Για το βιβλίο του Αλέξη Βάκη «Ένα παλιό πικάπ Dual με το ηχείο για καπάκι» 

(Ομιλία του Κώστα Γρηγορέα, που έγινε στην παρουσίαση του βιβλίου στις 12/6/2019 στο Polis Art Café, Αθήνα)

Είχα ένα δίλλημα για σήμερα: Να αυτοσχεδιάσω, η να φτιάξω «παρτιτούρα» ώστε να μιλήσω για το ωραιότατο βιβλίο του φίλου μου του Αλέξη;
Διαβάζοντας το, συνεχώς άλλαζα γνώμη. Από τη μια, η αμεσότητα του λόγου του με έκανε να φοβάμαι ότι ίσως «η παρτιτούρα» δεν θα ταιριάξει σε μια τέτοια, σαν σε παρέα, παρουσίαση. Από την άλλη όμως, η σοβαρότητα και η προσεκτική τεκμηρίωση των γεγονότων και των απόψεων που ακολουθεί πάντα, με έσπρωχνε στην αντίθετη κατεύθυνση.
Το δίλλημα μου το έλυσε ο ίδιος ο Αλέξης προς το τέλος του βιβλίου του, όπου αναφέρει: «Ο αυτοσχεδιασμός δεν είναι γενικά η θεότητα μου στη μουσική». Να λοιπόν κι ένα ακόμη θέμα στο οποίο ταυτίζομαι μαζί του, ανάμεσα στα πάμπολλα του βιβλίου. Όπως δηλώνει, ναι μεν στην αμεσότητα της ραδιοφωνικής εκπομπής προτιμάει κάποιες φορές τον αυτοσχεδιασμό, όμως στο «έργο» προτιμά την οργανωμένη προετοιμασία. Σαν τον Αλέξη λοιπόν κι εγώ, όταν συνοδεύω με την κιθάρα μου σε τραγούδι, «άμεσα» αυτοσχεδιάζω. Όμως δεν είναι αυτή η θεότητα μου όταν πρέπει να… σολάρω! Όπως δηλαδή έχω σκοπό να  κάνω τώρα, σχετικά με το «έργο» του Βάκη.

Από παρτιτούρα λοιπόν! Καθότι αυτό μάλλον ενώνει ως νοοτροπία εμένα και τον Αλέξη ως μουσικούς και συνθέτες. Αμφότεροι πιστεύουμε ότι όσο πιο πολύ εκτιμάς και σέβεσαι κάτι, τόσο πιο έτοιμος και οργανωμένος θέλεις να είσαι στην παρουσίασή του. Έτσι συμβαίνει στη μουσική που μας αρέσει να φτιάχνουμε η να ακούμε, ακόμα κι όταν το μάρκετινγκ του χώρου στον οποίον κινείται κανείς επιβάλλει ενίοτε τα να παρουσιαστείς επί σκηνής και να υποδυθείς το ρόλο του μουσικού όπου επί τόπου και ως δια μαγείας «δέχεσαι την επιφοίτηση».

{Παρένθεση εδώ, με αφορμή ένα χαριτωμένο που διάβασα στο βιβλίο: Πλάκα-πλάκα εμάς της παρτιτούρας, μας υπερασπίζεται άθελά του κι ο πολύς Μάρκος Βαμβακάρης. Ο Μάρκος λοιπόν, πριν παρουσιάσει στο κοινό του ένα τραγούδι, αφού πρώτα το τελειοποιούσε στην κάθε μουσική του λεπτομέρεια, πρώτα το δοκίμαζε με έναν συνάδελφό του, ο οποίος το χόρευε. Με δυο λόγια ο Μάρκος να μεν δεν ήξερε από νότες για να γράψει την τελική μορφή του έργου του, ήξερε όμως από βήματα και τοιουτοτρόπως την κατέγραφε! Ώστε πανέτοιμος και κατασταλαγμένος να την παρουσιάσει στους, προφανώς απαιτητικότατους, μάγκες του φαν κλαμπ! Κι έξω από πλάκα, δεν υπάρχει σωστός μουσικός που να μην έχει διαμορφώσει τις σημειώσεις του πριν παρουσιάσει κάτι. Άλλος με νότες, άλλος με σκονάκια, άλλος με σχήματα, άλλος με βήματα…}

Οργανωμένος άριστα λοιπόν στο έργο του και ο Βάκης, γι’ αυτό κι ένα βιβλίο του με τον μάλλον ανάλαφρο και συναισθηματικό τίτλο «Ένα παλιό πικάπ Dual με το ηχείο για καπάκι», τελικά αποδεικνύεται να είναι ένα πολύ σοβαρότερο ανάγνωσμα-δοκίμιο για την ελληνική μουσική δημιουργία, απ’ ότι ο έξυπνα ελκυστικός τίτλος του προδιαθέτει, κάνοντας μια ωραιότατη αναδρομή στην ιστορία της δημοφιλέστερης ελληνικής φόρμας, αυτής του τραγουδιού. Είτε αυτό το είπαν ελαφρό είτε βαρύ, είτε το είπαν λαϊκό είτε έντεχνο. Το καλό ελληνικό τραγούδι, που όλα αυτά τα εμπεριέχει εκ κατασκευής, απλώς μετά μπήκαν τα ταμπελάκια ώστε να ξέρει ο έμπορος σε πιο ράφι να βάλει το κάθε δημιούργημα, ώστε να μπορέσεις εύκολα εσύ να το βρεις. Η έστω για να βρει, ο διαφημιστής, το έξυπνο κόλπο που θα σε κάνει οπαδό του και θα το προωθήσεις.
Το «παλιό πικάπ Dual με το ηχείο για καπάκι» του Βάκη, όπως θα διαπιστώσετε, παίζει όλα τα ελληνικά τραγούδια, ανελλιπώς! Και ναι μεν άνθρωποι είμαστε κι έχουμε τα γούστα μας, όμως ουδείς άξιος αδικείται από τον Αλέξη δια της μη αναφοράς. Υπάρχει η αντικειμενική παραδοχή της αξίας, όμως με τον (Βακικού τύπου) υποκειμενικό υπαινιγμό του στυλ «όμως εμένα δε με φτιάχνει» ως επιμύθιο.

Κι εγώ από ένα γκρι «παλιό πικάπ Dual με το ηχείο για καπάκι» ξεκίνησα. Τουλάχιστον αυτό ήταν το δικό μου, μιας και ο λάτρης της κλασικής (και του Θεοδωράκη ως αριστερός, βεβαίως-βεβαίως) πατέρας μου, είχε και το σούπερ-ντούπερ ραδιοπικάπ Grundig στο σαλόνι, όπου εκεί μάλιστα ακούγαμε και μπάσα! Και για μένα, αλλά και για τον Αλέξη, αυτό το ταπεινό μηχάνημα απεδείχθη μια από τις βασικές εμπνεύσεις ώστε να καταλήξουμε στο χώρο της μουσικής. Η διαφορά είναι ότι ενώ αυτός μάλλον το χρησιμοποίησε και για να αναλύει τις μουσικές που έπαιζε, εγώ προτίμησα να πάρω ένα κατσαβίδι και να αναλύσω το μηχανισμό, που τις έπαιζε, ώστε με διάφορες μετατροπές το ταπεινό ντουαλάκι να καταλήξει να παίζει με… στερεοφωνική κεφαλή στηριγμένη με πατέντα στο μπράτσο του, με σύνδεση για 2ο κανάλι στο ιστορικό telefunken ραδιόφωνο του παππού. Κι όπου τελικά «άλλα όργανα έπαιζαν στο ένα κανάλι και άλλα στο άλλο!» Οποία μαγεία!!!).
Όλα έδειχναν ότι τελικά ο Αλέξης θα διέπρεπε και ως μουσικός παραγωγός, ενώ εγώ θα διέπρεπα και ως… κομπιουτεράκιας και ηχολήπτης (και μάλιστα με ένα deck Dual CS-508 πικάπ συνδεδεμένο μέχρι και σήμερα στον υπολογιστή μου).

Το παλιό αυτό πικαπάκι μου λοιπόν, έπαιζε ακούραστο τα πάντα. Όπως και του Αλέξη. Και απ’ ότι φαίνεται, μας έσπρωχνε και τους δυο σε παράλληλες πορείες, με το ένα πόδι στο ροκ και το όποιο λαϊκό τραγούδι έφτανε τότε μέχρι εμάς και με το άλλο πόδι στους μεγάλους λόγιους συνθέτες. Τι ποιο φυσιολογικό λοιπόν, η κατάληξη να είναι η πόρτα του ωδείου. Ατενίζοντας μεν με δέος προς τα πάνω τα κλασικά αριστουργήματα, αλλά και ρίχνοντας αγαπησιάρικες ματιές δεξιά κι αριστερά σε οτιδήποτε έξυπνο, νόστιμο, αληθινό, γοητευτικό κυκλοφορούσε.
Οι ωδειακές σπουδές μας, αλλά και η εμπλοκή των δάσκαλων μας σε αυτό που ήταν σε πλήρη ανθοφορία εκείνα τα χρονιά, δηλαδή το ελληνικό τραγούδι, μας έφερε σιγά-σιγά και τους δυο στα στούντιο και στις συναυλίες, μάλιστα πολλές φορές με τα μέχρι πρότινος είδωλά μας ως συνεργάτες! Μα τι ευτυχία.

Εδώ λοιπόν αρχίζει αυτό που θα έλεγα «ταύτισή, μέσα από τις σελίδες ενός βιβλίου». Μπορώ να σας υπογράψω υπεύθυνη δήλωση ότι ο Βάκης, ως συνάδελφος μουσικός και ως παραγωγός, τα λέει έτσι όπως έγιναν, τουλάχιστον όσα είχα την τύχη να έχω άμεση αντίληψη. Άρα θα έλεγα ότι «ο δειγματοληπτικός έλεγχος είναι επιτυχής» και στον τομέα της αξιοπιστίας ο Βάκης παίρνει άριστα, οπότε διαβάστε το βιβλίο του και μετά άφοβα τσακωθείτε στις παρέες σας με αέρα ειδήμονα!


Το πάνελ των ομιλητών (από αριστερά): Κώστας Γρηγορέας, Αλέξης Βάκης, Πέτρος Κακολύρης, Νίκος Σβέρκος, Νίκος Ι. Ξυδάκης.

Διαβάστε αξιόπιστες ιστορίες για τους παλιούς και τους νεότερους δημιουργούς, μουσικούς, τραγουδιστές και παραγωγούς.
Διαβάστε για τα πάθη και τα μίση τους, για τα δήθεν διαχωριστικά τους, αλλά και για τα αληθινά διαχωριστικά τους.
Διαβάστε για τη αγιοποίηση κάποιων μετρίων και τη δαιμονοποίηση κάποιων ικανών. Διαβάστε για τη χαμένη τιμή του επαγγελματία μουσικού που, δυστυχώς, για τον μέσο Έλληνα όσο πιο χομπίστας και λιγότερο εξαρτώμενος οικονομικά από τα έργα του είναι, τόσο πιο «αγνός, ιδεολόγος και μάγκας» φαντάζει (ή μάλλον έτσι τον εξαπάτησαν να πιστεύει).
Διαβάστε για τους κονδυλοφόρους και τους εμπόρους που έστησαν και στήνουν καλλιτεχνικά παραμύθια. Καλά και κακά, έως κάκιστα.
Διαβάστε για το «αναφαίρετο δημοκρατικό δικαίωμα του λαού να παίρνει τζάμπα τη μουσική», έχοντα προφανώς ως δεδομένο ότι κάποιος «Νιάρχος», είτε ως πρόσωπο είτε ως ίδρυμα, πρέπει να πληρώσει ώστε αυτή να δημιουργηθεί.
Διαβάστε για την, κάποτε, παντοκρατορία του δισκογραφικού παραγωγού που καθόριζε το τι θα περάσει στο κοινό. Που όμως συνήθως ήταν τότε ικανός και καταρτισμένος. Και βάλτε τη διπλά στην παντοκρατορία του σημερινού, τηλεοπτικής μόρφωσης, “παραγωγού playlist” των mainstream ραδιοφώνων, που επιβάλουν ακούσματα που, στην καλύτερη των περιπτώσεων, το ένα είναι μια απλή κόπια του άλλου.

Και τέλος, διαβάστε συνοπτικά, ‘όμως εξαιρετικά εύστοχα, πορτραίτα δημιουργών και ερμηνευτών που μας καθόρισαν με το έργο τους αλλά και με την δημόσια ζωή τους. Θα σας λυθούν πολλές απορίες όπως, για παράδειγμα, γιατί ο δεξιός Χατζιδάκις υπήρξε στην πράξη μακράν αριστερότερος κάποιων δηλωμένων αριστερών και γιατί ο μέγας Δάσκαλος Τσιτσάνης είχε την ικανότητα (αλλά και την κατάρτιση) για να συγκεράσει με τον πιο κομψό και άμεσο τρόπο όλες τις μουσικές αυτού του τόπου, που κατοχυρώθηκε κατά τη διάρκεια του προηγούμενου αιώνα ως «ελλαδικός».

Και τέλος, αν και ίσως ακουστεί λίγο υποτιμητικό για ένα γραπτό έργο (σας διαβεβαιώνω ότι μόνο ως υποτιμητικό δεν το εννοώ) το βιβλίο του Αλέξη Βάκη έχω την αίσθηση ότι κυκλοφόρησε στην κατάλληλη εποχή του χρόνου. Είναι ένα ιδανικό καλοκαιρινό ανάγνωσμα για όσους αγαπούν (ή αγαπούσαν) αυτόν τον καλλιτεχνικό χώρο που έχουμε συνηθίσει να αποκαλούμε ποιοτικό ελληνικό τραγούδι, αλλά και για όσους αγαπούν την ελληνική έντεχνη μουσική γενικότερα.
Όμως προσοχή! Πριν το πάρετε μαζί σας στο βουνό η στη θάλασσα, φροντίστε οπωσδήποτε και για το soundtrack! Πάρτε μαζί σας ελληνικά τραγούδια που αγαπάτε. Φτιάξτε cd, playlist, ή ό,τι άλλο σας βολεύει. Θα έλεγα μάλιστα να ρίξετε και μια ματιά στα περιεχόμενα του βιβλίου για να πάρετε ιδέες.
Σας διαβεβαιώνω ότι θα περάσετε ένα καλοκαίρι που θα ξαναγαπήσετε ό,τι ήδη αγαπάτε. Μάλιστα, με τις πληροφορίες που με γλαφυρό και καθαρό λόγο εκθέτει ο Αλέξης Βάκης, έχετε πολλές πιθανότητες να τα αγαπήσετε και ακόμα περισσότερο.


Ο ΜΥΣΤΙΚΟΣ ΚΗΠΟΣ ΤΗΣ ΑΡΛΕΤΑΣ (Του Νότη Μαυρουδή)

Είναι ό,τι πιο δύσκολο, συναισθηματικά, να γράψω για τον θάνατο ενός γνώριμου προσώπου, με το οποίο βίωσα καλλιτεχνική δράση και φιλική σχέση, για ένα μεγάλο κομμάτι τής κοινής ζωής μας. Με την Αρλέτα γνωρίστηκα από το ξεκίνημα της τραγουδιστικής διαδρομής της το 1966, όταν η ατομικότητά της «έσπασε» τα όρια τής ιδιωτικής της σφαίρας και πέρασε σε εκείνη τής δημοσιότητας.
Δεν είναι εύκολη μια τέτοια μετάβαση, ιδιαίτερα σε χαρακτήρες όπως εκείνον τής Αρλέτας. Έναν χαρακτήρα που δύσκολα τον περιόριζες ή τον ανάγκαζες να συμπεριφερθεί κατά τα ειωθότα και να παραβεί τις δικές της ιδιαιτερότητες, την ελευθερία (όπως η ίδια την αντιλαμβανόταν), τα ατομικά δικαιώματα, τις πνευματικές επιλογές και τις συμπεριφορές κάθε φορά που επρόκειτο να έρθει σε επαφή με έναν διαφορετικό κόσμο…
Εκεί, ιδιαίτερα στο τελευταίο σημείο, η φίλη μας, έπρεπε να κάνει μεγάλο αγώνα. Τα «ειωθότα» τού κόσμου δεν μπορούσαν να καλύψουν το πνεύμα ανεξαρτησίας της και να την κάνουν να… συμφιλιωθεί με έναν κόσμο που την άκουγε μέσα στους μικρούς και άβολους χώρους των μπουάτ τής Πλάκας. Όλα αυτά στις περιόδους, χοντρικά από το 1966 έως το 1970, που ο κύκλος «μπουάτ» και «Νέο Κύμα» αρχίζει να ολοκληρώνει την λειτουργία του, λόγω των εμποδίων τής αστυνόμευσης και της λογοκρισίας τής Χούντας.

Χρειάστηκε να της κάνω κάποια μαθήματα κιθάρας για να της τοποθετήσω τα δάχτυλα, ώστε να παίζει με μεγαλύτερη ευκολία. Ίσως δεν είχε συνειδητοποιήσει πως η συγκεκριμένη προσπάθεια ήθελε δουλειά, μελέτη, υπομονή, χρόνο. Δεν διέθετε όμως αυτά τα απαραίτητα στο δυναμικό της. Τη… νίκησε ο πρακτικός τρόπος παιξίματος της κιθάρας. Ωστόσο, αγαπούσε τον ήχο της και γνώριζε πολύ καλά πως με τον ήχο μιας κιθάρας θα πορευτεί και θα σχηματίσει το δικό της σήμα κατατεθέν. Γι’ αυτό και κάποιοι την παρομοίωσαν με την Joan Baez…
Σε σημείωμά της, ζήτησε να φύγει για τον άλλο κόσμο παρέα με την πρώτη κιθάρα της, επιθυμία, ομολογώ, πολύ συγκινητική…
Κάναμε δισκογραφία με δικά μου τραγούδια, καθώς και άλλων συνθετών (Σπανού, Κοντογιώργου, Χουλιαρά), με τους πρώτους δίσκους της. Ξαφνικά τα ραδιόφωνα της εποχής (κυρίως το Πρώτο και Δεύτερο πρόγραμμα τής τότε μονοπωλιακής κρατικής Ραδιοφωνίας) γέμισαν τις μεταδόσεις τους με τα τραγούδια αυτής τής μυστηριώδους φωνητικής προσωπικότητας. Αυτή την δημοσιότητα την βίωνε με δυσκολία και πολλές φορές ερχόταν σε σύγκρουση με το κοινό της, ή σε συνεντεύξεις με δημοσιογράφους, μέσα από το αιχμηρό της χιούμορ, έστω και αν ήταν σε απ’ ευθείας μετάδοση. Δεν συμπαθούσε τη δημοσιότητα και με κάθε ευκαιρία το έδειχνε…

Με πατέρα φιλόμουσο και καλλιεργημένο γιατρό, η Αρλέτα υπήρξε αγαπητή στους φίλους/ες της. Της άρεσαν οι παρέες και τα φιλολογικά ξενύχτια τής εποχής. Συμμετείχε σε συζητήσεις και της άρεσε να φιλοσοφεί με τον δικό της ιδιαίτερο τρόπο, που μερικές φορές εκνεύριζε τους συνομιλητές της επειδή ξέχναγε να σταματήσει… Πάντα αγκαλιά με τα γατιά και τον σκύλο της, ήταν γνωστή ψυχούλα των απροστάτευτων ζώων και είχε το δικό της «δίκτυο» φιλόζωων. Γνώριζε σε απόλυτο βαθμό λεπτομέρειες τής ψυχολογίας των γάτων και συνεχώς καταγινόταν με αυτά τα επτάψυχα, με μητρική προστασία. Βεβαίως, οι αναφορές της σ’ αυτά ζωάκια έφτασαν και μέσα στη στιχουργική θεματολογία των τραγουδιών της.

Το 1977 δισκογραφώ το «Παιδί τής γης», πάνω σε ποιήματα τού Μάνου Χατζιδάκι από τη «Μυθολογία» του, τα οποία είχα μελοποιήσει κατά τη διαμονή μου στην Ιταλία. Η παρέμβαση του Αλέξανδρου Πατσιφά, για να πραγματοποιηθεί αυτή η παραγωγή ήταν αποφασιστικός παράγων. Ήταν αυτονόητο πως είχα στα αυτιά μου τη φωνή της και της έκανα αμέσως την πρόταση, για να ερμηνεύσουν τα τραγούδια μαζί με τον αγαπητό μας Ηλία Λιούγκο. Στρωθήκαμε στη δουλειά. Της έδωσα να μάθει τις μελωδίες, τα κείμενα και της είπα πως θα είναι και ο ίδιος ο Μάνος στο studio, για να ακούσει την ατμόσφαιρα των τραγουδιών. Ένιωσε σαν το μαθητούδι που θα το εξέταζε ο Γενικός Επιθεωρητής Εκπαίδευσης… Αγαπούσε βαθύτατα τον Χατζιδάκι και τα τραγούδια με ιστορία και παράδοση. Κατάφερε, εντέλει, να διαθέτει στο δισκογραφικό της ρεπερτόριο ό,τι τραγούδι τη συγκινούσε από το παρελθόν των πατεράδων και των παππούδων της. Εκτός από τα τραγούδια τού Νέου Κύματος, ερμήνευσε δικά της τραγούδια καθώς και Θεοδωράκη-Χατζιδάκι, Κραουνάκη, Γιαννίδη, Αττίκ, παλαιά ρεμπέτικα, καντάδες και άλλα. Όλα με τη δική της ερμηνευτική σφραγίδα, αφήνοντας για μας κάποιες σκέψεις για συζητήσεις…

Ήταν ένας καθ’ όλα «δικός μας» άνθρωπος και χαιρόμασταν την παρέα της στις δεκαετίες ‘60, ’70, ’80, ‘90. Έκτοτε η καθημερινότητα μάς εγκλώβισε. Η παρέα άλλαξε πρόσωπα. Γίναμε γονείς, παππούδες, άλλαξε ο προσανατολισμός τής παρέας, και τα τελευταία χρόνια η εύθραυστη υγεία της την «υποχρέωνε» να μπαινοβγαίνει σε νοσοκομεία και να συναναστρέφεται γιατρούς. Απομονώθηκε, ωστόσο, είχε και το πείσμα να παρουσιάζεται ενίοτε στον κόσμο και να τραγουδάει, με συνεργάτη τον στενό της φίλο Λάκη Παπαδόπουλο. Η φωνή της αναλλοίωτη. Η σκηνική και σωματική της δυσκολία δεν στάθηκε εμπόδιο για το κοινό της, που την ακολουθούσε όπου και αν εμφανιζόταν. Είχε ήδη γίνει «σημείο αναφοράς» και σύμβολο μιας εποχής. Ο λυρισμός, η χαμηλόφωνη ερμηνεία και η ποιητική ατμόσφαιρα, ήταν το σήμα της. Με αυτά πορεύτηκε, πενηνταένα (51) χρόνια, παρόλη την κραυγαλέα και θορυβώδη εποχή τής παγκόσμιας ροκ υστερίας…

Δεν στάθηκε όμως τυχερή. Η συσσωρευμένη πνευματική ενέργεια που είχε μέσα του αυτό το δυσκίνητο σώμα, δεν κατάφερε να εμποδίσει τις εγκεφαλικές επιπλοκές που την καταταλαιπώρησαν στο τελευταίο κομμάτι τής ζωής της. Νιώθω τυχερός που την συνάντησα στη διαδρομή μου. Με τον τρόπο της μου έδειξε μερικά κρυφά σημεία τής ζωής, που μου στάθηκαν ιδιαίτερα χρήσιμα.
Θα την τοποθετήσω σαν μια ξεχωριστή σελίδα στο ελληνικό τραγούδι, που, όμοιά της δεν γνωρίζω. Η φωνητική-ηχητική της ιδιαιτερότητα έμεινε ανέγγιχτη από ομοιότητες και προσπάθειες αντιγραφής.

Τι να πούμε με αυτή την αποχώρηση; «Τέλος εποχής»; Όχι. Θα πούμε και πάλι πως «η ζωή συνεχίζεται» Σε μια χώρα, όπου η κουλτούρα τού τραγουδιού είναι πολύ ισχυρός παράγοντας, η ποικιλία των φωνών δεν θα πάψει ποτέ να υπάρχει και να προκαλεί τις αισθήσεις τής Μεσόγειας ανθρωπογεωγραφίας μας. Θυμηθείτε: Κ. Χωματά, Γ. Ζωγράφος, Λ. Παππάς, Α. Γεωργίου, Αρλέτα, αποχώρησαν. Οι δημιουργοί-συνθέτες τής αντίστοιχης περιόδου παραμένουν. Οι απουσίες τών Χατζιδάκι, Λοΐζου, Λάγιου, Κουγιουμτζή, Κηλαηδόνη, Τόκα, ηχούν ακόμα δυνατά… Ωστόσο, οι προσωπικότητες που φεύγουν θα μας απασχολούν, μέσα από το έργο τους συνεχώς και θα σημειώνουμε τα κενά που θα ανοίγουν στο πέρασμα του χρόνου
Νότης Μαυρουδής
Αύγουστος 2017
Επιλογή οπτικοακουστικού υλικού: Κώστας Γρηγορέας