολους χώρους των μπουάτ τής Πλάκας. Όλα αυτά στις περιόδους, χοντρικά από το 1966 έως το 1970, που ο κύκλος «μπουάτ» και «Νέο Κύμα» αρχίζει να ολοκληρώνει την λειτουργία του, λόγω των εμποδίων τής αστυνόμευσης και της λογοκρισίας τής Χούντας.

Χρειάστηκε να της κάνω κάποια μαθήματα κιθάρας για να της τοποθετήσω τα δάχτυλα, ώστε να παίζει με μεγαλύτερη ευκολία. Ίσως δεν είχε συνειδητοποιήσει πως η συγκεκριμένη προσπάθεια ήθελε δουλειά, μελέτη, υπομονή, χρόνο. Δεν διέθετε όμως αυτά τα απαραίτητα στο δυναμικό της. Τη… νίκησε ο πρακτικός τρόπος παιξίματος της κιθάρας. Ωστόσο, αγαπούσε τον ήχο της και γνώριζε πολύ καλά πως με τον ήχο μιας κιθάρας θα πορευτεί και θα σχηματίσει το δικό της σήμα κατατεθέν. Γι’ αυτό και κάποιοι την παρομοίωσαν με την Joan Baez…
Σε σημείωμά της, ζήτησε να φύγει για τον άλλο κόσμο παρέα με την πρώτη κιθάρα της, επιθυμία, ομολογώ, πολύ συγκινητική…
Κάναμε δισκογραφία με δικά μου τραγούδια, καθώς και άλλων συνθετών (Σπανού, Κοντογιώργου, Χουλιαρά), με τους πρώτους δίσκους της. Ξαφνικά τα ραδιόφωνα της εποχής (κυρίως το Πρώτο και Δεύτερο πρόγραμμα τής τότε μονοπωλιακής κρατικής Ραδιοφωνίας) γέμισαν τις μεταδόσεις τους με τα τραγούδια αυτής τής μυστηριώδους φωνητικής προσωπικότητας. Αυτή την δημοσιότητα την βίωνε με δυσκολία και πολλές φορές ερχόταν σε σύγκρουση με το κοινό της, ή σε συνεντεύξεις με δημοσιογράφους, μέσα από το αιχμηρό της χιούμορ, έστω και αν ήταν σε απ’ ευθείας μετάδοση. Δεν συμπαθούσε τη δημοσιότητα και με κάθε ευκαιρία το έδειχνε…

Με πατέρα φιλόμουσο και καλλιεργημένο γιατρό, η Αρλέτα υπήρξε αγαπητή στους φίλους/ες της. Της άρεσαν οι παρέες και τα φιλολογικά ξενύχτια τής εποχής. Συμμετείχε σε συζητήσεις και της άρεσε να φιλοσοφεί με τον δικό της ιδιαίτερο τρόπο, που μερικές φορές εκνεύριζε τους συνομιλητές της επειδή ξέχναγε να σταματήσει… Πάντα αγκαλιά με τα γατιά και τον σκύλο της, ήταν γνωστή ψυχούλα των απροστάτευτων ζώων και είχε το δικό της «δίκτυο» φιλόζωων. Γνώριζε σε απόλυτο βαθμό λεπτομέρειες τής ψυχολογίας των γάτων και συνεχώς καταγινόταν με αυτά τα επτάψυχα, με μητρική προστασία. Βεβαίως, οι αναφορές της σ’ αυτά ζωάκια έφτασαν και μέσα στη στιχουργική θεματολογία των τραγουδιών της.

Το 1977 δισκογραφώ το «Παιδί τής γης», πάνω σε ποιήματα τού Μάνου Χατζιδάκι από τη «Μυθολογία» του, τα οποία είχα μελοποιήσει κατά τη διαμονή μου στην Ιταλία. Η παρέμβαση του Αλέξανδρου Πατσιφά, για να πραγματοποιηθεί αυτή η παραγωγή ήταν αποφασιστικός παράγων. Ήταν αυτονόητο πως είχα στα αυτιά μου τη φωνή της και της έκανα αμέσως την πρόταση, για να ερμηνεύσουν τα τραγούδια μαζί με τον αγαπητό μας Ηλία Λιούγκο. Στρωθήκαμε στη δουλειά. Της έδωσα να μάθει τις μελωδίες, τα κείμενα και της είπα πως θα είναι και ο ίδιος ο Μάνος στο studio, για να ακούσει την ατμόσφαιρα των τραγουδιών. Ένιωσε σαν το μαθητούδι που θα το εξέταζε ο Γενικός Επιθεωρητής Εκπαίδευσης… Αγαπούσε βαθύτατα τον Χατζιδάκι και τα τραγούδια με ιστορία και παράδοση. Κατάφερε, εντέλει, να διαθέτει στο δισκογραφικό της ρεπερτόριο ό,τι τραγούδι τη συγκινούσε από το παρελθόν των πατεράδων και των παππούδων της. Εκτός από τα τραγούδια τού Νέου Κύματος, ερμήνευσε δικά της τραγούδια καθώς και Θεοδωράκη-Χατζιδάκι, Κραουνάκη, Γιαννίδη, Αττίκ, παλαιά ρεμπέτικα, καντάδες και άλλα. Όλα με τη δική της ερμηνευτική σφραγίδα, αφήνοντας για μας κάποιες σκέψεις για συζητήσεις…

Ήταν ένας καθ’ όλα «δικός μας» άνθρωπος και χαιρόμασταν την παρέα της στις δεκαετίες ‘60, ’70, ’80, ‘90. Έκτοτε η καθημερινότητα μάς εγκλώβισε. Η παρέα άλλαξε πρόσωπα. Γίναμε γονείς, παππούδες, άλλαξε ο προσανατολισμός τής παρέας, και τα τελευταία χρόνια η εύθραυστη υγεία της την «υποχρέωνε» να μπαινοβγαίνει σε νοσοκομεία και να συναναστρέφεται γιατρούς. Απομονώθηκε, ωστόσο, είχε και το πείσμα να παρουσιάζεται ενίοτε στον κόσμο και να τραγουδάει, με συνεργάτη τον στενό της φίλο Λάκη Παπαδόπουλο. Η φωνή της αναλλοίωτη. Η σκηνική και σωματική της δυσκολία δεν στάθηκε εμπόδιο για το κοινό της, που την ακολουθούσε όπου και αν εμφανιζόταν. Είχε ήδη γίνει «σημείο αναφοράς» και σύμβολο μιας εποχής. Ο λυρισμός, η χαμηλόφωνη ερμηνεία και η ποιητική ατμόσφαιρα, ήταν το σήμα της. Με αυτά πορεύτηκε, πενηνταένα (51) χρόνια, παρόλη την κραυγαλέα και θορυβώδη εποχή τής παγκόσμιας ροκ υστερίας…

Δεν στάθηκε όμως τυχερή. Η συσσωρευμένη πνευματική ενέργεια που είχε μέσα του αυτό το δυσκίνητο σώμα, δεν κατάφερε να εμποδίσει τις εγκεφαλικές επιπλοκές που την καταταλαιπώρησαν στο τελευταίο κομμάτι τής ζωής της. Νιώθω τυχερός που την συνάντησα στη διαδρομή μου. Με τον τρόπο της μου έδειξε μερικά κρυφά σημεία τής ζωής, που μου στάθηκαν ιδιαίτερα χρήσιμα.
Θα την τοποθετήσω σαν μια ξεχωριστή σελίδα στο ελληνικό τραγούδι, που, όμοιά της δεν γνωρίζω. Η φωνητική-ηχητική της ιδιαιτερότητα έμεινε ανέγγιχτη από ομοιότητες και προσπάθειες αντιγραφής.

Τι να πούμε με αυτή την αποχώρηση; «Τέλος εποχής»; Όχι. Θα πούμε και πάλι πως «η ζωή συνεχίζεται» Σε μια χώρα, όπου η κουλτούρα τού τραγουδιού είναι πολύ ισχυρός παράγοντας, η ποικιλία των φωνών δεν θα πάψει ποτέ να υπάρχει και να προκαλεί τις αισθήσεις τής Μεσόγειας ανθρωπογεωγραφίας μας. Θυμηθείτε: Κ. Χωματά, Γ. Ζωγράφος, Λ. Παππάς, Α. Γεωργίου, Αρλέτα, αποχώρησαν. Οι δημιουργοί-συνθέτες τής αντίστοιχης περιόδου παραμένουν. Οι απουσίες τών Χατζιδάκι, Λοΐζου, Λάγιου, Κουγιουμτζή, Κηλαηδόνη, Τόκα, ηχούν ακόμα δυνατά… Ωστόσο, οι προσωπικότητες που φεύγουν θα μας απασχολούν, μέσα από το έργο τους συνεχώς και θα σημειώνουμε τα κενά που θα ανοίγουν στο πέρασμα του χρόνου
Νότης Μαυρουδής
Αύγουστος 2017
Επιλογή οπτικοακουστικού υλικού: Κώστας Γρηγορέας

 

Interview with Kostas Grigoreas @MovingClassics.tv – Germany

Kostas Grigoreas talks about his «soloist-composer» nature, how to be open to new ideas and how to use music tools to experiment with everything, without hesitation.

What does music mean to you personally?

It is difficult to answer. Music has been part of my life as long as I remember myself.

Do you agree that music is all about fantasy?

I agree, but I think that fantasy cannot function without reality. Combining both in a composition or performance, gives the essential contrast that leads to musical excitement.

If you were not a professional musician, what would you have been?

Probably an engineer, related to electronics. I love everything that is related with technology and I feel happy that I can use it to create, perform, record and promote music. On the other hand, if I was not musically talented, I would probably be happy as a recording engineer.

The classical music audience is getting old, are you worried about your future?

The music audience generally, is getting old. I think that most of the stuff that young people „consume“ now is far from what I should consider as music. I would call that stuff „entertaining audio products“ and I am OK with that. They are nice if you want to dance or (just) mention the problems of your life, but no, for me they are not the art of music. All these products are far, not only from classical music, but also from all other honest artistic music genres, like Traditional, Jazz, quality Rock and Folk, etc. The audience diminishes in every real music genre. It is sad, but it will pass…

What do you envision the role of classical music to be in the 21st century? Do you see that there is a transformation of this role?

Of course there is a transformation. The classical music performer is not anymore in his room practicing countless hours for the „one concert“. The classical composer is not anymore creating music „to be discovered“ some years later. Music technology and use of the internet has given new tools for everyday creation and performance. Reaching your audience is a completely different process, in comparison to the (even near) past.

When I say that classical music is searching for new ways or that classical music is getting a new face, what would come to your mind?

Classical musicians were never isolated. Absorbing ideas and feelings from other cultures and music genres was always an inspiration for all really talented artists. However, music from all over the world is now at our fingertips (and ears) all day long. It is normal that classical music should become more and more „open“. For me, that is a blessing. I can perform or create music as I want it, no obligation to be „tonal“ or „atonal“ or „serial“, etc. My artistic palette may include everything, without any guilt!

Do you think we musicians can do something to attract the young generation to the classical music concerts? How will you proceed?

I think that being honest and simple is enough. Young people don’t like the snobbish attitude in art. Of course, mixing sound with video, acting, dance, etc. can help to expand our audience. I like every creative collaboration of the arts. But I also like the simplicity of „just music“. To close your eyes and immerse yourself in music.

Tell us about your creative process. Do you have your favorite piece (written by you). How did you start working on it?

It i not easy to answer. I have been a guitar soloist for all my life and I cannot „escape“ from that attitude. Quite a lot of my guitar works were created to be performed by myself. However, some of them proved to be more suited to my performer’s personality and they have become „mine“, and maybe I love them more, as I enjoy them through performance. Some were suited to others, and they „went away“. Generally speaking, I see my music from a distance. Maybe it is normal, as I am a composer that needs motivation to make music. Most of the time, that motivation is the admiration for others, musicians or groups that finally perform them.

We, Moving Classics TV, love the combination of classical music with different disciplines: music and painting, music and cinematography, music and digital art, music and poetry. What do you think about these combinations?

We are musicians, but mainly we are artists. Collaboration with other arts is an obligation and a great motive for creation and artistic pleasure.

Can you give some advice to young people who want to discover classical music for themselves?

To listen as much as they can to the work of the great masters of our art, composers, performers, maestros. To be open to new ideas and (if they are technically educated) to use their music tools to experiment with everything, without hesitation. Classical music in the 21st century is the only music that really has no borders. Think about it. You are free to create or be in any style you want. You can even create your own unique style, no need to be labeled as experimental, traditional, jazz, rock, etc.

Now it is common practice in the media to say that classical music is getting into the consumption business, do you agree? We are speaking about the supply and demand rules and how to sell your “product”, in your case your compositions. How do you see it?

You cannot create honest art following the market rules. Innovation can rarely become profitable. Fake innovation yes, all media are full of clichéd audio products labeled as „brand new“. Of course, a work of art can become mainstream and profitable when it matures. Nevertheless, I believe that an artist must be free from market rules. That is why I think it is necessary for all kinds of fine art to be financially supported, preferably by the state.

What projects are coming up? Do you experiment in your projects?

I recently completed a recording project, a collection of guitar works by myself and other composers of the 20th & 21st centuries. Its title is „Kostas Grigoreas: Recording Guitarist”, and you can listen on youtube:

or buy at https://www.cdbaby.com/cd/kostasgrigoreas4

I am now recording some solo works, including my favorite guitar composition by Benjamin Britten „Nocturnal after John Dowland, op.70“. I am also preparing a collection of works by me, performed by various small instrumental groups.
To conclude, I should mention that I like to make music for solo instruments or for small groups where each instrument „plays a role“. Probably, my soloist-composer nature leads me to that.

Source: http://movingclassics.tv/fantasy-notes-interview-with-greek-composer-kostas-grigoreas/