Tag Archives: κλασικη κιθαρα

Κυριάκος Τζωρτζινάκης: Ανήσυχος, δυναμικός, εκρηκτικός, ευαίσθητος (Του Ιλάν Σολομών)

ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΤΖΩΡΤΖΙΝΑΚΗΣ (Αθήνα, 1950 – Αθήνα, 22 Οκτωβρίου 1989)
TZORTZINAKIS-(twin_machine)

Ο Κυριάκος Τζωρτζινάκης έζησε λίγο (1950 – 22 Οκτωβρίου 1989), προσέφερε όμως πολλά στην κιθάρα και τη σύγχρονη ελληνική μουσική.

Είχα την τύχη να τον έχω συμμαθητή στο 39ο Δημοτικό Σχολείο κάπου εκεί στο τέρμα της οδού Πατησίων. Ήταν ο «άλλος» συνδιεκδικητής των δεκαριών (με ή χωρίς τόνο) των δασκάλων μας, αλλά όταν τα έβρισκα μπαστούνια αναζητούσα τα «φώτα του» πηγαίνοντας στο σπίτι του, κοντά στην Αχαρνών, με το ποδήλατο.

Είχα όμως κι εγώ την ατυχία να τον χάσω πολύ νωρίς. Αρχικά για τις σπουδές του και αργότερα, αδόκητα, για πάντα. Ίσως και γι’ αυτό να μην είμαι ο πιο αντικειμενικός άνθρωπος για την παρουσίαση του έργου του.

Στο Κόκκινο

Μόνο κάποια λίγα λόγια μπόρεσα να πω, κάποιες μόνο μνήμες μου. Όλα τα άλλα τα είπε -διαλέγοντας και τη μουσική- ο σπουδαίος ερμηνευτής των έργων του για κιθάρα και επιστήθιος φίλος του Κώστας Γρηγορέας, με τον οποίο τιμήσαμε τη μνήμη του στους 105,5 προχθές, βράδυ της 30ής παραμονής της οδυνηρά εσπευσμένης «αναχώρησής» του από τα εγκόσμια.


Tζωρτζινάκης – Γρηγορέας: Συμμαθητές στη σχολή του Δημήτρη Φάμπα (1975)

Ο Κυριάκος Τζωρτζινάκης έζησε λίγο (1950 – 22 Οκτωβρίου 1989), προσέφερε όμως πολλά στην κιθάρα και τη σύγχρονη ελληνική μουσική. Η εύρωστη πολυεπίπεδη δημιουργία του, έργα συμφωνικά, μουσικής δωματίου, για σόλο όργανο, για κιθάρα ή κιθάρες, συντέθηκε ανάμεσα στο 1975 και το 1978 αρχικά και στα τελευταία χρόνια της ζωής του, ανάμεσα στο 1986 και το 1989. «Τα τελευταία χρόνια της ζωής του, σαν να ήξερε ότι ‘η άμμος της κλεψύδρας του λιγόστευε’, συνέθετε αδιάκοπα, με ένα πρωτόγνωρο πάθος. Γιατί έτσι, ‘Χωρίς Όρια’, έζησε και δημιούργησε ο αξέχαστος στους όπου γης κιθαριστές Κυριάκος. Θα μας τον θυμίζει εσαεί η μουσική του» έγραφε γι’ αυτόν ο στενός του φίλος, ο έξοχος μουσικοκριτικός και άνθρωπος της μουσικής κ. Γιώργος Μονεμβασίτης.

Ο Κυριάκος υπήρξε ένας από τους πιο σημαντικούς συνθέτες έργων για κιθάρα στην Ελλάδα. Γεννημένος στην Αθήνα, πήρε το δίπλωμά του από το Εθνικό Ωδείο με τον Δημήτρη Φάμπα, ενώ παράλληλα σπούδαζε Αρχιτεκτονική στη Φλωρεντία. Το συνθετικό του ταλέντο επισημάνθηκε νωρίς από προσωπικότητες όπως ο Μάνος Χατζιδάκις, ο οποίος μάλιστα το 1976 σε ιδιόχειρο σημείωμα εγκωμίαζε την «έμπνευση και το πηγαίο ταλέντο» του νεαρού Κυριάκου: «Οι ‘Δώδεκα Σπουδές’ για κιθάρα του Κυριάκου Τζωρτζινάκη είναι μια πολύ ευχάριστη μουσική έκπληξη και μια προσφορά στην περιοχή της εκπαιδευτικής μουσικής, με ανυπολόγιστη αξία για τον τόπο μας. Παρ’ όλη τη νεότητά του, ο Τζωρτζινάκης, με προσοχή και με σοφή διαδοχή των κομματιών, αρχίζει τον μαθητή μεσ’ απ’ την παραδοσιακή ηχητική του οργάνου στις σπουδές 1 και 2, τον προχωρεί με φρόνηση σε πιο αρμονικές γραφές με τις σπουδές 3, 4 και 5, τον περνάει μεσ’ απ’ τις δύσκολες τεχνικά σπουδές 7 και 8, για να τον φέρει σε μια πιο σύγχρονη ηχητική με τις σπουδές 9,10 και 11 -τις πιο αξιόλογες της σειράς- και να τελειώσει με τη 12η σε μια αποθέωση της παραδοσιακής ηχητικής, πλουτισμένης μ’ όλες τις δεξιοτεχνικές εμπειρίες των σπουδών που προηγήθηκαν. Συγχαίρω τον Τζωρτζινάκη για ολόκληρη την εργασία του, όμως ακόμα περισσότερο για τους ευγενικούς στόχους που γνωρίζει να τους πραγματοποιεί μ’ έμπνευση και πηγαίο ταλέντο» – Μάνος Χατζιδάκις, Οκτώβριος 1976.


Ένα Τραγούδι για Όλους – Duo Επίγονος (Σπύρος Παπικινός – Άγγελος Νικολόπουλος)

«Γράφω μουσική για να παίζεται»

Στο σύντομο διάστημα της φυσικής ζωής του, ο Κυριάκος Τζωρτζινάκης πρόλαβε να γράψει αρκετά έργα για μία και δύο κιθάρες, για φλάουτο και κιθάρα, για πιάνο κ.λπ. καθώς και ένα κονσέρτο για κιθάρα και ορχήστρα. Ταλαντούχος συνθέτης με φαντασία, ευρήματα και γούστο αλλά και με άριστη γνώση της κιθάρας, κάτι που του επέτρεπε να αξιοποιεί όλες τις ιδιαιτερότητες και τα χαρίσματα του οργάνου. Το γράψιμό του επηρεαζόταν αφάνταστα απ’ όσα συνέβαιναν γύρω του. Γι’ αυτό και είχε μέρες που έγραφε ακατάπαυστα, αλλά και μεγάλα διαστήματα αδράνειας.


Εξώφυλλο δίσκου με έργα του Τζωρτζινάκη για δύο κιθάρες

Παρορμητικός, ανήσυχος, ανικανοποίητος και βιαστικός στα έργα και στη ζωή, άφησε πίσω του ένα δυσαναπλήρωτο κενό. Ο δυναμικός, εκρηκτικός και ταυτόχρονα ευαίσθητος χαρακτήρας του αντικατοπτρίζεται απόλυτα μέσα στο έργο του. Ανυπόμονη φύση καθώς ήταν, αρνιόταν να γράφει μουσική για να μένει στα αζήτητα. «Δεν μ’ ενδιαφέρει να γράφω μουσική για να μένει στο συρτάρι, αλλά για να παίζεται» έλεγε. Ακόμα όσοι τον γνώρισαν από κοντά αναπολούν τον πληθωρικό σε ενέργεια μουσικό και φίλο με το σπάνιο χιούμορ.

Το εξώφυλλο της (εμπλουτισμένης) επανέκδοσης του δίσκου «Ο Γρηγορέας παίζει Τζωρτζινάκη» (2007), ο οποίος εξακολουθεί να είναι σε κυκλοφορία

«Βλέπω την ανταπόκριση που υπάρχει τόσα χρόνια μετά, βλέπω ότι υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι δεν γνωρίζουν πότε έζησε αυτός, δεν γνωρίζουν αν αυτός πέθανε νωρίς ή ποιος ήταν. Και βλέπω ότι δέχονται τη μουσική του σαν σημερινή. Δεν τη δέχονται σαν μια μουσική που ήταν κομμάτι μιας μακρινής εποχής. Τα παιδιά, οι μαθητές της κιθάρας, την αγκαλιάζουν με πολύ μεγάλη ευκολία, το ίδιο και οι νέοι σολίστ. Τα έργα του δείχνουν πως αντέχουν στον χρόνο» έλεγε ο «κολλητός» του Κώστας Γρηγορέας στην επέτειο των 25 χρόνων της απουσίας του παλιού συμμαθητή μου και, πλέον, σύγχρονου κιθαριστικού μύθου.

Περί κιθαριστικών ορχηστρών

(Αναδημοσίευση από το http://www.tar.gr)

Μια εισαγωγή, μάλλον υποκειμενική …
(του Κώστα Γρηγορέα)

Τα πολυμελή κλασικο-κιθαριστικά σύνολα έχουν πια μπει για τα καλά στη ζωή μας. Η αυτονόητη ανάγκη των πολυάριθμων εκτελεστών αυτού του δημοφιλούς οργάνου για συνεργασία, αλλά και η αναμφισβήτητη παιδαγωγική αξία (για μαθητές αλλά και ακροατές) της εν γένει ύπαρξης πολλών μουσικών συνόλων, δημιούργησε ένα μάλλον παράδοξο είδος ορχήστρας. Για να είμαστε ειλικρινείς, είναι περισσότερο «τέκνο της ανάγκης» των πολυπληθών κιθαριστών για συμμετοχή στα μουσικά δρώμενα, παρά ένα είδος ορχήστρας που ήρθε για να καλύψει κάποιο κενό του ηχητικού φάσματος η του ρεπερτορίου της μουσικής. Κι αυτό το αναφέρω χωρίς να θέλω καθόλου να υποτιμήσω την καλλιτεχνική αξία των όποιων επιτυχημένων προσπαθειών.

Το TaR επιθυμεί να προκαλέσει μια συζήτηση γύρω από αυτό το σοβαρό για τον χώρο θέμα, το οποίο πλέον δεν αφορά μόνο τους εν ενεργεία επαγγελματίες της μουσικής, αλλά και τους πάρα πολλούς ερασιτέχνες, μαθητές και γενικά λάτρεις του οργάνου. Η συζήτηση είναι απαραίτητη, μιας και στην σχεδόν ανεξέλεγκτη πραγματικότητα της ελεύθερης αγοράς και στην εύπιστη και μονίμως ημιπληροφορημένη σε θέματα τέχνης κοινωνία μας, είσαι πανεύκολα «ό,τι δηλώσεις». Οπότε, τα αγαθά παιδαγωγικά και καλλιτεχνικά κίνητρα κάποιων, πρέπει επειγόντως να βρεθεί τρόπος ώστε να διαφοροποιηθούν από τα κόλπα και τις φιλοδοξίες των επιτηδείων, των ατάλαντων και των ψώνιων.

Αυτό μάλλον μπορεί να γίνει μόνο με μια ανοιχτή «συζήτηση» μεταξύ καταξιωμένων ανθρώπων του χώρου της κιθάρας και της μουσικής γενικότερα, αλλά και οποιουδήποτε μουσικόφιλου έχει μια σοβαρή και εμπεριστατωμένη θετική ή αρνητική άποψη πάνω σε αυτό το θέμα. Μια συζήτηση που δεν έχει γίνει στην έκταση που επιβάλλεται, αν και υπήρξαν άρθρα που θα μπορούσαν να έχουν δώσει το έναυσμα (ΠΟΛΛΕΣ, ΠΑΡΑ ΠΟΛΛΕΣ ΚΙΘΑΡΕΣ… (του Νότη Μαυρουδή) – Μάιος 2016)

Ας ελπίσουμε λοιπόν πως το κείμενο του εκλεκτού συνεργάτη μας Νίκου Παναγιωτίδη, θα αποτελέσει το έναυσμα να ξεκινήσει πάλι μια σοβαρή συζήτηση, με σκοπό να ανακοπεί η εξέλιξη μιας χρήσιμης ιδέας όπως τα πολυμελή κιθαριστικά σύνολα, σε ένα ακόμη τηλεοπτικής αισθητικής τσίρκο, απαξιώνοντας συνολικά τον χώρο της κλασικής κιθάρας.


ΚΙΘΑΡΙΣΤΙΚEΣ ΟΡΧHΣΤΡΕΣ: ΠΟΙA EIΝΑΙ ΤΑ OΡΙA ΤΟΥΣ;
(Του Νίκου Παναγιωτίδη)

Η προσπάθεια καθιέρωσης της κιθάρας ως «σοβαρού» κλασικού οργάνου, κατάλληλου για τις ανάλογες αίθουσες συναυλιών, μετράει ήδη πάνω από έναν αιώνα. Η ζωή του κλασικού κιθαριστή όμως χαρακτηρίστηκε από μοναξιά. Παρά την ύπαρξη και έργων μουσικής δωματίου με άλλα όργανα και κοντσέρτων με συνοδεία ορχήστρας (και παρά την τεχνολογική πρόοδο στους τομείς τόσο της κατασκευής όσο και της τεχνητής ενίσχυσης που βοηθάει την ένταση αλλά και την ποιότητα του ήχου), ο κύριος όγκος του ρεπερτορίου και της μελέτης παραμένει σολιστικός.

Υπάρχει επίσης και σημαντική παράδοση με έργα -αυθεντικά και μεταγραφές- για δύο κιθάρες, σπανιότερα και τρεις ή τέσσερις. Φαίνεται όμως πως οι κιθαριστές δεν έχουν μεγάλη ροπή στις συνεργασίες, κι έτσι ο χώρος των μικρών συνόλων παραμένει περιορισμένος. Τα τελευταία χρόνια όμως εμφανίζονται, στην Ελλάδα τουλάχιστον, σύνολα όλο και μεγαλύτερα. Και μαζί τους, όλο και μεγαλύτερα προβλήματα…

Η πρώτη προσπάθεια, αν δεν κάνω λάθος, έγινε από τον Δημήτρη Φάμπα στα τέλη της δεκαετίας του ’70. Με ορχήστρα 12 ατόμων, σε τρίφωνη ή τετράφωνη συνήθως γραφή. Ιδωμένη από κάποια απόσταση, είχε σημαντικές αδυναμίες: Έργα μεταγραμμένα από το πιάνο ή το συμφωνικό ρεπερτόριο, με κάπως απλοϊκό τρόπο – μοιράζουμε τις νότες και …ό,τι βγει, με τις «πρώτες» κιθάρες να παίζουν τις δύσκολες και τις υπόλοιπες να συνοδεύουν, χωρίς πολλές-πολλές απαιτήσεις μουσικότητας, αρκεί το αποτέλεσμα να είναι συγχρονισμένο και χωρίς λάθη. Λογικό, όταν μιλάμε για πρωτόλειες προσπάθειες.

Ακολούθησαν και άλλες, προσανατολισμένες περισσότερο στο εκπαιδευτικό κομμάτι, εκεί όπου η συνεργασία και η εξάσκηση της ακοής μέσα σε ένα σύνολο όντως παίζουν σημαντικό ρόλο. Κάποιες απόπειρες έγιναν και σε υψηλότερο επίπεδο, χωρίς όμως να βρουν λύση σε μια σειρά από ζητήματα: Η ένταξη σε ένα σύνολο απαιτεί προσαρμογή -για να μην πω υποταγή- της προσωπικότητας στον ήχο του συνόλου και το μουσικό όραμα του μαέστρου. Το οποίο όραμα, με τη σειρά του, για να είναι πειστικό, πρέπει ο μαέστρος να είναι …στ’ αλήθεια μαέστρος! Να έχει δηλαδή, εκτός της σχέσης του με το όργανο, ειδικές και εξασκημένες γνώσεις αφενός στην ανάγνωση του μουσικού έργου και αφετέρου στη διαχείριση των μουσικών, ώστε και το έργο να αναδείξει και τα άτομα να μετατρέψει σε πρόθυμους υπηρέτες του συνόλου. Και για να λειτουργήσουν όλα αυτά, κακά τα ψέματα, πρέπει εκτός των άλλων να βρεθεί και χρηματοδότηση! Διότι για να υπάρξει ένα πραγματικά επαγγελματικό σύνολο, να απασχολεί επαγγελματίες μουσικούς και να ζητάει απ’ αυτούς να αφιερώσουν ικανό χρόνο, σε μελέτη πρωτίστως και σε πρόβες (ώστε οι πρόβες να αναλώνονται σε μουσική εργασία και …όχι σε μελέτη) πρέπει να μπορεί να τους προσφέρει και αμειβόμενες εμφανίσεις. Νομίζω γίνεται εύκολα αντιληπτό το αδιέξοδο.

Αλλά και στο καθαρά μουσικό επίπεδο, χρειάζεται γενναία αντιμετώπιση των πολλών τεχνικών ζητημάτων. Πρώτο απ’ όλα, το θέμα «έκταση». Μέσα σε τρεις οκτάβες και κάτι, δεν μπορεί να υπάρξει παρά φτωχό αποτέλεσμα. Η τεχνολογία όμως έχει προχωρήσει, υπάρχουν πλέον χορδές έως και οκτάβα χαμηλότερες και μια τετάρτη και παραπάνω ψηλότερες. Σύνολο με έκταση πέντε οκτάβες και μάλιστα τους πλούσιους αρμονικούς της χαμηλότερης, είναι εντελώς διαφορετικών προδιαγραφών. Και του ανοίγονται και δρόμοι επέκτασης του ρεπερτορίου, αρχικά των μεταγραφών και στη συνέχεια ίσως και νέων συνθέσεων, δημιουργημένων όμως χωρίς τους περιορισμούς της φυσικής έκτασης του οργάνου.

Δεύτερο και εξίσου σημαντικό, το φραζάρισμα. Βλέπει κανείς μιά συμφωνική ορχήστρα και όλα τα έγχορδα παίζουν με το ίδιο δοξάρι! Προφανώς δεν αφήνεται στην τύχη του το θέμα, γιατί εξασφαλίζει την ενότητα του ήχου. Σ’ ένα σύνολο από κιθάρες πρέπει, επομένως, να υπάρχει κοινή δακτυλοθεσία και να τηρούνται οι αναλογίες στις φράσεις – πού αλλάζουμε θέση, πού αλλάζουμε χορδή – μεταξύ όλων των φωνών. Τρίτο, να γίνει σοβαρή εξάσκηση στο θέμα του συγχρονισμού και της κοινής αναπνοής. Η ατάκα στο νυκτό όργανο είναι «απότομη», η παραμικρή απόκλιση ακούγεται και μάλιστα …πολύ άσχημα. Ενώ και το κούρδισμα δεν είναι τόσο απλή υπόθεση, καθώς αφενός το όργανο κουρδίζεται σε τέταρτες, αφετέρου το καθένα έχει τις ιδιοτροπίες του και οι γνώσεις των μουσικών στα θέματα του συγκερασμού εξακολουθούν να είναι κατ’ ουσίαν ανύπαρκτες. (Έχω γράψει στο TaR σχετικά, http://www.tar.gr/content/content.php?id=1395 ). Ακόμη και η επιλογή του ρεπερτορίου είναι καίριο ζήτημα, ώστε να μην πλησιάζει εν τέλει η κιθαριστική ορχήστρα στον ήχο της μαντολινάτας προκειμένου να ανταποκριθεί σε νότες μεγάλης διάρκειας, επαναλαμβάνοντάς τες. Αφού λυθούν όλα τα παραπάνω, τότε μόλις αρχίζει η περιπέτεια της προσέγγισης του μουσικού έργου – των στυλιστικών ιδιαιτεροτήτων, της ερμηνείας, της πλαστικότητας του ρυθμού, της δυναμικής, της ποικιλίας των ηχοχρωμάτων…

Όλα αυτά προϋποθέτουν γνώσεις και σοβαρή ενασχόληση που είμαι πεπεισμένος ότι ουδέποτε υπήρξαν σε κιθαριστική ορχήστρα – τουλάχιστον, για να μην είμαι άδικος, δεν τα έχω ακούσει ποτέ στο αποτέλεσμα. Τα έχω ακούσει, αντιθέτως, στις μεγάλες, παραδοσιακές ορχήστρες νυκτών στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, που είναι πραγματικά εντυπωσιακές, σε ακρίβεια και μουσικότητα. Δεδομένης φυσικά της παράδοσης και της υποδομής του είδους στις χώρες αυτές. Στη Δύση, πιο ενθαρρυντική περίπτωση βρίσκω την ορχήστρα της Βαρκελώνης που δείχνει αρκετά δουλεμένη· πάντως προς το παρόν είναι αφιερωμένη στο Ισπανικό και Λατινοαμερικάνικο ρεπερτόριο, με ό,τι αυτό σημαίνει για τον ήχο και το ύφος.

Μέσα στο πλαίσιο αυτών των ελλείψεων και προβλημάτων, στη δική μας χώρα αντί μουσικής προόδου παρατηρείται τα τελευταία χρόνια ένα πληθωριστικό φαινόμενο: Οι αριθμοί των μελών στις κιθαριστικές ορχήστρες ανεβαίνουν …επικίνδυνα. Ακούμε για εκατό κιθάρες, εκατόν είκοσι, διακόσιες, για …παγκόσμια ρεκόρ ποιος την έχει πιο μεγάλη, πράγματα που αντικειμενικά δεν γίνεται να έχουν μουσικό αποτέλεσμα. Τι αποτέλεσμα έχουν; Γίνεται αυτό που λέμε «μπούγιο», δεκάδες άτομα επί σκηνής να παίζουν χωρίς να ακούγονται, φίλοι και συγγενείς από κάτω – όπως γίνεται και στις χορωδίες, το επί σκηνής πλήθος εξασφαλίζει κάποια εισιτήρια – έτσι ώστε τελικά ούτε το ακροατήριο αλλά ούτε και οι ίδιοι οι συμμετέχοντες ασκούνται στη σοβαρή μουσική δημιουργία.

Το έσχατον δε (από όλες τις απόψεις) δείγμα που έπεσε στην αντίληψή μου, ξεπερνάει τα όρια της προχειρότητας και τείνει πλέον προς την απάτη: για να συμμετάσχεις στην ορχήστρα, λέει η διαφήμιση, «δεν χρειάζεται να έχεις γνώσεις κιθάρας ή μουσικής. Θα τα μάθεις όλα εκεί». Αλλά και «θα νιώσεις πρωταγωνιστής και star στην παγκόσμια μουσική σκηνή, θα γράψεις Ιστορία και θα σε γράψει η Ιστορία της Μουσικής». Και επίσης, «μέσα από τα Grades Σπουδών» της ορχήστρας μπορείς να γίνεις «επίσημος Σολίστ 7 Αστέρων» (!) με διεθνή σφραγίδα και πιστοποίηση, από κάποια «Διεθνή Ακαδημία Κιθάρας». Τύφλα να ‘χουν τα ανάλογα τηλεοπτικά σκουπίδια, δηλαδή (που απευθύνονται σε φωνές, φυσικά, γιατί πού να τολμήσουν να παρουσιάσουν όργανα σε λίγα μαθήματα).

Σε μια εποχή που προσπαθούμε να προστατέψουμε όχι απλώς ο καθένας τη δουλίτσα του, αλλά το πολύπαθο, πολλαπλώς μετέωρο και ακατοχύρωτο επάγγελμα του μουσικού και ιδιαίτερα του καθηγητή μουσικής, που προσπαθούμε να πείσουμε τους μαθητές μας, τους γονείς τους, την κοινωνία, την εξουσία, ότι το να μάθεις μουσική δεν είναι καθόλου απλή και επιπόλαιη υπόθεση, και ότι πρέπει επιτέλους οι πολύχρονες και ακριβές σπουδές μας να τύχουν της αναγνώρισης που τους αξίζει, την ώρα που υφιστάμεθα ήδη πόλεμο από τις νεότερες γενιές που σπούδασαν στα Πανεπιστήμια και θεωρούν εαυτούς εξ ορισμού υπέρτερους, υποτιμώντας κατά απαράδεκτο τρόπο τους άξιους συναδέλφους και τους καθηγητές τους, είναι ανεπίτρεπτο να «προσφέρεται» από οπουδήποτε δήθεν εύκολη εκμάθηση και διεθνής αναγνώριση, με όρους ακαθόριστους ή εν πάση περιπτώσει εκτός της κατά νόμον οδού, σκάβοντας εν τέλει το λάκκο ολωνών μας: Έτσι οπλίζεται η φαρέτρα των εχθρών του κλάδου που δεν χάνουν ευκαιρία να μας κατατάσσουν όλους συλλήβδην στην κατηγορία των απατεώνων, ότι τάχα προσπαθούμε απλώς να εξασφαλίσουμε «ένα χαρτί» το οποίο στην πραγματικότητα δεν αξίζουμε. Η αλήθεια είναι μία και ίδια για όλους μας: δυστυχώς, δεν υπάρχει τρόπος να πας κάπου άσχετος και σε λίγα χρόνια να βγεις όχι μόνο σχετικός, αλλά και …σολίστ με διεθνή αναγνώριση. Αντιθέτως, χρειάζεται κόπος, χρόνος και ικανότητες απλώς και μόνο για να σταθείς στο χώρο. Ας γίνει τουλάχιστον αυτό κοινή συνείδηση, ώστε να αντιστεκόμαστε στις απατηλές «σειρήνες».

Δεν επιθυμώ να δυσφημίσω κανέναν. Αλλά και δεν ανέχομαι να δυσφημίζονται εμμέσως πλην σαφώς χιλιάδες εργαζόμενοι μουσικοί που βάλλονται απ’ όλες τις πλευρές. Προσοχή, λοιπόν, και ο καθείς να αναλάβει τις ευθύνες των λόγων και των έργων του. Εν κατακλείδι, όσοι επιθυμούν να στήσουν κιθαριστικά σύνολα με κάποιες αξιώσεις, οφείλουν να απορρίπτουν τις βολικές ευκολίες  -πόσο μάλλον τις απόπειρες εξαπάτησης- και να ασχοληθούν εξαρχής σοβαρά με όλα τα θεμελιώδη ζητήματα που τα αφορούν, ώστε να μας πείσουν για την αναγκαιότητα της ύπαρξής τους.


Νίκος Παναγιωτίδης
http://panagiotidistar.wordpress.com/
Σεπτέμβριος 2018

Για την απώλεια του Roland Dyens

roland_dyens

Η είδηση του πρόωρου θανάτου του Roland Dyens έχει συγκλονίσει το κόσμο της κιθάρας, μιας και υπήρξε μια από τις σημαντικότερες, δημοφιλέστερες και πιο χαρισματικές προσωπικότητες της σύγχρονης κιθαριστικής μουσικής, με εμβέλεια όμως που ξεπερνούσε κατά πολύ τον «ειδικό» χώρο μας.
Με τον τριπλό ρόλο του ως κιθαριστής, συνθέτης και διασκευαστής δημιούργησε έργα και συναυλιακές εμπειρίες που καθόρισαν σε σημαντικότατο βαθμό την αισθητική και την τεχνική εξέλιξη του οργάνου, γεφυρώνοντας τον 20ο με τον 21ο αιώνα.
Ο Roland Dyens ήταν, ήδη εν ζωή, ένας ολοκληρωμένος θρύλος για τους μουσικόφιλους και για τους κιθαριστές. Ο δραματικός θάνατός του -και μάλιστα σε μια δημιουργικότατη ηλικία- δεν έχει να προσθέσει τίποτε σε αυτόν τον θρύλο. Προσθέτει μόνο τη βαριά αίσθηση της απώλειας σε όσους τον αγάπησαν ως μουσικό και ως φίλο.