[Νέο βίντεο] Κώστας Γρηγορέας: «Στίχος – στον Μίκη» (Θεοδωράκη), για φλάουτο, τσέλο και πιάνο

Κώστας Γρηγορέας: «Στίχος – στον Μίκη» (Θεοδωράκη)
για φλάουτο, τσέλο και πιάνο.

Δημήτρης Φωτόπουλος (φλάουτο)
Ευγένιος Μπένσης (τσέλο)
Δημήτρης Πέτροβας (πιάνο)

Ηχοληψία και ψηφιακή επεξεργασία: Κώστας Γρηγορέας
Βίντεο: Θανάσης Δέδες / Αίθουσα Φίλιππος Νάκας, Αθήνα

Advertisements

Περί κιθαριστικών ορχηστρών

(Αναδημοσίευση από το http://www.tar.gr)

Μια εισαγωγή, μάλλον υποκειμενική …
(του Κώστα Γρηγορέα)

Τα πολυμελή κλασικο-κιθαριστικά σύνολα έχουν πια μπει για τα καλά στη ζωή μας. Η αυτονόητη ανάγκη των πολυάριθμων εκτελεστών αυτού του δημοφιλούς οργάνου για συνεργασία, αλλά και η αναμφισβήτητη παιδαγωγική αξία (για μαθητές αλλά και ακροατές) της εν γένει ύπαρξης πολλών μουσικών συνόλων, δημιούργησε ένα μάλλον παράδοξο είδος ορχήστρας. Για να είμαστε ειλικρινείς, είναι περισσότερο «τέκνο της ανάγκης» των πολυπληθών κιθαριστών για συμμετοχή στα μουσικά δρώμενα, παρά ένα είδος ορχήστρας που ήρθε για να καλύψει κάποιο κενό του ηχητικού φάσματος η του ρεπερτορίου της μουσικής. Κι αυτό το αναφέρω χωρίς να θέλω καθόλου να υποτιμήσω την καλλιτεχνική αξία των όποιων επιτυχημένων προσπαθειών.

Το TaR επιθυμεί να προκαλέσει μια συζήτηση γύρω από αυτό το σοβαρό για τον χώρο θέμα, το οποίο πλέον δεν αφορά μόνο τους εν ενεργεία επαγγελματίες της μουσικής, αλλά και τους πάρα πολλούς ερασιτέχνες, μαθητές και γενικά λάτρεις του οργάνου. Η συζήτηση είναι απαραίτητη, μιας και στην σχεδόν ανεξέλεγκτη πραγματικότητα της ελεύθερης αγοράς και στην εύπιστη και μονίμως ημιπληροφορημένη σε θέματα τέχνης κοινωνία μας, είσαι πανεύκολα «ό,τι δηλώσεις». Οπότε, τα αγαθά παιδαγωγικά και καλλιτεχνικά κίνητρα κάποιων, πρέπει επειγόντως να βρεθεί τρόπος ώστε να διαφοροποιηθούν από τα κόλπα και τις φιλοδοξίες των επιτηδείων, των ατάλαντων και των ψώνιων.

Αυτό μάλλον μπορεί να γίνει μόνο με μια ανοιχτή «συζήτηση» μεταξύ καταξιωμένων ανθρώπων του χώρου της κιθάρας και της μουσικής γενικότερα, αλλά και οποιουδήποτε μουσικόφιλου έχει μια σοβαρή και εμπεριστατωμένη θετική ή αρνητική άποψη πάνω σε αυτό το θέμα. Μια συζήτηση που δεν έχει γίνει στην έκταση που επιβάλλεται, αν και υπήρξαν άρθρα που θα μπορούσαν να έχουν δώσει το έναυσμα (ΠΟΛΛΕΣ, ΠΑΡΑ ΠΟΛΛΕΣ ΚΙΘΑΡΕΣ… (του Νότη Μαυρουδή) – Μάιος 2016)

Ας ελπίσουμε λοιπόν πως το κείμενο του εκλεκτού συνεργάτη μας Νίκου Παναγιωτίδη, θα αποτελέσει το έναυσμα να ξεκινήσει πάλι μια σοβαρή συζήτηση, με σκοπό να ανακοπεί η εξέλιξη μιας χρήσιμης ιδέας όπως τα πολυμελή κιθαριστικά σύνολα, σε ένα ακόμη τηλεοπτικής αισθητικής τσίρκο, απαξιώνοντας συνολικά τον χώρο της κλασικής κιθάρας.


ΚΙΘΑΡΙΣΤΙΚEΣ ΟΡΧHΣΤΡΕΣ: ΠΟΙA EIΝΑΙ ΤΑ OΡΙA ΤΟΥΣ;
(Του Νίκου Παναγιωτίδη)

Η προσπάθεια καθιέρωσης της κιθάρας ως «σοβαρού» κλασικού οργάνου, κατάλληλου για τις ανάλογες αίθουσες συναυλιών, μετράει ήδη πάνω από έναν αιώνα. Η ζωή του κλασικού κιθαριστή όμως χαρακτηρίστηκε από μοναξιά. Παρά την ύπαρξη και έργων μουσικής δωματίου με άλλα όργανα και κοντσέρτων με συνοδεία ορχήστρας (και παρά την τεχνολογική πρόοδο στους τομείς τόσο της κατασκευής όσο και της τεχνητής ενίσχυσης που βοηθάει την ένταση αλλά και την ποιότητα του ήχου), ο κύριος όγκος του ρεπερτορίου και της μελέτης παραμένει σολιστικός.

Υπάρχει επίσης και σημαντική παράδοση με έργα -αυθεντικά και μεταγραφές- για δύο κιθάρες, σπανιότερα και τρεις ή τέσσερις. Φαίνεται όμως πως οι κιθαριστές δεν έχουν μεγάλη ροπή στις συνεργασίες, κι έτσι ο χώρος των μικρών συνόλων παραμένει περιορισμένος. Τα τελευταία χρόνια όμως εμφανίζονται, στην Ελλάδα τουλάχιστον, σύνολα όλο και μεγαλύτερα. Και μαζί τους, όλο και μεγαλύτερα προβλήματα…

Η πρώτη προσπάθεια, αν δεν κάνω λάθος, έγινε από τον Δημήτρη Φάμπα στα τέλη της δεκαετίας του ’70. Με ορχήστρα 12 ατόμων, σε τρίφωνη ή τετράφωνη συνήθως γραφή. Ιδωμένη από κάποια απόσταση, είχε σημαντικές αδυναμίες: Έργα μεταγραμμένα από το πιάνο ή το συμφωνικό ρεπερτόριο, με κάπως απλοϊκό τρόπο – μοιράζουμε τις νότες και …ό,τι βγει, με τις «πρώτες» κιθάρες να παίζουν τις δύσκολες και τις υπόλοιπες να συνοδεύουν, χωρίς πολλές-πολλές απαιτήσεις μουσικότητας, αρκεί το αποτέλεσμα να είναι συγχρονισμένο και χωρίς λάθη. Λογικό, όταν μιλάμε για πρωτόλειες προσπάθειες.

Ακολούθησαν και άλλες, προσανατολισμένες περισσότερο στο εκπαιδευτικό κομμάτι, εκεί όπου η συνεργασία και η εξάσκηση της ακοής μέσα σε ένα σύνολο όντως παίζουν σημαντικό ρόλο. Κάποιες απόπειρες έγιναν και σε υψηλότερο επίπεδο, χωρίς όμως να βρουν λύση σε μια σειρά από ζητήματα: Η ένταξη σε ένα σύνολο απαιτεί προσαρμογή -για να μην πω υποταγή- της προσωπικότητας στον ήχο του συνόλου και το μουσικό όραμα του μαέστρου. Το οποίο όραμα, με τη σειρά του, για να είναι πειστικό, πρέπει ο μαέστρος να είναι …στ’ αλήθεια μαέστρος! Να έχει δηλαδή, εκτός της σχέσης του με το όργανο, ειδικές και εξασκημένες γνώσεις αφενός στην ανάγνωση του μουσικού έργου και αφετέρου στη διαχείριση των μουσικών, ώστε και το έργο να αναδείξει και τα άτομα να μετατρέψει σε πρόθυμους υπηρέτες του συνόλου. Και για να λειτουργήσουν όλα αυτά, κακά τα ψέματα, πρέπει εκτός των άλλων να βρεθεί και χρηματοδότηση! Διότι για να υπάρξει ένα πραγματικά επαγγελματικό σύνολο, να απασχολεί επαγγελματίες μουσικούς και να ζητάει απ’ αυτούς να αφιερώσουν ικανό χρόνο, σε μελέτη πρωτίστως και σε πρόβες (ώστε οι πρόβες να αναλώνονται σε μουσική εργασία και …όχι σε μελέτη) πρέπει να μπορεί να τους προσφέρει και αμειβόμενες εμφανίσεις. Νομίζω γίνεται εύκολα αντιληπτό το αδιέξοδο.

Αλλά και στο καθαρά μουσικό επίπεδο, χρειάζεται γενναία αντιμετώπιση των πολλών τεχνικών ζητημάτων. Πρώτο απ’ όλα, το θέμα «έκταση». Μέσα σε τρεις οκτάβες και κάτι, δεν μπορεί να υπάρξει παρά φτωχό αποτέλεσμα. Η τεχνολογία όμως έχει προχωρήσει, υπάρχουν πλέον χορδές έως και οκτάβα χαμηλότερες και μια τετάρτη και παραπάνω ψηλότερες. Σύνολο με έκταση πέντε οκτάβες και μάλιστα τους πλούσιους αρμονικούς της χαμηλότερης, είναι εντελώς διαφορετικών προδιαγραφών. Και του ανοίγονται και δρόμοι επέκτασης του ρεπερτορίου, αρχικά των μεταγραφών και στη συνέχεια ίσως και νέων συνθέσεων, δημιουργημένων όμως χωρίς τους περιορισμούς της φυσικής έκτασης του οργάνου.

Δεύτερο και εξίσου σημαντικό, το φραζάρισμα. Βλέπει κανείς μιά συμφωνική ορχήστρα και όλα τα έγχορδα παίζουν με το ίδιο δοξάρι! Προφανώς δεν αφήνεται στην τύχη του το θέμα, γιατί εξασφαλίζει την ενότητα του ήχου. Σ’ ένα σύνολο από κιθάρες πρέπει, επομένως, να υπάρχει κοινή δακτυλοθεσία και να τηρούνται οι αναλογίες στις φράσεις – πού αλλάζουμε θέση, πού αλλάζουμε χορδή – μεταξύ όλων των φωνών. Τρίτο, να γίνει σοβαρή εξάσκηση στο θέμα του συγχρονισμού και της κοινής αναπνοής. Η ατάκα στο νυκτό όργανο είναι «απότομη», η παραμικρή απόκλιση ακούγεται και μάλιστα …πολύ άσχημα. Ενώ και το κούρδισμα δεν είναι τόσο απλή υπόθεση, καθώς αφενός το όργανο κουρδίζεται σε τέταρτες, αφετέρου το καθένα έχει τις ιδιοτροπίες του και οι γνώσεις των μουσικών στα θέματα του συγκερασμού εξακολουθούν να είναι κατ’ ουσίαν ανύπαρκτες. (Έχω γράψει στο TaR σχετικά, http://www.tar.gr/content/content.php?id=1395 ). Ακόμη και η επιλογή του ρεπερτορίου είναι καίριο ζήτημα, ώστε να μην πλησιάζει εν τέλει η κιθαριστική ορχήστρα στον ήχο της μαντολινάτας προκειμένου να ανταποκριθεί σε νότες μεγάλης διάρκειας, επαναλαμβάνοντάς τες. Αφού λυθούν όλα τα παραπάνω, τότε μόλις αρχίζει η περιπέτεια της προσέγγισης του μουσικού έργου – των στυλιστικών ιδιαιτεροτήτων, της ερμηνείας, της πλαστικότητας του ρυθμού, της δυναμικής, της ποικιλίας των ηχοχρωμάτων…

Όλα αυτά προϋποθέτουν γνώσεις και σοβαρή ενασχόληση που είμαι πεπεισμένος ότι ουδέποτε υπήρξαν σε κιθαριστική ορχήστρα – τουλάχιστον, για να μην είμαι άδικος, δεν τα έχω ακούσει ποτέ στο αποτέλεσμα. Τα έχω ακούσει, αντιθέτως, στις μεγάλες, παραδοσιακές ορχήστρες νυκτών στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, που είναι πραγματικά εντυπωσιακές, σε ακρίβεια και μουσικότητα. Δεδομένης φυσικά της παράδοσης και της υποδομής του είδους στις χώρες αυτές. Στη Δύση, πιο ενθαρρυντική περίπτωση βρίσκω την ορχήστρα της Βαρκελώνης που δείχνει αρκετά δουλεμένη· πάντως προς το παρόν είναι αφιερωμένη στο Ισπανικό και Λατινοαμερικάνικο ρεπερτόριο, με ό,τι αυτό σημαίνει για τον ήχο και το ύφος.

Μέσα στο πλαίσιο αυτών των ελλείψεων και προβλημάτων, στη δική μας χώρα αντί μουσικής προόδου παρατηρείται τα τελευταία χρόνια ένα πληθωριστικό φαινόμενο: Οι αριθμοί των μελών στις κιθαριστικές ορχήστρες ανεβαίνουν …επικίνδυνα. Ακούμε για εκατό κιθάρες, εκατόν είκοσι, διακόσιες, για …παγκόσμια ρεκόρ ποιος την έχει πιο μεγάλη, πράγματα που αντικειμενικά δεν γίνεται να έχουν μουσικό αποτέλεσμα. Τι αποτέλεσμα έχουν; Γίνεται αυτό που λέμε «μπούγιο», δεκάδες άτομα επί σκηνής να παίζουν χωρίς να ακούγονται, φίλοι και συγγενείς από κάτω – όπως γίνεται και στις χορωδίες, το επί σκηνής πλήθος εξασφαλίζει κάποια εισιτήρια – έτσι ώστε τελικά ούτε το ακροατήριο αλλά ούτε και οι ίδιοι οι συμμετέχοντες ασκούνται στη σοβαρή μουσική δημιουργία.

Το έσχατον δε (από όλες τις απόψεις) δείγμα που έπεσε στην αντίληψή μου, ξεπερνάει τα όρια της προχειρότητας και τείνει πλέον προς την απάτη: για να συμμετάσχεις στην ορχήστρα, λέει η διαφήμιση, «δεν χρειάζεται να έχεις γνώσεις κιθάρας ή μουσικής. Θα τα μάθεις όλα εκεί». Αλλά και «θα νιώσεις πρωταγωνιστής και star στην παγκόσμια μουσική σκηνή, θα γράψεις Ιστορία και θα σε γράψει η Ιστορία της Μουσικής». Και επίσης, «μέσα από τα Grades Σπουδών» της ορχήστρας μπορείς να γίνεις «επίσημος Σολίστ 7 Αστέρων» (!) με διεθνή σφραγίδα και πιστοποίηση, από κάποια «Διεθνή Ακαδημία Κιθάρας». Τύφλα να ‘χουν τα ανάλογα τηλεοπτικά σκουπίδια, δηλαδή (που απευθύνονται σε φωνές, φυσικά, γιατί πού να τολμήσουν να παρουσιάσουν όργανα σε λίγα μαθήματα).

Σε μια εποχή που προσπαθούμε να προστατέψουμε όχι απλώς ο καθένας τη δουλίτσα του, αλλά το πολύπαθο, πολλαπλώς μετέωρο και ακατοχύρωτο επάγγελμα του μουσικού και ιδιαίτερα του καθηγητή μουσικής, που προσπαθούμε να πείσουμε τους μαθητές μας, τους γονείς τους, την κοινωνία, την εξουσία, ότι το να μάθεις μουσική δεν είναι καθόλου απλή και επιπόλαιη υπόθεση, και ότι πρέπει επιτέλους οι πολύχρονες και ακριβές σπουδές μας να τύχουν της αναγνώρισης που τους αξίζει, την ώρα που υφιστάμεθα ήδη πόλεμο από τις νεότερες γενιές που σπούδασαν στα Πανεπιστήμια και θεωρούν εαυτούς εξ ορισμού υπέρτερους, υποτιμώντας κατά απαράδεκτο τρόπο τους άξιους συναδέλφους και τους καθηγητές τους, είναι ανεπίτρεπτο να «προσφέρεται» από οπουδήποτε δήθεν εύκολη εκμάθηση και διεθνής αναγνώριση, με όρους ακαθόριστους ή εν πάση περιπτώσει εκτός της κατά νόμον οδού, σκάβοντας εν τέλει το λάκκο ολωνών μας: Έτσι οπλίζεται η φαρέτρα των εχθρών του κλάδου που δεν χάνουν ευκαιρία να μας κατατάσσουν όλους συλλήβδην στην κατηγορία των απατεώνων, ότι τάχα προσπαθούμε απλώς να εξασφαλίσουμε «ένα χαρτί» το οποίο στην πραγματικότητα δεν αξίζουμε. Η αλήθεια είναι μία και ίδια για όλους μας: δυστυχώς, δεν υπάρχει τρόπος να πας κάπου άσχετος και σε λίγα χρόνια να βγεις όχι μόνο σχετικός, αλλά και …σολίστ με διεθνή αναγνώριση. Αντιθέτως, χρειάζεται κόπος, χρόνος και ικανότητες απλώς και μόνο για να σταθείς στο χώρο. Ας γίνει τουλάχιστον αυτό κοινή συνείδηση, ώστε να αντιστεκόμαστε στις απατηλές «σειρήνες».

Δεν επιθυμώ να δυσφημίσω κανέναν. Αλλά και δεν ανέχομαι να δυσφημίζονται εμμέσως πλην σαφώς χιλιάδες εργαζόμενοι μουσικοί που βάλλονται απ’ όλες τις πλευρές. Προσοχή, λοιπόν, και ο καθείς να αναλάβει τις ευθύνες των λόγων και των έργων του. Εν κατακλείδι, όσοι επιθυμούν να στήσουν κιθαριστικά σύνολα με κάποιες αξιώσεις, οφείλουν να απορρίπτουν τις βολικές ευκολίες  -πόσο μάλλον τις απόπειρες εξαπάτησης- και να ασχοληθούν εξαρχής σοβαρά με όλα τα θεμελιώδη ζητήματα που τα αφορούν, ώστε να μας πείσουν για την αναγκαιότητα της ύπαρξής τους.


Νίκος Παναγιωτίδης
http://panagiotidistar.wordpress.com/
Σεπτέμβριος 2018

JULIAN BREAM: 85 Χρόνια μιας αξιοζήλευτης ζωής

Προφανώς και είναι απολύτως περιττό να αναφέρω οτιδήποτε σχετικό με την καριέρα του Maestro Julian Bream,
ο οποίος προσφάτως (15 Ιουλίου) έκλεισε τα 85 χρόνια της πολύτιμης ζωής του.
Χρόνια, που τα περισσότερα από αυτά γέμισε με ανεπανάληπτους μουσικούς θησαυρούς.
Τόσους πολλούς μάλιστα, ώστε κατά την ταπεινή μου γνώμη, να έχει κάθε δικαίωμα να υπερηφανεύεται
περισσότερο από κάθε άλλον κιθαριστή, πως οδήγησε το ρεπερτόριο της κλασικής κιθάρας στην σύγχρονη κλασική μουσική.

Ας του ευχηθούμε λοιπόν, ακούγοντας κάποια από τα αριστουργήματα που ο μέγας Benjamin Britten του εμπιστεύτηκε.
Η επιλογή έγινε από τον συνεργάτη του TaR Δημήτρη Κυπραίο και θερμά την προσυπογράφω.

Χρόνια σου πολλά λοιπόν Δάσκαλε!
Να είσαι πάντοτε ευτυχισμένος και δημιουργικός.

[Σπάνιες Ηχογραφήσεις]
JULIAN BREAM (κιθάρα) – PETER PEARS (τενόρος)
ερμηνεύουν
BRITTEN
(του Δημήτρη Κυπραίου)

Αφιέρωμα Keith Jarrett

1. KEITH JARRETT
(Του Βασίλη Τζαβάρα)

2. Ο ΚΛΑΣΙΚΟΣ JARRETT
(Ο μουσικός μέσα από τις σκέψεις του)
(Της Έφης Αγραφιώτη)

3. Keith Jarrett: PHOTO ALBUM
(Της Έφης Αγραφιώτη)

4. (8/5) ΧΡΟΝΙΑ ΣΑΣ ΠΟΛΛΑ ΚΥΡΙΕ JARRETT !
(της Έφης Αγραφιώτη)

5. Keith Jarret – ΗΧΗΤΙΚΟ ΠΟΡΤΡΕΤΟ (από τον Κώστα Γρηγορέα)

Τεχνική επιμέλεια Κώστας Γρηγορέας
(Η επιμέλεια του κειμένου είναι ευθύνη του αρθρογράφου)

ΠΗΓΗ: http://www.tar.gr

Ο ΜΥΣΤΙΚΟΣ ΚΗΠΟΣ ΤΗΣ ΑΡΛΕΤΑΣ (Του Νότη Μαυρουδή)

Είναι ό,τι πιο δύσκολο, συναισθηματικά, να γράψω για τον θάνατο ενός γνώριμου προσώπου, με το οποίο βίωσα καλλιτεχνική δράση και φιλική σχέση, για ένα μεγάλο κομμάτι τής κοινής ζωής μας. Με την Αρλέτα γνωρίστηκα από το ξεκίνημα της τραγουδιστικής διαδρομής της το 1966, όταν η ατομικότητά της «έσπασε» τα όρια τής ιδιωτικής της σφαίρας και πέρασε σε εκείνη τής δημοσιότητας.
Δεν είναι εύκολη μια τέτοια μετάβαση, ιδιαίτερα σε χαρακτήρες όπως εκείνον τής Αρλέτας. Έναν χαρακτήρα που δύσκολα τον περιόριζες ή τον ανάγκαζες να συμπεριφερθεί κατά τα ειωθότα και να παραβεί τις δικές της ιδιαιτερότητες, την ελευθερία (όπως η ίδια την αντιλαμβανόταν), τα ατομικά δικαιώματα, τις πνευματικές επιλογές και τις συμπεριφορές κάθε φορά που επρόκειτο να έρθει σε επαφή με έναν διαφορετικό κόσμο…
Εκεί, ιδιαίτερα στο τελευταίο σημείο, η φίλη μας, έπρεπε να κάνει μεγάλο αγώνα. Τα «ειωθότα» τού κόσμου δεν μπορούσαν να καλύψουν το πνεύμα ανεξαρτησίας της και να την κάνουν να… συμφιλιωθεί με έναν κόσμο που την άκουγε μέσα στους μικρούς και άβολους χώρους των μπουάτ τής Πλάκας. Όλα αυτά στις περιόδους, χοντρικά από το 1966 έως το 1970, που ο κύκλος «μπουάτ» και «Νέο Κύμα» αρχίζει να ολοκληρώνει την λειτουργία του, λόγω των εμποδίων τής αστυνόμευσης και της λογοκρισίας τής Χούντας.

Χρειάστηκε να της κάνω κάποια μαθήματα κιθάρας για να της τοποθετήσω τα δάχτυλα, ώστε να παίζει με μεγαλύτερη ευκολία. Ίσως δεν είχε συνειδητοποιήσει πως η συγκεκριμένη προσπάθεια ήθελε δουλειά, μελέτη, υπομονή, χρόνο. Δεν διέθετε όμως αυτά τα απαραίτητα στο δυναμικό της. Τη… νίκησε ο πρακτικός τρόπος παιξίματος της κιθάρας. Ωστόσο, αγαπούσε τον ήχο της και γνώριζε πολύ καλά πως με τον ήχο μιας κιθάρας θα πορευτεί και θα σχηματίσει το δικό της σήμα κατατεθέν. Γι’ αυτό και κάποιοι την παρομοίωσαν με την Joan Baez…
Σε σημείωμά της, ζήτησε να φύγει για τον άλλο κόσμο παρέα με την πρώτη κιθάρα της, επιθυμία, ομολογώ, πολύ συγκινητική…
Κάναμε δισκογραφία με δικά μου τραγούδια, καθώς και άλλων συνθετών (Σπανού, Κοντογιώργου, Χουλιαρά), με τους πρώτους δίσκους της. Ξαφνικά τα ραδιόφωνα της εποχής (κυρίως το Πρώτο και Δεύτερο πρόγραμμα τής τότε μονοπωλιακής κρατικής Ραδιοφωνίας) γέμισαν τις μεταδόσεις τους με τα τραγούδια αυτής τής μυστηριώδους φωνητικής προσωπικότητας. Αυτή την δημοσιότητα την βίωνε με δυσκολία και πολλές φορές ερχόταν σε σύγκρουση με το κοινό της, ή σε συνεντεύξεις με δημοσιογράφους, μέσα από το αιχμηρό της χιούμορ, έστω και αν ήταν σε απ’ ευθείας μετάδοση. Δεν συμπαθούσε τη δημοσιότητα και με κάθε ευκαιρία το έδειχνε…

Με πατέρα φιλόμουσο και καλλιεργημένο γιατρό, η Αρλέτα υπήρξε αγαπητή στους φίλους/ες της. Της άρεσαν οι παρέες και τα φιλολογικά ξενύχτια τής εποχής. Συμμετείχε σε συζητήσεις και της άρεσε να φιλοσοφεί με τον δικό της ιδιαίτερο τρόπο, που μερικές φορές εκνεύριζε τους συνομιλητές της επειδή ξέχναγε να σταματήσει… Πάντα αγκαλιά με τα γατιά και τον σκύλο της, ήταν γνωστή ψυχούλα των απροστάτευτων ζώων και είχε το δικό της «δίκτυο» φιλόζωων. Γνώριζε σε απόλυτο βαθμό λεπτομέρειες τής ψυχολογίας των γάτων και συνεχώς καταγινόταν με αυτά τα επτάψυχα, με μητρική προστασία. Βεβαίως, οι αναφορές της σ’ αυτά ζωάκια έφτασαν και μέσα στη στιχουργική θεματολογία των τραγουδιών της.

Το 1977 δισκογραφώ το «Παιδί τής γης», πάνω σε ποιήματα τού Μάνου Χατζιδάκι από τη «Μυθολογία» του, τα οποία είχα μελοποιήσει κατά τη διαμονή μου στην Ιταλία. Η παρέμβαση του Αλέξανδρου Πατσιφά, για να πραγματοποιηθεί αυτή η παραγωγή ήταν αποφασιστικός παράγων. Ήταν αυτονόητο πως είχα στα αυτιά μου τη φωνή της και της έκανα αμέσως την πρόταση, για να ερμηνεύσουν τα τραγούδια μαζί με τον αγαπητό μας Ηλία Λιούγκο. Στρωθήκαμε στη δουλειά. Της έδωσα να μάθει τις μελωδίες, τα κείμενα και της είπα πως θα είναι και ο ίδιος ο Μάνος στο studio, για να ακούσει την ατμόσφαιρα των τραγουδιών. Ένιωσε σαν το μαθητούδι που θα το εξέταζε ο Γενικός Επιθεωρητής Εκπαίδευσης… Αγαπούσε βαθύτατα τον Χατζιδάκι και τα τραγούδια με ιστορία και παράδοση. Κατάφερε, εντέλει, να διαθέτει στο δισκογραφικό της ρεπερτόριο ό,τι τραγούδι τη συγκινούσε από το παρελθόν των πατεράδων και των παππούδων της. Εκτός από τα τραγούδια τού Νέου Κύματος, ερμήνευσε δικά της τραγούδια καθώς και Θεοδωράκη-Χατζιδάκι, Κραουνάκη, Γιαννίδη, Αττίκ, παλαιά ρεμπέτικα, καντάδες και άλλα. Όλα με τη δική της ερμηνευτική σφραγίδα, αφήνοντας για μας κάποιες σκέψεις για συζητήσεις…

Ήταν ένας καθ’ όλα «δικός μας» άνθρωπος και χαιρόμασταν την παρέα της στις δεκαετίες ‘60, ’70, ’80, ‘90. Έκτοτε η καθημερινότητα μάς εγκλώβισε. Η παρέα άλλαξε πρόσωπα. Γίναμε γονείς, παππούδες, άλλαξε ο προσανατολισμός τής παρέας, και τα τελευταία χρόνια η εύθραυστη υγεία της την «υποχρέωνε» να μπαινοβγαίνει σε νοσοκομεία και να συναναστρέφεται γιατρούς. Απομονώθηκε, ωστόσο, είχε και το πείσμα να παρουσιάζεται ενίοτε στον κόσμο και να τραγουδάει, με συνεργάτη τον στενό της φίλο Λάκη Παπαδόπουλο. Η φωνή της αναλλοίωτη. Η σκηνική και σωματική της δυσκολία δεν στάθηκε εμπόδιο για το κοινό της, που την ακολουθούσε όπου και αν εμφανιζόταν. Είχε ήδη γίνει «σημείο αναφοράς» και σύμβολο μιας εποχής. Ο λυρισμός, η χαμηλόφωνη ερμηνεία και η ποιητική ατμόσφαιρα, ήταν το σήμα της. Με αυτά πορεύτηκε, πενηνταένα (51) χρόνια, παρόλη την κραυγαλέα και θορυβώδη εποχή τής παγκόσμιας ροκ υστερίας…

Δεν στάθηκε όμως τυχερή. Η συσσωρευμένη πνευματική ενέργεια που είχε μέσα του αυτό το δυσκίνητο σώμα, δεν κατάφερε να εμποδίσει τις εγκεφαλικές επιπλοκές που την καταταλαιπώρησαν στο τελευταίο κομμάτι τής ζωής της. Νιώθω τυχερός που την συνάντησα στη διαδρομή μου. Με τον τρόπο της μου έδειξε μερικά κρυφά σημεία τής ζωής, που μου στάθηκαν ιδιαίτερα χρήσιμα.
Θα την τοποθετήσω σαν μια ξεχωριστή σελίδα στο ελληνικό τραγούδι, που, όμοιά της δεν γνωρίζω. Η φωνητική-ηχητική της ιδιαιτερότητα έμεινε ανέγγιχτη από ομοιότητες και προσπάθειες αντιγραφής.

Τι να πούμε με αυτή την αποχώρηση; «Τέλος εποχής»; Όχι. Θα πούμε και πάλι πως «η ζωή συνεχίζεται» Σε μια χώρα, όπου η κουλτούρα τού τραγουδιού είναι πολύ ισχυρός παράγοντας, η ποικιλία των φωνών δεν θα πάψει ποτέ να υπάρχει και να προκαλεί τις αισθήσεις τής Μεσόγειας ανθρωπογεωγραφίας μας. Θυμηθείτε: Κ. Χωματά, Γ. Ζωγράφος, Λ. Παππάς, Α. Γεωργίου, Αρλέτα, αποχώρησαν. Οι δημιουργοί-συνθέτες τής αντίστοιχης περιόδου παραμένουν. Οι απουσίες τών Χατζιδάκι, Λοΐζου, Λάγιου, Κουγιουμτζή, Κηλαηδόνη, Τόκα, ηχούν ακόμα δυνατά… Ωστόσο, οι προσωπικότητες που φεύγουν θα μας απασχολούν, μέσα από το έργο τους συνεχώς και θα σημειώνουμε τα κενά που θα ανοίγουν στο πέρασμα του χρόνου
Νότης Μαυρουδής
Αύγουστος 2017
Επιλογή οπτικοακουστικού υλικού: Κώστας Γρηγορέας

 

Interview with Kostas Grigoreas @MovingClassics.tv – Germany

Kostas Grigoreas talks about his «soloist-composer» nature, how to be open to new ideas and how to use music tools to experiment with everything, without hesitation.

What does music mean to you personally?

It is difficult to answer. Music has been part of my life as long as I remember myself.

Do you agree that music is all about fantasy?

I agree, but I think that fantasy cannot function without reality. Combining both in a composition or performance, gives the essential contrast that leads to musical excitement.

If you were not a professional musician, what would you have been?

Probably an engineer, related to electronics. I love everything that is related with technology and I feel happy that I can use it to create, perform, record and promote music. On the other hand, if I was not musically talented, I would probably be happy as a recording engineer.

The classical music audience is getting old, are you worried about your future?

The music audience generally, is getting old. I think that most of the stuff that young people „consume“ now is far from what I should consider as music. I would call that stuff „entertaining audio products“ and I am OK with that. They are nice if you want to dance or (just) mention the problems of your life, but no, for me they are not the art of music. All these products are far, not only from classical music, but also from all other honest artistic music genres, like Traditional, Jazz, quality Rock and Folk, etc. The audience diminishes in every real music genre. It is sad, but it will pass…

What do you envision the role of classical music to be in the 21st century? Do you see that there is a transformation of this role?

Of course there is a transformation. The classical music performer is not anymore in his room practicing countless hours for the „one concert“. The classical composer is not anymore creating music „to be discovered“ some years later. Music technology and use of the internet has given new tools for everyday creation and performance. Reaching your audience is a completely different process, in comparison to the (even near) past.

When I say that classical music is searching for new ways or that classical music is getting a new face, what would come to your mind?

Classical musicians were never isolated. Absorbing ideas and feelings from other cultures and music genres was always an inspiration for all really talented artists. However, music from all over the world is now at our fingertips (and ears) all day long. It is normal that classical music should become more and more „open“. For me, that is a blessing. I can perform or create music as I want it, no obligation to be „tonal“ or „atonal“ or „serial“, etc. My artistic palette may include everything, without any guilt!

Do you think we musicians can do something to attract the young generation to the classical music concerts? How will you proceed?

I think that being honest and simple is enough. Young people don’t like the snobbish attitude in art. Of course, mixing sound with video, acting, dance, etc. can help to expand our audience. I like every creative collaboration of the arts. But I also like the simplicity of „just music“. To close your eyes and immerse yourself in music.

Tell us about your creative process. Do you have your favorite piece (written by you). How did you start working on it?

It i not easy to answer. I have been a guitar soloist for all my life and I cannot „escape“ from that attitude. Quite a lot of my guitar works were created to be performed by myself. However, some of them proved to be more suited to my performer’s personality and they have become „mine“, and maybe I love them more, as I enjoy them through performance. Some were suited to others, and they „went away“. Generally speaking, I see my music from a distance. Maybe it is normal, as I am a composer that needs motivation to make music. Most of the time, that motivation is the admiration for others, musicians or groups that finally perform them.

We, Moving Classics TV, love the combination of classical music with different disciplines: music and painting, music and cinematography, music and digital art, music and poetry. What do you think about these combinations?

We are musicians, but mainly we are artists. Collaboration with other arts is an obligation and a great motive for creation and artistic pleasure.

Can you give some advice to young people who want to discover classical music for themselves?

To listen as much as they can to the work of the great masters of our art, composers, performers, maestros. To be open to new ideas and (if they are technically educated) to use their music tools to experiment with everything, without hesitation. Classical music in the 21st century is the only music that really has no borders. Think about it. You are free to create or be in any style you want. You can even create your own unique style, no need to be labeled as experimental, traditional, jazz, rock, etc.

Now it is common practice in the media to say that classical music is getting into the consumption business, do you agree? We are speaking about the supply and demand rules and how to sell your “product”, in your case your compositions. How do you see it?

You cannot create honest art following the market rules. Innovation can rarely become profitable. Fake innovation yes, all media are full of clichéd audio products labeled as „brand new“. Of course, a work of art can become mainstream and profitable when it matures. Nevertheless, I believe that an artist must be free from market rules. That is why I think it is necessary for all kinds of fine art to be financially supported, preferably by the state.

What projects are coming up? Do you experiment in your projects?

I recently completed a recording project, a collection of guitar works by myself and other composers of the 20th & 21st centuries. Its title is „Kostas Grigoreas: Recording Guitarist”, and you can listen on youtube:

or buy at https://www.cdbaby.com/cd/kostasgrigoreas4

I am now recording some solo works, including my favorite guitar composition by Benjamin Britten „Nocturnal after John Dowland, op.70“. I am also preparing a collection of works by me, performed by various small instrumental groups.
To conclude, I should mention that I like to make music for solo instruments or for small groups where each instrument „plays a role“. Probably, my soloist-composer nature leads me to that.

Source: http://movingclassics.tv/fantasy-notes-interview-with-greek-composer-kostas-grigoreas/

ΒΑΣΙΛΗΣ ΤΕΝΙΔΗΣ – Έφυγε ο συνθέτης, αρχιμουσικός και κιθαριστής

Ο Βασίλης Τενίδης υπήρξε μια σημαντικότατη προσωπικότητα στο χώρο της Ελληνικής μουσικής, αλλά και της κιθάρας.
Πολύπλευρος καλλιτέχνης, άφησε το στίγμα του ως συνθέτης ωραιότατων έργων, αλλά και ως ενορχηστρωτής-συνδημιουργός εμβληματικών έργων της Ελληνικής τραγουδοποιίας και οργανικής μουσικής.
Σημαντικότατη επίσης είναι και η συνεισφορά του στο ρεπερτόριο της Ελληνικής μουσικής για την κλασική κιθάρα, του οργάνου που υπηρέτησε, κυρίως ως συνοδός, με συνέπεια και ταλέντο.

Γεννήθηκε στη Λάρισα, στις 11/11/1936 και απεβίωσε στις 7/2/2017.
Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας και παράλληλα κλασσική κιθάρα με τους Κώστα Κεφαλόπουλο, Ιβάν Ψίουκοφ και θεωρητικά με τον Γιάννη Α. Παπαϊωάννου.

Στη διάρκεια της δεκαετίας του 1960 δημιούργησε τραγούδια και μπαλάντες, που προσδιόρισαν το ύφος του ελληνικού Νέου Κύματος. Τραγούδια του ερμήνευσαν οι Γιώργος Ζωγράφος, Μιχάλης Βιολάρης κ.ά.
Συνέθεσε μουσική σε όλα σχεδόν τα είδη και ιδιώματα: συμφωνικά έργα, μουσική δωματίου, χορωδιακά, μουσική για συγκροτήματα Jazz, κινηματογραφική μουσική κτλ.
Ασχολήθηκε ιδιαίτερα με το θέατρο, συνθέτοντας σκηνική μουσική για περισσότερα από διακόσια έργα κάθε είδους, για παραστάσεις ελληνικών θεατρικών θεσμών, όπως: Εθνικό Θέατρο (1974/94), Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος (1979/91), Αμφι-Θέατρο, Θέατρο Τέχνης κ.ά.


Ο Βασίλης Τενίδης με την Ευγενία Συριώτη

Παράλληλα διακρίθηκε ως ενορχηστρωτής. Στις σημαντικότερες ενορχηστρώσεις του συγκαταλέγονται ο Ύμνος εις στην Ελευθερίαν για συμφωνική ορχήστρα και χορωδία (Νικόλαος Μάντζαρος), η καντάτα Ύμνος των Μεσογειακών Αγώνων (Μίκης Θεοδωράκης), ο κύκλος τραγουδιών Οι γειτονιές του φεγγαριού (Μάνος Χατζιδάκις), σειρά έργων των επτανησίων συνθετών Μάντζαρου, Καρρέρ, Ξύνδα, Σαμάρα, Λαυράγκα, Λαμπελέτ, Ευαγγελάτου, Ξένου κ.ά.


Οι «Γειτονιές του Φεγγαριού» είναι μια επιλογή τραγουδιών του Χατζιδάκι, με εξαιρετική ενορχήστρωση από τον Βασίλη Τενίδη και ερμηνεία από την ανεπανάληπτη Φλέρυ Νταντωνάκη

Δίδαξε σε σχολές, σεμινάρια, ΙΕΚ, έχει δώσει πολλές διαλέξεις και έχει μετάσχει σε συνέδρια και συζητήσεις. Έχει δημιουργήσει σειρές εκπαιδευτικών εκπομπών για το ραδιόφωνο και την τηλεόραση.
Υπήρξε στενός συνεργάτης του Μάνου Χατζιδάκι στο Γ΄ Πρόγραμμα της ΕΤ.
Με την ΕΛΣ συνεργάστηκε στην μουσική επεξεργασία και ενορχήστρωση των έργων: Οι Aπάχηδες των Αθηνών (1984/85), Θυμήσου εκείνα τα χρόνια (2007/08), Το μικρόβιο του έρωτα (2009/10).
Υπήρξε αρχιμουσικός στα Μουσικά Σύνολα της EPT και τακτικό μέλος της Ένωσης Ελλήνων Μουσουργών.