Tag Archives: μουσική

Περί κιθαριστικών ορχηστρών

(Αναδημοσίευση από το http://www.tar.gr)

Μια εισαγωγή, μάλλον υποκειμενική …
(του Κώστα Γρηγορέα)

Τα πολυμελή κλασικο-κιθαριστικά σύνολα έχουν πια μπει για τα καλά στη ζωή μας. Η αυτονόητη ανάγκη των πολυάριθμων εκτελεστών αυτού του δημοφιλούς οργάνου για συνεργασία, αλλά και η αναμφισβήτητη παιδαγωγική αξία (για μαθητές αλλά και ακροατές) της εν γένει ύπαρξης πολλών μουσικών συνόλων, δημιούργησε ένα μάλλον παράδοξο είδος ορχήστρας. Για να είμαστε ειλικρινείς, είναι περισσότερο «τέκνο της ανάγκης» των πολυπληθών κιθαριστών για συμμετοχή στα μουσικά δρώμενα, παρά ένα είδος ορχήστρας που ήρθε για να καλύψει κάποιο κενό του ηχητικού φάσματος η του ρεπερτορίου της μουσικής. Κι αυτό το αναφέρω χωρίς να θέλω καθόλου να υποτιμήσω την καλλιτεχνική αξία των όποιων επιτυχημένων προσπαθειών.

Το TaR επιθυμεί να προκαλέσει μια συζήτηση γύρω από αυτό το σοβαρό για τον χώρο θέμα, το οποίο πλέον δεν αφορά μόνο τους εν ενεργεία επαγγελματίες της μουσικής, αλλά και τους πάρα πολλούς ερασιτέχνες, μαθητές και γενικά λάτρεις του οργάνου. Η συζήτηση είναι απαραίτητη, μιας και στην σχεδόν ανεξέλεγκτη πραγματικότητα της ελεύθερης αγοράς και στην εύπιστη και μονίμως ημιπληροφορημένη σε θέματα τέχνης κοινωνία μας, είσαι πανεύκολα «ό,τι δηλώσεις». Οπότε, τα αγαθά παιδαγωγικά και καλλιτεχνικά κίνητρα κάποιων, πρέπει επειγόντως να βρεθεί τρόπος ώστε να διαφοροποιηθούν από τα κόλπα και τις φιλοδοξίες των επιτηδείων, των ατάλαντων και των ψώνιων.

Αυτό μάλλον μπορεί να γίνει μόνο με μια ανοιχτή «συζήτηση» μεταξύ καταξιωμένων ανθρώπων του χώρου της κιθάρας και της μουσικής γενικότερα, αλλά και οποιουδήποτε μουσικόφιλου έχει μια σοβαρή και εμπεριστατωμένη θετική ή αρνητική άποψη πάνω σε αυτό το θέμα. Μια συζήτηση που δεν έχει γίνει στην έκταση που επιβάλλεται, αν και υπήρξαν άρθρα που θα μπορούσαν να έχουν δώσει το έναυσμα (ΠΟΛΛΕΣ, ΠΑΡΑ ΠΟΛΛΕΣ ΚΙΘΑΡΕΣ… (του Νότη Μαυρουδή) – Μάιος 2016)

Ας ελπίσουμε λοιπόν πως το κείμενο του εκλεκτού συνεργάτη μας Νίκου Παναγιωτίδη, θα αποτελέσει το έναυσμα να ξεκινήσει πάλι μια σοβαρή συζήτηση, με σκοπό να ανακοπεί η εξέλιξη μιας χρήσιμης ιδέας όπως τα πολυμελή κιθαριστικά σύνολα, σε ένα ακόμη τηλεοπτικής αισθητικής τσίρκο, απαξιώνοντας συνολικά τον χώρο της κλασικής κιθάρας.


ΚΙΘΑΡΙΣΤΙΚEΣ ΟΡΧHΣΤΡΕΣ: ΠΟΙA EIΝΑΙ ΤΑ OΡΙA ΤΟΥΣ;
(Του Νίκου Παναγιωτίδη)

Η προσπάθεια καθιέρωσης της κιθάρας ως «σοβαρού» κλασικού οργάνου, κατάλληλου για τις ανάλογες αίθουσες συναυλιών, μετράει ήδη πάνω από έναν αιώνα. Η ζωή του κλασικού κιθαριστή όμως χαρακτηρίστηκε από μοναξιά. Παρά την ύπαρξη και έργων μουσικής δωματίου με άλλα όργανα και κοντσέρτων με συνοδεία ορχήστρας (και παρά την τεχνολογική πρόοδο στους τομείς τόσο της κατασκευής όσο και της τεχνητής ενίσχυσης που βοηθάει την ένταση αλλά και την ποιότητα του ήχου), ο κύριος όγκος του ρεπερτορίου και της μελέτης παραμένει σολιστικός.

Υπάρχει επίσης και σημαντική παράδοση με έργα -αυθεντικά και μεταγραφές- για δύο κιθάρες, σπανιότερα και τρεις ή τέσσερις. Φαίνεται όμως πως οι κιθαριστές δεν έχουν μεγάλη ροπή στις συνεργασίες, κι έτσι ο χώρος των μικρών συνόλων παραμένει περιορισμένος. Τα τελευταία χρόνια όμως εμφανίζονται, στην Ελλάδα τουλάχιστον, σύνολα όλο και μεγαλύτερα. Και μαζί τους, όλο και μεγαλύτερα προβλήματα…

Η πρώτη προσπάθεια, αν δεν κάνω λάθος, έγινε από τον Δημήτρη Φάμπα στα τέλη της δεκαετίας του ’70. Με ορχήστρα 12 ατόμων, σε τρίφωνη ή τετράφωνη συνήθως γραφή. Ιδωμένη από κάποια απόσταση, είχε σημαντικές αδυναμίες: Έργα μεταγραμμένα από το πιάνο ή το συμφωνικό ρεπερτόριο, με κάπως απλοϊκό τρόπο – μοιράζουμε τις νότες και …ό,τι βγει, με τις «πρώτες» κιθάρες να παίζουν τις δύσκολες και τις υπόλοιπες να συνοδεύουν, χωρίς πολλές-πολλές απαιτήσεις μουσικότητας, αρκεί το αποτέλεσμα να είναι συγχρονισμένο και χωρίς λάθη. Λογικό, όταν μιλάμε για πρωτόλειες προσπάθειες.

Ακολούθησαν και άλλες, προσανατολισμένες περισσότερο στο εκπαιδευτικό κομμάτι, εκεί όπου η συνεργασία και η εξάσκηση της ακοής μέσα σε ένα σύνολο όντως παίζουν σημαντικό ρόλο. Κάποιες απόπειρες έγιναν και σε υψηλότερο επίπεδο, χωρίς όμως να βρουν λύση σε μια σειρά από ζητήματα: Η ένταξη σε ένα σύνολο απαιτεί προσαρμογή -για να μην πω υποταγή- της προσωπικότητας στον ήχο του συνόλου και το μουσικό όραμα του μαέστρου. Το οποίο όραμα, με τη σειρά του, για να είναι πειστικό, πρέπει ο μαέστρος να είναι …στ’ αλήθεια μαέστρος! Να έχει δηλαδή, εκτός της σχέσης του με το όργανο, ειδικές και εξασκημένες γνώσεις αφενός στην ανάγνωση του μουσικού έργου και αφετέρου στη διαχείριση των μουσικών, ώστε και το έργο να αναδείξει και τα άτομα να μετατρέψει σε πρόθυμους υπηρέτες του συνόλου. Και για να λειτουργήσουν όλα αυτά, κακά τα ψέματα, πρέπει εκτός των άλλων να βρεθεί και χρηματοδότηση! Διότι για να υπάρξει ένα πραγματικά επαγγελματικό σύνολο, να απασχολεί επαγγελματίες μουσικούς και να ζητάει απ’ αυτούς να αφιερώσουν ικανό χρόνο, σε μελέτη πρωτίστως και σε πρόβες (ώστε οι πρόβες να αναλώνονται σε μουσική εργασία και …όχι σε μελέτη) πρέπει να μπορεί να τους προσφέρει και αμειβόμενες εμφανίσεις. Νομίζω γίνεται εύκολα αντιληπτό το αδιέξοδο.

Αλλά και στο καθαρά μουσικό επίπεδο, χρειάζεται γενναία αντιμετώπιση των πολλών τεχνικών ζητημάτων. Πρώτο απ’ όλα, το θέμα «έκταση». Μέσα σε τρεις οκτάβες και κάτι, δεν μπορεί να υπάρξει παρά φτωχό αποτέλεσμα. Η τεχνολογία όμως έχει προχωρήσει, υπάρχουν πλέον χορδές έως και οκτάβα χαμηλότερες και μια τετάρτη και παραπάνω ψηλότερες. Σύνολο με έκταση πέντε οκτάβες και μάλιστα τους πλούσιους αρμονικούς της χαμηλότερης, είναι εντελώς διαφορετικών προδιαγραφών. Και του ανοίγονται και δρόμοι επέκτασης του ρεπερτορίου, αρχικά των μεταγραφών και στη συνέχεια ίσως και νέων συνθέσεων, δημιουργημένων όμως χωρίς τους περιορισμούς της φυσικής έκτασης του οργάνου.

Δεύτερο και εξίσου σημαντικό, το φραζάρισμα. Βλέπει κανείς μιά συμφωνική ορχήστρα και όλα τα έγχορδα παίζουν με το ίδιο δοξάρι! Προφανώς δεν αφήνεται στην τύχη του το θέμα, γιατί εξασφαλίζει την ενότητα του ήχου. Σ’ ένα σύνολο από κιθάρες πρέπει, επομένως, να υπάρχει κοινή δακτυλοθεσία και να τηρούνται οι αναλογίες στις φράσεις – πού αλλάζουμε θέση, πού αλλάζουμε χορδή – μεταξύ όλων των φωνών. Τρίτο, να γίνει σοβαρή εξάσκηση στο θέμα του συγχρονισμού και της κοινής αναπνοής. Η ατάκα στο νυκτό όργανο είναι «απότομη», η παραμικρή απόκλιση ακούγεται και μάλιστα …πολύ άσχημα. Ενώ και το κούρδισμα δεν είναι τόσο απλή υπόθεση, καθώς αφενός το όργανο κουρδίζεται σε τέταρτες, αφετέρου το καθένα έχει τις ιδιοτροπίες του και οι γνώσεις των μουσικών στα θέματα του συγκερασμού εξακολουθούν να είναι κατ’ ουσίαν ανύπαρκτες. (Έχω γράψει στο TaR σχετικά, http://www.tar.gr/content/content.php?id=1395 ). Ακόμη και η επιλογή του ρεπερτορίου είναι καίριο ζήτημα, ώστε να μην πλησιάζει εν τέλει η κιθαριστική ορχήστρα στον ήχο της μαντολινάτας προκειμένου να ανταποκριθεί σε νότες μεγάλης διάρκειας, επαναλαμβάνοντάς τες. Αφού λυθούν όλα τα παραπάνω, τότε μόλις αρχίζει η περιπέτεια της προσέγγισης του μουσικού έργου – των στυλιστικών ιδιαιτεροτήτων, της ερμηνείας, της πλαστικότητας του ρυθμού, της δυναμικής, της ποικιλίας των ηχοχρωμάτων…

Όλα αυτά προϋποθέτουν γνώσεις και σοβαρή ενασχόληση που είμαι πεπεισμένος ότι ουδέποτε υπήρξαν σε κιθαριστική ορχήστρα – τουλάχιστον, για να μην είμαι άδικος, δεν τα έχω ακούσει ποτέ στο αποτέλεσμα. Τα έχω ακούσει, αντιθέτως, στις μεγάλες, παραδοσιακές ορχήστρες νυκτών στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, που είναι πραγματικά εντυπωσιακές, σε ακρίβεια και μουσικότητα. Δεδομένης φυσικά της παράδοσης και της υποδομής του είδους στις χώρες αυτές. Στη Δύση, πιο ενθαρρυντική περίπτωση βρίσκω την ορχήστρα της Βαρκελώνης που δείχνει αρκετά δουλεμένη· πάντως προς το παρόν είναι αφιερωμένη στο Ισπανικό και Λατινοαμερικάνικο ρεπερτόριο, με ό,τι αυτό σημαίνει για τον ήχο και το ύφος.

Μέσα στο πλαίσιο αυτών των ελλείψεων και προβλημάτων, στη δική μας χώρα αντί μουσικής προόδου παρατηρείται τα τελευταία χρόνια ένα πληθωριστικό φαινόμενο: Οι αριθμοί των μελών στις κιθαριστικές ορχήστρες ανεβαίνουν …επικίνδυνα. Ακούμε για εκατό κιθάρες, εκατόν είκοσι, διακόσιες, για …παγκόσμια ρεκόρ ποιος την έχει πιο μεγάλη, πράγματα που αντικειμενικά δεν γίνεται να έχουν μουσικό αποτέλεσμα. Τι αποτέλεσμα έχουν; Γίνεται αυτό που λέμε «μπούγιο», δεκάδες άτομα επί σκηνής να παίζουν χωρίς να ακούγονται, φίλοι και συγγενείς από κάτω – όπως γίνεται και στις χορωδίες, το επί σκηνής πλήθος εξασφαλίζει κάποια εισιτήρια – έτσι ώστε τελικά ούτε το ακροατήριο αλλά ούτε και οι ίδιοι οι συμμετέχοντες ασκούνται στη σοβαρή μουσική δημιουργία.

Το έσχατον δε (από όλες τις απόψεις) δείγμα που έπεσε στην αντίληψή μου, ξεπερνάει τα όρια της προχειρότητας και τείνει πλέον προς την απάτη: για να συμμετάσχεις στην ορχήστρα, λέει η διαφήμιση, «δεν χρειάζεται να έχεις γνώσεις κιθάρας ή μουσικής. Θα τα μάθεις όλα εκεί». Αλλά και «θα νιώσεις πρωταγωνιστής και star στην παγκόσμια μουσική σκηνή, θα γράψεις Ιστορία και θα σε γράψει η Ιστορία της Μουσικής». Και επίσης, «μέσα από τα Grades Σπουδών» της ορχήστρας μπορείς να γίνεις «επίσημος Σολίστ 7 Αστέρων» (!) με διεθνή σφραγίδα και πιστοποίηση, από κάποια «Διεθνή Ακαδημία Κιθάρας». Τύφλα να ‘χουν τα ανάλογα τηλεοπτικά σκουπίδια, δηλαδή (που απευθύνονται σε φωνές, φυσικά, γιατί πού να τολμήσουν να παρουσιάσουν όργανα σε λίγα μαθήματα).

Σε μια εποχή που προσπαθούμε να προστατέψουμε όχι απλώς ο καθένας τη δουλίτσα του, αλλά το πολύπαθο, πολλαπλώς μετέωρο και ακατοχύρωτο επάγγελμα του μουσικού και ιδιαίτερα του καθηγητή μουσικής, που προσπαθούμε να πείσουμε τους μαθητές μας, τους γονείς τους, την κοινωνία, την εξουσία, ότι το να μάθεις μουσική δεν είναι καθόλου απλή και επιπόλαιη υπόθεση, και ότι πρέπει επιτέλους οι πολύχρονες και ακριβές σπουδές μας να τύχουν της αναγνώρισης που τους αξίζει, την ώρα που υφιστάμεθα ήδη πόλεμο από τις νεότερες γενιές που σπούδασαν στα Πανεπιστήμια και θεωρούν εαυτούς εξ ορισμού υπέρτερους, υποτιμώντας κατά απαράδεκτο τρόπο τους άξιους συναδέλφους και τους καθηγητές τους, είναι ανεπίτρεπτο να «προσφέρεται» από οπουδήποτε δήθεν εύκολη εκμάθηση και διεθνής αναγνώριση, με όρους ακαθόριστους ή εν πάση περιπτώσει εκτός της κατά νόμον οδού, σκάβοντας εν τέλει το λάκκο ολωνών μας: Έτσι οπλίζεται η φαρέτρα των εχθρών του κλάδου που δεν χάνουν ευκαιρία να μας κατατάσσουν όλους συλλήβδην στην κατηγορία των απατεώνων, ότι τάχα προσπαθούμε απλώς να εξασφαλίσουμε «ένα χαρτί» το οποίο στην πραγματικότητα δεν αξίζουμε. Η αλήθεια είναι μία και ίδια για όλους μας: δυστυχώς, δεν υπάρχει τρόπος να πας κάπου άσχετος και σε λίγα χρόνια να βγεις όχι μόνο σχετικός, αλλά και …σολίστ με διεθνή αναγνώριση. Αντιθέτως, χρειάζεται κόπος, χρόνος και ικανότητες απλώς και μόνο για να σταθείς στο χώρο. Ας γίνει τουλάχιστον αυτό κοινή συνείδηση, ώστε να αντιστεκόμαστε στις απατηλές «σειρήνες».

Δεν επιθυμώ να δυσφημίσω κανέναν. Αλλά και δεν ανέχομαι να δυσφημίζονται εμμέσως πλην σαφώς χιλιάδες εργαζόμενοι μουσικοί που βάλλονται απ’ όλες τις πλευρές. Προσοχή, λοιπόν, και ο καθείς να αναλάβει τις ευθύνες των λόγων και των έργων του. Εν κατακλείδι, όσοι επιθυμούν να στήσουν κιθαριστικά σύνολα με κάποιες αξιώσεις, οφείλουν να απορρίπτουν τις βολικές ευκολίες  -πόσο μάλλον τις απόπειρες εξαπάτησης- και να ασχοληθούν εξαρχής σοβαρά με όλα τα θεμελιώδη ζητήματα που τα αφορούν, ώστε να μας πείσουν για την αναγκαιότητα της ύπαρξής τους.


Νίκος Παναγιωτίδης
http://panagiotidistar.wordpress.com/
Σεπτέμβριος 2018

Advertisements

Πως η εκμάθηση ενός μουσικού οργάνου βελτιώνει τον εγκέφαλο! (Στα Ελληνικά)

Δεν προωθώ αυτό το βίντεο για να ευλογήσω τα γένια ημών των μουσικών. :-)
Απλά θεώρησα πως είναι μια απλή αλλά συνάμα πλήρης απάντηση στην ερώτηση των γονιών για το τι επί πλέον προσφέρει στα παιδιά τους η σοβαρή και συστηματική εκμάθηση ενός μουσικού οργάνου.
Εκτός φυσικά της αυτονόητης αισθητικής και ψυχικής καλλιέργειας.


(Βίντεο της Anita Collins)

ΑΝΤΙΓΟΝΗ ΓΚΟΝΗ – ΜΙΑ ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΜΕ ΤΟΝ ΚΩΣΤΑ ΓΡΗΓΟΡΕΑ

Η Αντιγόνη Γκόνη είναι αναμφισβήτητα μια από τις σημαντικότερες διεθνείς προσωπικότητες της κλασικής κιθάρας, με λαμπρή καριέρα ως σολίστ, αλλά και ως μουσικοπαιδαγωγός.
Η συνύπαρξή μας στην επιτροπή του Διαγωνισμού Νέων Κιθαριστών της Κρατικής Ορχήστρας Θεσσαλονίκης έδωσε την ευκαιρία για μια συζήτηση, με σκοπό τη δημοσίευση της στο TaR. Και την αναφέρω ως «συζήτηση», μιας και το «συνέντευξη» δε νομίζω πως θα ήταν κατάλληλο. Όχι τόσο για το γεγονός πως δεν είμαι δημοσιογράφος, όσο για το ότι η φιλική και συναδελφική μας σχέση δύσκολα θα μπορούσε να επιτρέψει την κουβέντα σε ένα τυπικό κλίμα. Όπως και δύσκολα θα μπορούσε να με αποτρέψει από τον πειρασμό να εκφράσω (και να θέσω στην κρίση της) και κάποιες δικές μου απόψεις, κάτι όχι επιτρεπτό σε μια σωστή συνέντευξη.
Αφαιρώντας λοιπόν ένα μέρος της φιλικής κουβέντας -αλλά όχι τον εγκάρδιο χαρακτήρα της- κράτησα όσα κατά την κρίση μου θα μπορούσαν να ενδιαφέρουν τους αναγνώστες του TaR. Και πιστεύω πως αυτά είναι πολλά, μιας και η Αντιγόνη εκτός από εξαιρετική μουσικός είναι και αυτό που θα αποκαλούσα αβίαστα «μια ολοκληρωμένη καλλιτέχνις».

Κ.ΓΡ. Η καλλιτεχνική σου ζωή μοιράζεται ανάμεσα στη μουσική διδασκαλία και στις συναυλίες. Σε μια πόλη που υπάρχει μεγάλη μουσική κίνηση όπως οι Βρυξέλλες, πώς μοιράζεται γενικότερα ο χρόνος σου;

Α.ΓΚ.  Oι προτεραιότητες των ανθρώπων αλλάζουν και όπως ξέρεις, καθορίζονται αφενός από τις εκάστοτε επιλογές, και αφετέρου από τις απαιτήσεις που η ζωή επιβάλλει.
Εκείνο που άλλαξε την ζωή μου  και συνετέλεσε στην μεγάλη ανατροπή, ήταν η εγκυμοσύνη στην κόρη μου Αριάδνη. Τότε ήταν που παραιτήθηκα από το «Juilliard» και ανέλαβα την διεύθυνση της σχολής κιθάρας, στo «Koninkljik Conservatorium van Brussels», επιλέγοντας μια ευρωπαϊκή χώρα για το μεγάλωμα των παιδιών μου. Ανατράπηκαν όλες οι ισορροπίες, όσον αφορά στην καριέρα μου και την καθημερινότητά μου. Έκανα καινούργια κατανομή του χρόνου μου, των εκάστοτε αναγκών που προέκυπταν και των δυνατοτήτων μου. Τώρα μπορώ να πω ότι προτεραιότητά έχει η οικογένειά μου και πάνω από όλα οι δύο μου κόρες που μαζί τους, δέκα χρόνια πριν, υπέγραψα το σημαντικότερο συμβόλαιο ζωής.

Κ.ΓΡ. Μα και ιδεολογικά-καλλιτεχνικά, αυτό δεν είναι το υγιές;

Α.ΓΚ. Έτσι νομίζω. H κιθάρα είναι για μένα σήμερα βασική ανάγκη, αλλά όχι η μοναδική. Βέβαια τώρα διαπιστώνω, ότι ήταν απαραίτητο να προϋπάρξει η πλήρης αφοσίωσή μου στην μουσική και η σε βάθος εξειδίκευσή μου, ώστε να μπορώ να μεθοδεύω τις επιλογές μου και να έχω την πολυτέλεια ώστε τα «όχι» να είναι πλέον περισσότερα από τα «ναι». Το μοίρασμα της ζωής μου ανάμεσα στην οικογένειά μου, στους μαθητές μου (περίπου 12 έως 14 μαθητές, δεν προλαβαίνω να επιβλέπω περισσότερους) της Ακαδημίας και του festival της Volterra, καθιστούν απαγορευτικό το να διδάσκω σε ιδιαίτερα μαθήματα. Και εδώ θα ήθελα να διευκρινίσω, ότι η διδακτική μου δραστηριότητα στη Volterra μπορεί να διαρκεί δέκα ημέρες, ο χρόνος όμως που χρειάζεται για να υπάρξει το αποτέλεσμα που την χαρακτηρίζει, είναι αρκετά μεγαλύτερος. Κατά την διάρκεια του χειμώνα, γίνεται η όλη προετοιμασία και η διεκπεραίωση αυτού του γεγονότος. Φυσικά, δεν είμαι μόνη μου σε όλο αυτό. Ένα σημαντικό μέρος αυτής της-καθόλα σύνθετης- προσπάθειας, το αναλαμβάνει ο σύζυγός μου, ο Mικέλε. Όλο το πρακτικό μέρος και την προβολή την κάνει εκείνος, απαλλάσσοντας με έτσι από ασχολίες που εκ των πραγμάτων δεν θα προλάβαινα. Εδώ θα ήθελα επίσης να υπογραμμίσω πως, παρά το γεγονός ότι δεν έχει καμία σχέση με την μουσική, το μουσικό αυτί που διαθέτει και η ιδιαίτερη καλλιτεχνική αισθητική του, τον κάνουν να υπάρχει δίπλα μου ως πολύτιμος συνεργάτης.
Όσον αφορά την παρουσία μου σε συναυλίες και σε τουρνέ τα τελευταία πέντε χρόνια, δεν επέτρεψα να μου στερήσουν τον χρόνο ώστε να μην είμαι παρούσα στον βραδινό ύπνο και στο πρωινό ξύπνημα των κοριτσιών μου. Κι επειδή, εκ των πραγμάτων, οι παππούδες και οι γιαγιάδες λόγω απόστασης είναι απόντες, φρόντισα, να κρατήσω μακριά τις babysitter, έτσι ώστε να έχουμε εγώ και ο άνδρας μου τον έλεγχο της διαπαιδαγώγησής   τους στα πρώτα  βήματα της ζωής τους. Τα ρεσιτάλ έχουν αρχίσει από πέρσι να εντάσσονται ξανά στο πρόγραμμά μου με μια όμως εντελώς διαφορετική αντιμετώπιση. Τις ατέλειωτες τουρνέ και τα εξήντα, εβδομήντα ρεσιτάλ το χρόνο ανά τον κόσμο, δεν τα χρειάζομαι πια, δεν με ελκύουν. Προτιμώ να καθορίζω εγώ αυτό που θέλω, με τους ανθρώπους που θέλω, όπως εγώ θέλω.

Κ.ΓΡ.  Να σταθούμε λίγο σ’ αυτό το «στήσιμο» της ζωής σου όπως το περιέγραψες, νομίζω πως θα ενδιέφερε τα νέα παιδιά που φιλοδοξούν να ακολουθήσουν μια αντίστοιχη καριέρα με τη δική σου. Ας συνοψίσω λοιπόν: η άποψή σου είναι πως μια επιτυχημένη καριέρα δεν αρκεί (αλλά και δεν είναι καλλιτεχνικά αποδοτική) εάν δεν συνοδεύεται από μια ισορροπημένη προσωπική ζωή.

Α.ΓΚ. Δίχως άλλο. Αυτές όμως είναι αποφάσεις ζωής για τον καθένα. Οι επιλογές πρέπει να  είναι σύμφωνες με την προσωπικότητά σου και να ακολουθούν τα όνειρά σου και τις επιθυμίες σου.

Κ.ΓΡ. Η Volterra κατά κάποιο τρόπο είναι το ιδανικό σχολείο, το ωδείο όπως θα ήθελες εσύ να είναι;

Α.ΓΚ.  Ακριβώς! Το τρίπτυχο που η Volterra προσφέρει στους μαθητές της, είναι το είδος της πολυεπίπεδης σπουδής που εγώ θα ήθελα να είχα στο ξεκίνημά μου.

Κ.ΓΡ. Ωδεία ή και δάσκαλοι μεμονωμένοι; Μήπως μυθοποιούμε στη σύγχρονη εποχή τα ωδεία και τις ακαδημίες περισσότερο από όσο θα έπρεπε; Έχω στο μυαλό μου παραδείγματα μεγάλων μουσικών σχολών που ναι μεν δίνουν εφόδια, όμως πολλές φορές αποτελούν περιβάλλον που καλλιεργεί αντικαλλιτεχνικούς ανταγωνισμούς και απομακρύνει τον ταλαντούχο σπουδαστή από την πραγματική ιδεολογία της Τέχνης. Θέτοντας ταυτόχρονα και πρότυπα ‘επιτυχίας’ τα οποία επηρεάζουν αρνητικά τη διαμόρφωση της μοναδικότητας στην προσωπικότητα του κάθε καλλιτέχνη. Η ιστορία είναι όμως γεμάτη από παραδείγματα σπουδαίων καλλιτεχνών που έφτασαν στο ανώτατο επίπεδο δίπλα σε μεμονωμένους δασκάλους, με συμπληρωματική μόνο χρήση των μουσικών σχολών. Ποια είναι η δική σου γνώμη;

Α.ΓΚ. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως το περιβάλλον είναι εξαιρετικά σημαντικό. Είτε είναι το περιβάλλον ενός  εκπαιδευτικού ιδρύματος, είτε είναι η διδασκαλία ενός μεμονωμένου, (όπως ανέφερες), δασκάλου, πρέπει να είναι ένα περιβάλλον θετικό, όπου οι μαθητές αισθάνονται αποδεκτοί και ασφαλείς, χωρίς να στρέφονται ο ένας εναντίον του άλλου μέσα από έναν αρρωστημένο και εξουθενωτικό ανταγωνισμό.
Αυτό που μόλις περιέγραψα, δεν είναι κατασκεύασμα της φαντασίας μου. Είναι δυστυχώς η πραγματικότητα στα περισσότερα σχολεία, φεστιβάλ και  σεμινάρια. Εγώ το προσπάθησα και πιστεύω πως απεγκλωβίστηκα από αυτή την νοοτροπία. Βέβαια, δεν σου κρύβω ότι μου πήρε χρόνο.
Η Volterra, λοιπόν, στήθηκε έτσι ώστε οι μαθητές μας να αισθάνονται πως δίπλα μας ο χρόνος σταματάει, το μυαλό ηρεμεί και η ψυχή αφήνεται «ανοιχτή» να νοιώσει. Οι ευκαιρίες είναι ισότιμες, οι υποχρεώσεις επίσης, η υποστήριξη ουσιαστική και οι φιλίες και συνεργασίες που αναπτύσσονται, αποκτούν μια διαχρονικότητα.
Στη Volterra η σπουδή του οργάνου, πλαισιώνεται ισότιμα από δυο ακόμη εξαιρετικά σημαντικές σπουδαστικές ενότητες: “Business of Music” και “Physiology”. Οι δυο ενότητες αυτές, είναι σχεδόν ανύπαρκτες στις σπουδές των νεων μουσικών κλασσικής κιθάρας. Οι νεοι δικαιούνται απο πολύ νωρίς να εξοικιωθούν με τις απαιτήσεις του επαγγέλματος και παράλληλα οφείλουν στον εαυτό τους και στο ταλέντο τους, να ευαισθητοποιηθούν και να προβληματιστούν πάνω στη σωστή χρήση του σώματός τους. Ακούω νέα παιδιά που με έπαρση ανακοινώνουν ότι διαβάζουν 8 με 10 ώρες την ημέρα! Το ακούω και ξαφνιάζομαι. Μια τέτοιου είδους μελέτη, όχι μόνο είναι εντελώς ανεπίτρεπτη, αλλά επιστημονικώς αποδεδειγμένα, σωματικά επώδυνη.

Κ.ΓΡ. Θα έλεγες πως, κατά κάποιο τρόπο, θα μπορούσε να θεωρηθεί η μουσική και ως μια αθλητική διαδικασία, οπότε είναι επόμενο πως αφορά ολόκληρο το σώμα κι όχι μόνο τα χέρια;

Α.ΓΚ. Δεν θα ονόμαζα τη μουσική “αθλητική διαδικασία”. Προτιμώ  να τη βλέπω ως μια αρμονική συνέργεια του μουσικού οργάνου με τη ψυχή, το μυαλό και ολόκληρο το σώμα. Είναι ελάχιστοι οι νέοι μουσικοί που όταν ασκούνται πάνω στο μουσικό όργανο, έχουν συναίσθηση του τι συμβαίνει πίσω από τα δάχτυλα, το ηχείο και την ταστιέρα. Δυστυχώς, η εικόνα του γνωστού θεάτρου παντομίμας, (όπου δυο άσπρα γάντια κινούνται μέσα στο απόλυτο σκοτάδι), απεικονίζει το πώς εμείς οι μουσικοί, επικεντρωνόμαστε κυρίως στα δάχτυλά μας, παραβλέποντας το υπόλοιπο σώμα μας.

Κ.ΓΡ. Είδα ότι διδάσκεται στη Volterra και η “Alexander technique

Α.ΓΚ. Μέσα στην ενότητα της φυσιολογίας της μουσικής φέτος προσφέρουμε την “Alexander technique”. Κάθε χρόνο όμως, η ενότητα της φυσιολογίας διδάσκεται από διαφορετικό ειδικό, ο οποίος ανάλογα με την εξειδίκευσή του, οργανώνει αντιστοίχως και την διδακτική του ενότητα.

Κ.ΓΡ. Ο Alexander ήταν ένας ηθοποιός, που ανέπτυξε αυτή τη μέθοδο διόρθωσης της λάθος στάσης και της έντασης που αναπτύσσεται στο σώμα λόγω αυτής. Όμως την ανέπτυξε ως εργαλείο για να ξεπεράσει τα προβλήματα που είχε ο ίδιος με την αναπνοή και τη φωνή του. Πως αυτό μεταφέρεται στην εκτέλεση ενός μουσικού οργάνου;

Α.ΓΚ. Στην ουσία, το να χάνεις τη φωνή σου, έχει να κάνει πολλές φορές με το στρες που συσσωρεύεται στους μύες των ώμων και του λαιμού.  Όλα τα νεύρα που περνάνε από εκεί είναι υπεύθυνα για την κίνηση των δακτύλων μας. Η κατανόηση της λειτουργίας του σώματός μας, όπως άλλωστε προαναφέραμε, είναι η μόνη εγγύηση για μια υγιή και μακρόχρονη μουσική καριέρα.

Κ.ΓΡ.  Πολύ σωστό. Διότι η μουσική πρέπει να είναι μια καριέρα ζωής. Πάντως το να καταξιώνονται (αλλά και να ελέγχονται!) κάποιες τεχνικές μέσα από κάποια  σοβαρά summer school όπως είναι η Volterra είναι σημαντικό. Δίνει και έναν μπούσουλα στα παιδιά για την κατεύθυνση που πρέπει να ψάξουν όσον αφορά σε αυτά τα θέματα, μην ξεχνάμε πως υπάρχει και πολύ απάτη με αρκετούς θαυματοποιούς-δάσκαλους.

Α.ΓΚ.  Η Volterra φιλοδοξεί να ανοίξει πόρτες, να κεντρίσει το ενδιαφέρον, να ευαισθητοποιήσει, ευελπιστώντας πως οι μαθητές θα προβληματιστούν, θα ενεργοποιηθούν  και θα είναι ανοιχτοί σε κάθε πληροφόρηση. «Θαυματοποιοί»-δάσκαλοι και μαγικές λύσεις, δεν υπάρχουν! Όπως δεν υπάρχει «μια δακτυλοθεσία», η μια τεχνική λύση για το πώς πχ θα παίξεις τις κλίμακες. Γνωρίζοντας τη φυσιολογία των δικών σου χεριών και κατανοώντας από τη μελέτη της παρτιτούρας τι σου ζητάει ο συνθέτης, μπορείς και βρίσκεις λύσεις.

Κ.ΓΡ. Ένα σημαντικό θέμα διδασκαλίας είναι λοιπόν και η αναλυτική μελέτη της παρτιτούρας. Μια παρτιτούρα αναλύεται «φιλολογικά» περισσότερο με τη βοήθεια ενός εξειδικευμένου δασκάλου ανώτερων θεωρητικών. Μπορεί όμως η (συνήθως) πιο «πρακτική» ανάλυση που κάνει ένας δάσκαλος του οργάνου, η οποία βασίζεται περισσότερο στο μουσικό ένστικτο, να είναι επαρκής;

Α.ΓΚ. Είναι βασικό κατά τη γνώμη μου να μην στηρίζεσαι εντελώς στο ένστικτο. Μια βασική αρμονική και μορφολογική ανάλυση είναι απαραίτητη. Παραδείγματος χάρη, κάτι που εμένα βοηθάει πολύ είναι η ανάλυση των φωνών και των διαστημάτων και η αποκωδικοποίηση τους με έναν δικό μου τρόπο, ώστε να υπάρξει στη συνέχεια συναισθηματική φόρτιση. Για παράδειγμα, το διάστημα της τετάρτης για μένα είναι «αγκαλιά» και εκείνο της πέμπτης είναι «κάλεσμα». Ό,τι πληροφορία χρειάζεται ένας μουσικός για την ερμηνεία ενός έργου, βρίσκεται μέσα στην παρτιτούρα. Με την σωστή της ανάγνωση ανακαλύπτεις τη μουσική.

Κ.ΓΡ. Είναι λογικό το θέμα του ξεκινήματος μιας καριέρας να είναι πρωταρχικής σπουδαιότητας για τα νέα παιδιά. Ψάχνουν τον τρόπο να αναδειχθούν σε μια εποχή που υπάρχει κορεσμός του κοινού της μουσικής από άχρηστες πληροφορίες και εντυπώσεις. Από την άλλη, διαχέεται ο απαράδεκτος μύθος πως «μεγάλα ταλέντα δεν υπάρχουν πια». Ακούω επί παραδείγματι: «Δεν υπάρχει πια Χατζιδάκις». Δεν υπάρχει πια Χατζιδάκις; Εγώ έχω γνωρίσει πάμπολλα αντίστοιχα ταλέντα! Υπάρχει όμως το περιβάλλον, παρέχονται οι ευκαιρίες και τα κίνητρα που θα δώσουν σε αυτά τα νέα ταλέντα τη δυνατότητα να ανθίσουν όπως άνθισε ο Χατζιδάκις στο ξεκίνημά του, αλλά και στην πορεία του; Εδώ όλα οδηγούν σε μια διαδικασία εφήμερης διασημότητας που καλά-καλά δεν προλαβαίνεις να βρεις τον εαυτό σου, για ποια καριέρα να μιλήσουμε; Άρα είναι σημαντικό να διδαχτεί ο επίδοξος καλλιτέχνης το πώς να διαχειριστεί την ικανότητα, τη δημιουργικότητα, αλλά και την επαγγελματική του τοποθέτηση στο χώρο. Και από ότι κατάλαβα η Volterra στήνεται και με τη φιλοδοξία να προσφέρει σε αυτή την κατεύθυνση.

Α.ΓΚ. Ακριβώς. Όσο και αν η ενότητα “Business of music” θεωρείται απο πολλούς πως δεν ανήκει στις καλλιτεχνικές μας αρμοδιότητες, η πραγματικότητα ειναι εντελώς διαφορετική. Καλώς η κακώς, δεν υπάρχει πια ο διάσημος ατζέντης, ο οποίος σε αναλάμβανε πλήρως και σου “έκτιζε” μια διεθνή καριέρα. Ο καλλιτέχνης σήμερα δεν περνάει κατευθείαν από το δωμάτιο μελέτης στη σκηνή σκεφτόμενος μόνο τη μουσική του. Σήμερα αν δεν ξέρεις: πώς να μιλήσεις στο τηλέφωνο, πώς να γράψεις ένα βιογραφικό, πώς να διαβάσεις ένα συμβόλαιο, πώς να στήσεις μια μη κερδοσκοπική εταιρεία, πώς να προβάλλεις τον εαυτό σου χωρίς να γίνεσαι φορτικός, δεν έχεις ελπίδα να κάνεις καριέρα.
Υπάρχει επίσης ένας εξαιρετικά σημαντικός παράγοντας, η ανθρώπινη επαφή. Αισθάνομαι ευγνώμων που είχα την τύχη και τις ευκαιρίες να βρεθώ δίπλα σε διεθνώς καταξιωμένους καλλιτέχνες του χώρου μας, οι οποίοι, όχι μόνο με στήριξαν πιστεύοντας στις ικανότητές μου, αλλά δεν δίστασαν επίσης, να μοιραστούν μαζί μου τη σοφία τους και τις υπαρξιακές αναζητήσεις τους. Αυτή λοιπόν η σημαντική “καλλιτεχνική κοινωνικοποίηση,” είναι μια ακόμη πλευρά της Volterra. Τις οκτώ ημέρες του σεμιναρίου, τις περνάμε όλοι μαζί σε ένα αισθητικά υπέροχο, (αρκετά ρουστίκ) χώρο,  περιστοιχισμένοι από μια πανέμορφη φύση, που μοιάζει να έχει βγει από πίνακα της Ιταλικής Αναγέννησης. Καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας και των διαφορετικών δραστηριοτήτων, καθηγητές και μαθητές συνυπάρχουν και ανταλλάσσουν απόψεις, γνώσεις, εμπειρίες, βιώματα. Αυτή η ανταλλαγή και η μάθηση εκ των πραγμάτων γίνεται μια αμφίδρομη διαδικασία.

Με την Έλενα Παπανδρέου στην Volterra

Κ.ΓΡ. Ένα άλλο θέμα, πολύ ουσιαστικό, είναι αυτό της αυτοπεποίθησης. Η καλλιτεχνική ιδιοσυγκρασία είναι από τη φύση της ευάλωτη. Καλείσαι λοιπόν εσύ που είσαι ο υπερευαίσθητος με την πολύπλοκη ψυχολογία να ανέβεις στη σκηνή και να έχεις το ‘θράσος’ το υπέρμετρο. Βλέπουμε λοιπόν ανθρώπους που, ενώ δεν είναι σημαντικοί καλλιτέχνες, στη σκηνή να υπερισχύουν στις εντυπώσεις, απλά επειδή είναι θαρραλέοι εξ ιδιοσυγκρασίας. Άρα, το επί σκηνής θάρρος (δεν θα ήθελα να το πω θράσος) είναι ένα απαραίτητο εργαλείο που πρέπει να έχει ο σωστός καλλιτέχνης, ώστε να μπορεί να επικοινωνήσει την Τέχνη του. Δεν νομίζεις ότι είναι στις υποχρεώσεις του δασκάλου να χτίσει και την αυτοπεποίθηση ενός μαθητή;

Α.ΓΚ. Η ψυχολογία του καλλιτέχνη είναι ιδιαίτερα πολύπλοκη και η αυτοπεποίθηση του καθενός μια εντελώς προσωπική υπόθεση. Αναπτύσσεται, αλλάζει και εξελίσσεται χέρι-χέρι με τον ίδιο τον καλλιτέχνη. Τροφοδοτείται  και εδραιώνεται με τις επιτυχίες, δέχεται κραδασμούς και αμφισβητήσεις. Όσο πιο ψηλά φθάνεις, όσο πιο πολλά μαθαίνεις, τόσο πιο πολύ μεγαλώνουν οι απαιτήσεις σου. Είναι μια πορεία που τελειώνει την ημέρα που αφήνεις την τελευταία σου ανάσα. Οι δάσκαλοι είμαστε σημείο αναφοράς για το μαθητή κατά τη διάρκεια της φοίτησης, η ευθύνη μας είναι τεράστια. Οι πράξεις μας και οι αντιδράσεις μας, καθορίζουν εξελίξεις και αυτός είναι ένας σοβαρός λόγος, για να υπάρχει μια συνειδητοποιημένη και ισορροπημένη συμπεριφορά από την πλευρά μας. Όσο φυσικά αυτό είναι εφικτό, γιατί, σαφώς, κανένας μας δεν είναι τέλειος.

Κ.ΓΡ.  Βλέπω δασκάλους οι οποίοι «πέφτουν πάνω από το μαθητή», αλλάζουν τα δάκτυλα σε κάθε μουσική φράση, υποβάλλουν ερμηνείες κλπ κλπ. Ουσιαστικά προσπαθούν να φτιάξουν μια κόπια του εαυτού τους. Προσωπικά έχω τη γνώμη πως ο δάσκαλος πρέπει να έχει μια «υψηλή-διακριτική επιστασία». Όχι βέβαια αδιαφορία, αλλά νομίζω πρέπει να δίνεις στον άλλο την εντύπωση ότι είσαι ο ακροατής που κάθεσαι και ακούς εκείνο που αυτός δημιουργεί. Εννοείται ότι μετά θα παρέμβεις και θα διορθώσεις, αλλά αυτό το «από δίπλα», σαν να είσαι ο προπονητής στο μποξ, δεν το θεωρώ σωστό. Συμφωνείς;

Α.ΓΚ. Ο δάσκαλος διαθέτει μια γνώση, η οποία καθοδηγεί τον μαθητή, τον εμπνέει, του δίνει τα απαραίτητα εφόδια, τον διορθώνει, τον στηρίζει και τον προτρέπει. Ο δάσκαλος δεν ελέγχει ασφυκτικά και δεν επιβάλλει τις απόψεις του γιατί, πάνω απ’  όλα, απαιτείται να σέβεται την προσωπικότητα του εκάστοτε μαθητή του. Ο ρόλος μας, είναι να περάσουμε τις γνώσεις μας, γνωρίζοντας πως και αυτές είναι περιορισμένες και να αφήσουμε τους μαθητές μας να ανοίξουν τα φτερά τους αποδεχόμενοι πως μπορεί να πετάξουν πιο ψηλά από εμάς!

Κ.ΓΡ. Ένα άλλο επίσης σημαντικό ζήτημα περί διδασκαλίας είναι αυτό που αποκαλούμε «τεχνική».

Α.ΓΚ. Φυσικά. Χωρίς τεχνική, είσαι αλυσοδεμένος. Δεν έχεις τα μέσα να εκφραστείς ελεύθερα μέσα από την τέχνη σου. Όμως, μια και κουβεντιάζουμε, θα ήθελα να ξεκαθαρίσω: τι είναι η τεχνική; Για πολλούς τεχνική είναι η ικανότητα να παίζεις γρήγορα. Όμως για μένα τεχνική είναι τα πάντα. Είναι ό,τι χρειάζεσαι, έτσι ώστε χωρίς συμβιβασμούς να  δώσεις ζωή και φωνή στα «ασπρόμαυρα σημαδάκια» της παρτιτούρας. Η τεχνική δεν είναι ανεγκέφαλη επίδειξη υπερθεάματος. Κάθε άλλο.

Κ.ΓΡ. Ένα επίσης πολύ σημαντικό θέμα που απασχολεί τους μουσικούς είναι το θέμα του «σκηνικού φόβου», του τρακ. Τι λες γι΄αυτό στους μαθητές σου ώστε να τους βοηθήσεις;

Α.ΓΚ. Τους λέω ό,τι λέω στον εαυτό μου. Τους προκαλώ να πειραματιστούν, να αφεθούν στο να λαθέψουν, να κατανοήσουν τα όρια τους και να τα υπερβούν. Τους προτρέπω να γνωρίζουν τη μουσική τους όπως γνωρίζουν την παλάμη του χεριού τους και κάνω ό,τι μπορώ να τους οργανώνω ευκαιρίες εμφανίσεων μπροστά σε κοινό. Τους μιλάω για τις δικιές μου εμπειρίες και αυτές συναδέλφων βοηθώντας τους να απομυθοποιήσουν τους “μύθους”. Δεν γνωρίζω έναν καλλιτέχνη, ο οποίος εκτίθεται χωρίς άγχος. Σημασία δεν έχει να μην έχεις άγχος, σημασία έχει πώς μπορείς το άγχος να το μετατρέψεις σε δημιουργία. Όλα αυτά και άλλα πολλά, ανήκουν στο κεφάλαιο «ψυχανάλυση κατά τη διάρκεια του μαθήματος» (γέλια).

Κ.ΓΡ.  ‘Όπως είδα, στη Volterra διδάσκονται σε νέους μουσικούς τρόποι αξιοποίησης του διαδικτύου, σε σχέση με την καριέρα τους. Το διαδίκτυο είναι νομίζω «πεδίο δόξης λαμπρόν» για εμάς που κάνουμε ένα είδος τέχνης εστιασμένο, μιας τέχνης που δεν έχει την υποχρέωση να αφορά όλον τον κόσμο. Πώς βλέπεις όλο αυτό το πράγμα με την διαδικτυακή κοινωνική δικτύωση, το αντιμετωπίζεις με φόβο ή με αισιοδοξία;

Α.ΓΚ.  Το διαδίκτυο είναι ένα καταπληκτικό εργαλείο με τεράστιες δυνατότητες. Θέλει όμως πάρα πολύ προσοχή! Όπως κάθε εργαλείο χρειάζεται και αυτό να χρησιμοποιηθεί με έλεγχο και γνώση, έτσι ώστε να περιορισθούν οι ανεπιθύμητες… παρενέργειες. Η  σχέση εξάρτησης των νέων παιδιών (και όχι μόνο) από το διαδίκτυο, είναι ένα φαινόμενο της εποχής μας, το οποίο κάθε άλλο παρά θετικό είναι. Η ναρκισσιστική υπερχρησιμοποίηση του Facebook μπερδεύει προσωπική και επαγγελματική ζωή και μετράει επιτυχίες με το μέγεθος μιας εικονικής (virtual) πραγματικότητας. Η άμεση πρόσβαση, όμως, σε μια παγκόσμια τράπεζα πληροφοριών, είναι κάτι το πραγματικά θαυμάσιο και εξαιρετικά βοηθητικό.

Κ.ΓΡ.  Σε ό,τι αφορά το ρεπερτόριο, στην κλασική κιθάρα δεν νομίζεις ότι είναι προβληματικό το γεγονός πως (σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει πχ στο βιολί ή στο πιάνο) προτού προλάβουμε να φτιάξουμε ένα καταξιωμένο ρεπερτόριο, έχουμε την τάση να το παρατάμε για να πάμε σε ένα άλλο και μάλιστα με πολύ έμφαση στα εφέ του οργάνου, ειδικά τα τελευταία χρόνια;

Α.ΓΚ. Η κιθάρα έχει ένα θαυμάσιο και πολύ πλούσιο ρεπερτόριο που, λόγω της ιδιωματικής φύσης της ως οργάνου, αγκαλιάζει έξι αιώνες μουσικής! Για τους ίδιους ακριβώς λόγους, έχει και πολλές τάσεις. Το κύριο χαρακτηριστικό τους όμως, είναι ότι έρχονται και παρέρχονται. Η ποιότητα όμως πιστεύω πως είναι διαχρονική και αντιστέκεται στο χρόνο.

Κ.ΓΡ. Και μιλώντας για έργα που βασίζονται στα εφέ. Οι «μαγικές νότες» της κιθάρας, οι συνηχήσεις, τα ευρηματικά αρπίσματα κτλ έχουν πλέον υπερχρησιμοποιηθεί. Δεν νομίζεις πως τα νεότερα έργα αυτού του είδους έχουν αρχίσει πια να ακούγονται ίδια;

Α.ΓΚ. Αισθάνομαι πως η κατάρα των καιρών μας, είναι η ποσότητα και όχι η ποιότητα. Η καινοτομία για την καινοτομία, η συνεχής αλλαγή που σε αφήνει ακίνητο και ο κατακλυσμός εντυπώσεων που σε αφήνει μουδιασμένο και προβληματισμένο. Δεν είμαι αντίθετη ως προς  τα “εφέ,” ούτε με τις “μαγικές νότες” της κιθάρας όταν σωστά ενσωματωμένες προσδίδουν μαγεία στο όργανο. Είμαι, όμως, κάθετα αρνητική ως προς τη μονομέρεια και την επανάληψη, καθώς και στο ρεπερτόριο που δημιουργείται για να κερδίζει εντυπώσεις.

Κ.ΓΡ. Είμαστε όμως στην εποχή της πρώτης ακρόασης-εντύπωσης και αυτό είναι ένα πρόβλημα…

Α.ΓΚ. Είναι πρόβλημα εάν δεχτούμε πως είμαστε υποχρεωμένοι να παρουσιάζουμε κυρίως το ρεπερτόριο της κιθάρας που εύκολα κερδίζει  τις πρώτες εντυπώσεις. Κανένας, ούτε καν οι τάσεις των καιρών, δεν μπορούν να καθορίσουν τις καλλιτεχνικές μας επιλογές. Πιστεύω άλλωστε, πως το κοινό μπορεί να ακούσει και να εκτιμήσει ακόμα και το πιο “δύσκολο” ρεπερτόριο, φτάνει αυτό να είναι σωστά παρουσιασμένο και ερμηνευμένο.

Κ.ΓΡ. Ο σωστός ακροατής έχει το ένστικτό να καταλάβει από ποιο σημείο και μετά “ψεύδεσαι”; Η τίμια και αυθεντική καλλιτεχνική διαδικασία είναι τελικά αυτή που γοητεύει τον ακροατή;

Α.ΓΚ. Σαφώς! Η ικανότητα να συγκινείς και να συγκινείσαι οδηγώντας τον ακροατή σου σε ψυχική ανάταση, είναι ένα θείο δώρο  που δεν αφήνει κανέναν αδιάφορο.

Κ.ΓΡ. Στη Volterra υπάρχει διαγωνισμός; 

Α.ΓΚ.  Όχι, στη Volterra δεν υπάρχει διαγωνισμός. Δεν συνάδει  με τη φύση του σεμιναρίου.


Κώστας Γρηγορέας, Κώστας Μακρυγιαννάκης, Αντιγόνη Γκόνη
(Ως μέλη της επιτροπής του Διαγωνισμού Κιθάρας «Νέοι Καλλιτέχνες 2013» της ΚΟΘ)

Κ.ΓΡ. Και μιας και η συζήτηση γίνεται με την ευκαιρία της κοινής συμμετοχής μας στην κριτική επιτροπή του Διαγωνισμού της Κρατικής Ορχήστρας Θεσσαλονίκης: Τι γνώμη έχεις για τους διαγωνισμούς;

Α.ΓΚ. Για ένα νέο ταλαντούχο μουσικό, οι διαγωνισμοί προσφέρουν ίσως ένα «χέρι βοηθείας» στα πρώτα βήματα της καριέρας του: είτε με τη μορφή απλά μιας ηθικής αναγνώρισης, είτε με τη μορφή κάποιας χρηματικής υποστήριξης. Είτε πάλι ενδεχομένως παρέχει την ευκαιρία για κάποια ρεσιτάλ και ορισμένες φορές ανοίγει το δρόμο για μια δισκογραφική δουλειά.  Στην αρχή της καριέρας μου, αντιμετώπισα τους διαγωνισμούς ως «αναγκαίο κακό», γιατί απλά πίστευα και εξακολουθώ να πιστεύω ότι η τέχνη και η μουσική  δεν είναι πρωταθλητισμός!
Σήμερα δεν θα έλεγα καν ότι οι διαγωνισμοί  είναι «αναγκαίοι», ούτε υποχρεωτικοί. Τους μαθητές μου δεν τους προτρέπω να συμμετέχουν σε διαγωνισμούς. Αυτό για το οποίο τους ενθαρρύνω, είναι να δουλέψουν σε βάθος το ρεπερτόριο που τους εκφράζει. Τώρα, εάν θέλουν να το παρουσιάσουν και σε διαγωνισμούς, τότε θα είμαι δίπλα τους να τους στηρίξω.
Πιστεύω ακράδαντα, πως οι καριέρες δεν «χτίζονται» μόνο πάνω στα βραβεία. Σε τελική ανάλυση, είναι πιο εύκολο να «κερδίσεις» μια ειδική επιτροπή ενός διαγωνισμού, από το να γοητεύσεις και να παρασύρεις με την μουσική σου ένα κοινό – μυημένο ή όχι.


Κώστας Γρηγορέας
www.grigoreas.gr
Ιούνιος 2014

Απομαγνητοφώνηση και επιμέλεια: Τίνα Βαρουχάκη

Μια μουσική για την πρόσχαρη Πρέβεζα

Όπως πολλοί που αγαπούν την ποίηση του Καρυωτάκη, από τα εφηβικά μου χρόνια είχα κατατάξει την Πρέβεζα στους μελαγχολικούς τόπους: «Θάνατος είναι οι κάργες που χτυπιούνται / στους μαύρους τοίχους και τα κεραμίδια, …»

ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ "ΠΡΕΒΕΖΑ"

ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ «ΠΡΕΒΕΖΑ» χειρόγραφο

Έπρεπε να περάσουν αρκετά χρόνια για να διαπιστώσω ιδίοις όμμασι πως ο θάνατος ήταν φωλιασμένος μονάχα στην ψυχή του σπουδαίου ποιητή κι όχι στα παλιά σπίτια, στα ενετικά κάστρα και στα γραφικά σοκάκια της Πρέβεζας. (Άλλωστε, αυτοκτόνησε μόλις ένα μήνα μετά την άφιξή του στην πόλη- 21 Ιουλίου 1928 η θλιβερή ημέρα…).

preveza_03

Όταν γνώρισα λοιπόν την πραγματική Πρέβεζα, αναγκάστηκα να αναιρέσω την ποιητικά γοητευτική αλλά σκοτεινή και τραγική ματιά του Καρυωτάκη. Την ευκαιρία μου την έδωσαν οι φίλοι -εξαιρετικοί συνάδελφοι και μαθητές- που γνώρισα μέσω του ωδείου Πολυρυθμία.

Το Ενετικό Ρολόι της Πρέβεζας

Το Ενετικό Ρολόι της Πρέβεζας (φωτ. Χ. Γκούβας)

Επισκέφτηκα την πόλη αρκετές φορές, συνδέθηκα με τον τόπο και τους ανθρώπους. Κολύμπησα και στο όμορφο (διόλου εφιαλτικό όπως το φανταζόμουν κάποτε) Μονολίθι, την παραλία όπου για μια ολόκληρη νύχτα λένε πως μάταια πάλευε ο ποιητής για την αναχώρησή του.
Τ
ο είχα λοιπόν στο μυαλό να συνθέσω μια δική μου μουσική εικόνα αυτού του ιδιαίτερου τόπου, που γεφυρώνει ιστορικά και πολιτιστικά την Ήπειρο με τα Επτάνησα. Ίσως και για να ξορκίσω τη μελαγχολία που νιώθω μπροστά στη θλιμμένη μορφή του αγάλματος του ευαίσθητου ποιητή, κάθε φορά που ανηφορίζω το σοκάκι έξω από το σπίτι όπου έζησε τις τελευταίες 35 δύσκολες ημέρες της ζωής του.

picKargiotakis-(2)

Η ευκαιρία δόθηκε με τις «Ημέρες Μουσικής Πρέβεζας 2013» και ήταν η παραγγελία για ένα έργο ειδικά γραμμένο για το κιθαριστικό σύνολο των πιο προχωρημένων σπουδαστών του καλοκαιρινού αυτού κύκλου εκδηλώσεων.

meres_mousikis_PREVEZA-afissa[1]

Η προσπάθεια δεν ήταν εύκολη, οι μεγάλοι ποιητές δημιουργούν σφραγίδες στην ψυχή που (ευτυχώς!) είναι δύσκολο να τις σβήσεις. Πόσο μάλλον στη δική μου περίπτωση που έχει προστεθεί και το μελάνι των αριστουργηματικών μελοποιήσεων του Καρυωτάκη από τη Λένα Πλάτωνος, που τόσες φορές ερμηνεύσαμε με τη Σαβίνα Γαννάτου στα ρεσιτάλ μας για φωνή-κιθάρα.
Η πρόθεση μου ήταν να κινηθώ αντίθετα, να φτιάξω μια μουσική που να αντανακλά το φως, την ομορφιά και την ιστορία της πόλης, ακροβατώντας σε μια καλοκαιρινή ελαφρότητα. Κι όλα αυτά λειτουργώντας αφαιρετικά, μιας και η μουσική έπρεπε να μην είναι μεν απλοϊκή, αλλά να είναι τεχνικά βατή για ένα μουσικό σύνολο σπουδαστών. Χωρίς την υπέρβαση της χρονικής διάρκειας ενός μουσικού ‘ποιήματος’, κάτι που άλλωστε μου αρέσει ιδιαίτερα.

Port_of_Preveza_2013[1]

Ουδεμία έκπληξη στον τίτλο: «Πρέβεζα» για κιθαριστικό σύνολο.
Τη διδασκαλία (3 ημέρες μόνο) και τη διεύθυνση του συνόλου, μου έκανε την τιμή να αναλάβει ο γνωστός και εξαιρετικός συνθέτης-θεωρητικός Νίκος Ντρέλας. Το επίπεδο της δουλειάς όλων νομίζω ότι είναι προφανές, ακόμη και στο τελείως ερασιτεχνικό και με παλιάς τεχνολογίας κάμερα (και μικρόφωνο) βίντεο που παραθέτω.
Με άψογη καθοδήγηση και με πολύτιμα εργαλεία το ταλέντο, τα νιάτα και την αγάπη για το έργο, οι νέοι κιθαριστές κατάφεραν μια πρώτη παρουσίαση που νομίζω πως περιέγραψε παραστατικά τη ‘δική μου’ φωτεινή και πρόσχαρη Πρέβεζα.
Υποθέτω και ελπίζω πως θα υπάρξουν και άλλες, ίσως και πιο επαγγελματικές παρουσιάσεις στο μέλλον. Όμως αυτή η πρώτη εκτέλεση θα μείνει για μένα, ελπίζω και για τους υπόλοιπους συντελεστές, αξέχαστη και ανεπανάληπτη. Για αυτό και θέλησα να την μοιραστώ μαζί σας.

Work composed for the students’ guitar ensemble of the PREVEZA MUSIC DAYS 2013 summer school.
Ensemble conductor: Nikos Drelas
The Guitarists (left to right): Yorgos Androulakis, Yorgos Athanassiou, Stavros Koudounas, Sara Heider, Dimitris Tsaparas, Katerina Fatourou, Marietta Martaki, Irene Kampouraki, Dinos Giannakos, Odysseas Patounas