Για το άλμπουμ «Η λέξη που λείπει» του Βασίλη Τζαβάρα

(Ομιλία του Κώστα Γρηγορέα, για την παρουσίαση του νέου άλμπουμ του Βασίλη Τζαβάρα «Η λέξη που λείπει», που έγινε στο Θέατρο Τέχνης Καρόλου Κουν στις 6 Ιουνίου 2019).

Τον Βασίλη θα έλεγα ότι τον γνώρισα απ’ ευθείας από την πηγή, δηλαδή την τέχνη του.
Ήταν μια ευτυχής στιγμή, όταν έφτασε στα χεριά μου πριν 10+ χρόνια ένα CD των Project 37 (Β. Τζαβάρας , Χάρης Λαμπράκης (ο έτερος συνήθης ύποπτος). Γοητεύτηκα λοιπόν από το άκουσμα και έγραψα αυθόρμητα κάποια λόγια στο διαδικτυακό TaR.gr, που τότε ξεκινούσε τα πρώτα του βήματα.
Αυτό υπήρξε η αφορμή να γνωριστούμε με τον Τζαβάρα και μάλιστα στη συνέχεια να τον «ψήσω» να ασχοληθεί και ως συνεργάτης με το Ταρ.

Εδώ όμως, για να δικαιολογήσω τη σημερινή παρουσία μου, νομίζω ότι πρέπει κάπως να τοποθετηθώ ως μουσικός, καθότι σε άλλα χωράφια έχετε γνωρίσει εμένα. Και μια απλή ματιά δεν μπορεί να αποκρυπτογραφήσει την συγγένειά μου με τον Βασίλη, η οποία κάποια στιγμή μάλιστα έφτασε να γίνει και συνεργασία, όταν συμμετείχε μαζί με τον Λαμπράκη ως Project 37 στη συλλογή έργων μου «Soundtracks». (Απόσπασμα αυτής της συνεργασίας είχαν την ευκαιρία μάλιστα να ακούσουν πρόσφατα όσοι ήρθαν στη συναυλία μας στο ΜΜΑ στα τέλη Φεβρουάριου 2019).

Αν και σολίστας μουσικός και συνθέτης λοιπόν της «επακριβούς» μουσικής γραφής (και επί σκηνής καταξιωμένος αυτοσχεδιαστής μόνο ως  συνοδός τραγουδιού), πάντοτε θαύμαζα και θαυμάζω τον ειλικρινή «σολιστική» ελεύθερο αυτοσχεδιασμό ως τρόπο δημιουργίας και σκηνικής μουσικής ερμηνείας και νομίζω ότι είναι καθαρά θέμα συγκυριών το ότι κάποια στιγμή δεν προέκυψε αυτό στην ζωή μου, ως εκτελεστή μουσικού.
Διότι ως συνθέτη σαφώς μου προέκυψε, όμως στην ασφάλεια του δωματίου μου. Άλλωστε αυτή σχεδόν πάντα είναι η αρχική  πηγή ιδεών για τις συνθέσεις μου.

   

Στιγμιότυπα από την παρουσίαση στο Θέατρο Τέχνης (6/6/2019)

Παρένθεση: Θα μου πείτε τώρα, ακόμα δεν άρχισες, για τον Τζαβάρα μιλάς η για τον εαυτό σου; :)
Μα τα λέω όλα αυτά γιατί θέλω να προσδιορίσω το που αρχίζει η… ζήλεια μου για τον Βασίλη.
Διότι ο μπαγάσας κατέχει αυτό το θράσος της άμεσης σκηνικής δημιουργίας, που η ίσως πιο ακαδημαϊκή προσέγγιση στη μουσική, εμένα μου στέρησε. Κι επειδή αυτό είναι «τρόπος μουσικής ζωής», μη νομίζετε ότι γίνεται τόσο εύκολα να είσαι αυθεντικός και επαρκής και στα δυο.

Αρά κατά τη γνώμη μου, ο Βασίλης ανήκει σε μια κατηγορία αξιοθαύμαστη, δηλαδή των δημιουργών μουσικών που εκθέτουν βιωματικά μουσικά έργα είτε ανασύροντας ιδέες από το παρελθόν είτε αφήνοντας τον αυθορμητισμό της στιγμής να αποφασίσει. Και παρόλο το ότι, όπως πριν επεσήμανα, εγώ δεν λειτουργώ έτσι, δεν παύω να νιώθω συγγενής καλλιτέχνης με τον Τζαβάρα, αν και η απλοϊκή ανάλυση των πραγμάτων θα μας έβαζε το πολύ σε απλά γειτονικούς χώρους.
Λέω απλοϊκή ανάλυση, διότι μια σοβαρή ανάλυση πρέπει σαφώς να κατατάσσει όλους εμάς στον ίδιο χώρο, αυτόν της σύγχρονης μουσικής δράσης. Ο οποίος έχει πλέον ξεφύγει από τα στεγανά των «ακαδημαϊκών σχολών» από τη μια, ή τις αυθαιρεσίες των πειραμάτων από την άλλη. Οι οποίες, αμφότερες δυστυχώς δεν μπόρεσαν, παρόλο ότι για μια 100ετια προσέφεραν ουκ ολίγα μουσικά διαμάντια, να προσεγγίσουν το κοινό.
Όχι το «ευρύ κοινό». Το κοινό!

Ο Βασίλης λοιπόν φτιάχνει σύγχρονη μουσική. Στην συγκεκριμένη περίπτωση μουσική για θέατρο, εικόνες, δράσεις. Τη φτιάχνει όπως ένας ειλικρινής μουσικός δημιουργός του 21ου αιώνα, που πλέον τα ερεθίσματά του δεν αντλούνται από τον μικρόκοσμο μιας «έντεχνης σχολής», είτε αυτή είναι η Β «ακαδημαϊκή» κλασική σχολή είτε η Α «ελευθεριάζουσα» τζαζ σχολή. Τα ερεθίσματα στις μέρες μας είναι πλέον χείμαρρος και από όλες τις κατευθύνσεις. Από τα πιο χυδαία και κιτς, μέχρι τα πιο καλόγουστα και κομψά. Κι ένας ευαίσθητος δέκτης δεν έχει άλλη επιλογή από το να ενσωματώσει όλα αυτά στο έργο του, λειτουργώντας ακόμη και ως συγκολλητικός παράγοντας αντιφατικών πραγμάτων.

Στις μουσικές που ο Βασίλης δημιούργησε και μπορείτε να ακούσετε σε αυτό το άλμπουμ, η απολυτή αυτή ελευθέρια είναι προφανής. Και είναι επίσης εντυπωσιακή η ευκολία που ο ακροατής μπορεί να πετύχει ανασύσταση υποκειμενικών εικόνων από τη μουσική του Τζαβάρα. Κάτι που ναι μεν δεν ήταν το αρχικό ζητούμενο, μιας και αυτές οι μουσικές φτιάχτηκαν για να επενδύσουν παραστάσεις, είναι όμως πάντοτε αυτή η ευχάριστα αναπόφευκτη «παρενέργεια» ενός αξιόλογου μουσικού έργου. Καθότι η μουσική ως αφηρημένη τέχνη μπορεί να υπάρξει και μονή της και να δώσει αφετηρίες για υποκειμενικές ερμηνείες, ανεξάρτητες ακόμα και από τις ίδιες τις αρχικές προθέσεις του δημιουργού της!

Αυτή άλλωστε ακριβώς είναι η πραγματική σφραγίδα του «κλασικού». Κι όχι οι ψεύτικες ταμπέλες που οι εμπόριο δίνουν στα κάθε λογής, δήθεν ποιοτικά, κατασκευάσματα που πλέον μας κατακλύζουν, ως υποτίθεται αντίλογος στις  καθημερινές μουσικές σαχλαμάρες.

Πάρτε λοιπόν το δισκάκι του Βασίλη και απολαύστε το. Φτιάξτε τις δίκες σας ονειρικές παραστάσεις με αφορμή τα έργα του. Και διαδώστε αυτή την τόσο σημαντική δημιουργική σκηνή μέσα στην οποία λειτουργεί, η οποία υπάρχει ολοζώντανη στην καθημερινότητα μας! Μην αφήνετε να μας την κρύβουν τα σκουπίδια και ο θόρυβος.

Κώστας Γρηγορέας (6/2019)

Advertisements

Η μουσική βασική εκπαίδευση σε αδιέξοδο;

Μια ακόμη σχολική χρονιά αρχίζει για τη μουσική εκπαίδευση. Η απορία είναι το πόσο, πάλι, θα αναγκαστούμε να χαμηλώσουμε τον πήχη των απαιτήσεων σε σχέση με πέρσι. Όμως δυστυχώς, παρόλες τις όποιες τοπικές μας στραβομάρες, τα πράγματα παγκοσμίως είναι μάλλον απλά. Όταν τα ωδεία ξεχείλιζαν από μαθητές σε όλα τα όργανα, τα πρότυπα στα νέα παιδιά δεν είχαν καμιά σχέση με αυτά τα ισοπεδωτικά ηχητικά κατασκευάσματα του mainstream με τα οποία καλούμαστε να αναμετρηθούμε εμείς οι μουσικοπαιδαγωγοί. Ακόμα και για να παίξεις το πιο χαζό ποπ η το πιο ευτελές σκυλάδικο στο παρελθόν, φαντασίωνες πχ μια κιθάρα στα χέρια σου. Τώρα? Μα για να «δημιουργήσεις» ή να «παίξεις» αυτά τα κατασκευάσματα δεν χρειάζεται να εχεις την παραμικρή γνώση μουσικής!.. Για να το κάνω πιο λιανά για τους μη μουσικούς, οι απαιτούμενες μουσικές γνώσεις είναι αντίστοιχες του μετρήματος από το 1 έως το 10 όταν, συγκριτικά, η έντεχνη μουσική οποιουδήποτε είδους απαιτεί το ελάχιστο μουσικά-μαθηματικά λυκείου. Το απολύτως μίνιμουμ! (Κι ας μην συζητήσουμε φυσικά για τις… φιλολογικές γνώσεις που απαιτούνται για την ακατάσχετη λογόρροια των, με λεξιλόγιο νηπίου, στίχων).
Σχεδόν 40χρ μουσικής διδασκαλίας και δεν μπορώ να θυμηθώ άλλη εποχή που να είναι σχεδόν ανέφικτο να βρω σημείο επικοινωνίας με τόσα πολλά νέα παιδιά. Κλασικός ήμουν, αλλά εύρισκα πάντα κάτι έξυπνο και νόστιμο της ροκ, της ποπ, του λαϊκού, του ελαφρού κλπ. κλπ. που θα κινούσε σίγουρα το ενδιαφέρον των μαθητών.
Όμως τώρα με τί να το κινήσω; Τα παιδιά, όπως είναι και το φυσιολογικό, θέλουν να επικοινωνήσουν μέσω τραγουδιών της γενιάς τους. Δεν είμαι σε θέση να αντιληφθώ τι άλλο χρήσιμο υλικό αντλούν από τα περισσότερα από αυτά κι ούτε, λόγω ηλικίας, μπορώ να έχω άποψη. Όμως είμαι σε θέση να καταλάβω ότι, αντικειμενικα, η τέχνη της μουσικής όπως την ορίζει ο δυτικός κι όχι μόνο πολιτισμός, είναι απούσα σε αυτά. Η μάλλον, είναι κατ’ επίφαση παρούσα…

«Όχι άλλη θλίψη» (Της Έφης Αγραφιώτη)

«Όχι άλλη θλίψη», τραγουδάει ο συνθέτης. Ο Κώστας Γρηγορέας κι εγώ τον… βοηθάμε για να μας πείσει όλους. Οι δυο μας, όχι θλίψη δεν νιώσαμε εδώ και τόσα χρόνια συνεργαζόμενοι μουσικά (αλλά και ως συντάκτες στο www.tar.gr) αλλά μάλλον το αντίθετο.

Τα προγράμματα μας περιείχαν συνθέσεις του Κώστα και έργα άλλων συνθετών, γνωστότερων και άγνωστων, για σόλο πιάνο και κιθάρα με πιάνο. Το ντουέτο αυτό του Neuland άρεσε στο κοινό ιδιαίτερα. Είμαστε όμως πολύ χαρούμενοι που, πέραν των άλλων σημαντικών σημείων, προσελκύσαμε νεώτερους κιθαριστές να παίξουν συνθέσεις για το συνδυασμό κιθάρα – πιάνο, πολύ αγαπητό παλιότερα αλλά μάλλον υποτιμημένο τα τελευταία 60-70 χρόνια.

Ο συνθέτης Wilhelm Neuland γεννήθηκε στις 14 Ιουλίου 1806 σε περιβάλλον που δεν είχε σχέση με την τέχνη, πάντως ο πατέρας του εθεωρείτο εξαιρετικός, καλόγουστος και ταλαντούχος ράφτης! Ένας μετρ της εποχής του.
Μεταξύ 1814 και 1820 ο μελλοντικός συνθέτης φοίτησε σε ιδιωτικό σχολείο στη Βόννη. Εκτός από τα θύραθεν διδασκόμενα μαθήματα, στο σχολείο ξεκίνησε την βασική μουσική του εκπαίδευση ερχόμενος σε επαφή με τα θεωρητικά της μουσικής και την ιστορία της αλλά και με διάφορα όργανα, που ανάλογα με την πορεία του σε αυτά, οι υπεύθυνοι θα τον καθοδηγούσαν στο πιο προσιτό για την περίπτωση του, ώστε να ειδικευθεί εν συνεχεία σε αυτό. Πήρε λοιπόν πολλές γνώσεις πιάνου, βιολοντσέλου, όμποε, κλαρινέτου και έδειξε μια φυσική ευκολία στην προσέγγιση της τεχνικής πολλών ακόμα οργάνων.

Το 1824 ξεκίνησε να παίζει ανάλογα με τις απαιτήσεις, όμποε, κλαρινέτο και τσέλο στη Φιλαρμονική του Πεζικού κατά την στρατιωτική του θητεία. Στη συνέχεια παρέδιδε μαθήματα στη Βόννη. Το 1828 διορίστηκε μουσικός διευθυντής της Société Philharmonique στο Calais. Από το 1830 έως το 1835 δίδασκε πιάνο και σύνθεση παράλληλα στο Calais και στο Λονδίνο περνώντας ένα εξάμηνο σε κάθε πόλη. Η φήμη του ως συνθέτη και δασκάλου που κατέκτησε στο Λονδίνο τον ώθησε στο να υποστηρίξει καλύτερα το συνθετικό του έργο. Η δημοσίευση των έργων του από φημισμένους εκδοτικούς οίκους, έδωσε ευκαιρίες να εκτιμηθεί το πολύπλευρο ταλέντο του σε συναυλίες στη Βιέννη, τη Δρέσδη, την Πράγα και το Βερολίνο, όπου γνωστοί μουσικοί της εποχής τα έπαιξαν.

Ο Neuland έγραφε σε ρομαντικό ύφος, ακολουθώντας το στυλ του Schumann. Τα πρώτα του έργα για κιθάρα καθιέρωσαν το όνομά του και τον έκαναν έναν από τους πρώτους συνθέτες μουσικής για κιθάρα, δύο κιθάρες και κιθάρα με πληκτροφόρο. Τα τελευταία χρόνια τα τραγούδια του και τα κιθαριστικά του έργα έχουν δημιουργήσει και πάλι -μετά από πολλές δεκαετίας σιωπής- ένα νέο – αν και μικρό επί του παρόντος- ενδιαφέρον των μουσικών και του κοινού.

Πέθανε στη Βόννη το 1889 και θάφτηκε στο Alter Friedhof (Παλαιό Νεκροταφείο).

Επ’ ευκαιρία όμως, θα προσθέσω μερικές ακόμα «μουσικές ευχές» για όχι άλλη θλίψη, non piu mesta:

Non piu mesta,του έτους 1818, μια σύνθεση του τριανταπεντάχρονου τότε βιολονίστα Νικολό Παγκανίνι για βιολί και πιάνο (πρώτη γραφή) και για τσέλο και πιάνο (μεταγραφή, σχεδόν ταυτόχρονη). Δεξιοτεχνική απογείωση για… «όχι άλλη θλίψη» κι αυτή!!!

Η πιο γνωστή και πάρα πολύ αγαπητή μουσική σελίδα με τον ίδιο τίτλο είναι το Non più mesta από την La cenerentola του Gioacchino Rossini, που πάνω στο θέμα της γράφτηκαν κι άλλα έργα αργότερα.

Η πιο άγνωστη αλλά και πολύ λιγότερο ενδιαφέρουσα, πιθανότατα, είναι η Non piu mesta του Σοπέν, (Variations in E major), από την Cenerentola κι αυτή, για φλάουτο και πιάνο. Προσθέτω ότι το χειρόγραφο του Σοπέν αμφισβητήθηκε σαν μη ταυτόσημο του γραφικού χαρακτήρα του αλλά δεν ξέρω κάτι περισσότερο. Το έργο αναφέρεται σαν δικό του.

Αγαπητοί μου, όχι άλλη θλίψη. Η μουσική μπορεί να κάνει (και) θαύματα. Μπείτε χωρίς κανέναν ενδοιασμό στο μυστικό της καταφύγιο, είμαι βέβαιη ότι θα σας υποδεχτεί με θέρμη!

Καλή σας ακρόαση.

Πηγή: http://www.globalview.gr/2019/06/20/non-piu-mesta/

Για το βιβλίο του Αλέξη Βάκη «Ένα παλιό πικάπ Dual με το ηχείο για καπάκι» 

(Ομιλία του Κώστα Γρηγορέα, που έγινε στην παρουσίαση του βιβλίου στις 12/6/2019 στο Polis Art Café, Αθήνα)

Είχα ένα δίλλημα για σήμερα: Να αυτοσχεδιάσω, η να φτιάξω «παρτιτούρα» ώστε να μιλήσω για το ωραιότατο βιβλίο του φίλου μου του Αλέξη;
Διαβάζοντας το, συνεχώς άλλαζα γνώμη. Από τη μια, η αμεσότητα του λόγου του με έκανε να φοβάμαι ότι ίσως «η παρτιτούρα» δεν θα ταιριάξει σε μια τέτοια, σαν σε παρέα, παρουσίαση. Από την άλλη όμως, η σοβαρότητα και η προσεκτική τεκμηρίωση των γεγονότων και των απόψεων που ακολουθεί πάντα, με έσπρωχνε στην αντίθετη κατεύθυνση.
Το δίλλημα μου το έλυσε ο ίδιος ο Αλέξης προς το τέλος του βιβλίου του, όπου αναφέρει: «Ο αυτοσχεδιασμός δεν είναι γενικά η θεότητα μου στη μουσική». Να λοιπόν κι ένα ακόμη θέμα στο οποίο ταυτίζομαι μαζί του, ανάμεσα στα πάμπολλα του βιβλίου. Όπως δηλώνει, ναι μεν στην αμεσότητα της ραδιοφωνικής εκπομπής προτιμάει κάποιες φορές τον αυτοσχεδιασμό, όμως στο «έργο» προτιμά την οργανωμένη προετοιμασία. Σαν τον Αλέξη λοιπόν κι εγώ, όταν συνοδεύω με την κιθάρα μου σε τραγούδι, «άμεσα» αυτοσχεδιάζω. Όμως δεν είναι αυτή η θεότητα μου όταν πρέπει να… σολάρω! Όπως δηλαδή έχω σκοπό να  κάνω τώρα, σχετικά με το «έργο» του Βάκη.

Από παρτιτούρα λοιπόν! Καθότι αυτό μάλλον ενώνει ως νοοτροπία εμένα και τον Αλέξη ως μουσικούς και συνθέτες. Αμφότεροι πιστεύουμε ότι όσο πιο πολύ εκτιμάς και σέβεσαι κάτι, τόσο πιο έτοιμος και οργανωμένος θέλεις να είσαι στην παρουσίασή του. Έτσι συμβαίνει στη μουσική που μας αρέσει να φτιάχνουμε η να ακούμε, ακόμα κι όταν το μάρκετινγκ του χώρου στον οποίον κινείται κανείς επιβάλλει ενίοτε τα να παρουσιαστείς επί σκηνής και να υποδυθείς το ρόλο του μουσικού όπου επί τόπου και ως δια μαγείας «δέχεσαι την επιφοίτηση».

{Παρένθεση εδώ, με αφορμή ένα χαριτωμένο που διάβασα στο βιβλίο: Πλάκα-πλάκα εμάς της παρτιτούρας, μας υπερασπίζεται άθελά του κι ο πολύς Μάρκος Βαμβακάρης. Ο Μάρκος λοιπόν, πριν παρουσιάσει στο κοινό του ένα τραγούδι, αφού πρώτα το τελειοποιούσε στην κάθε μουσική του λεπτομέρεια, πρώτα το δοκίμαζε με έναν συνάδελφό του, ο οποίος το χόρευε. Με δυο λόγια ο Μάρκος να μεν δεν ήξερε από νότες για να γράψει την τελική μορφή του έργου του, ήξερε όμως από βήματα και τοιουτοτρόπως την κατέγραφε! Ώστε πανέτοιμος και κατασταλαγμένος να την παρουσιάσει στους, προφανώς απαιτητικότατους, μάγκες του φαν κλαμπ! Κι έξω από πλάκα, δεν υπάρχει σωστός μουσικός που να μην έχει διαμορφώσει τις σημειώσεις του πριν παρουσιάσει κάτι. Άλλος με νότες, άλλος με σκονάκια, άλλος με σχήματα, άλλος με βήματα…}

Οργανωμένος άριστα λοιπόν στο έργο του και ο Βάκης, γι’ αυτό κι ένα βιβλίο του με τον μάλλον ανάλαφρο και συναισθηματικό τίτλο «Ένα παλιό πικάπ Dual με το ηχείο για καπάκι», τελικά αποδεικνύεται να είναι ένα πολύ σοβαρότερο ανάγνωσμα-δοκίμιο για την ελληνική μουσική δημιουργία, απ’ ότι ο έξυπνα ελκυστικός τίτλος του προδιαθέτει, κάνοντας μια ωραιότατη αναδρομή στην ιστορία της δημοφιλέστερης ελληνικής φόρμας, αυτής του τραγουδιού. Είτε αυτό το είπαν ελαφρό είτε βαρύ, είτε το είπαν λαϊκό είτε έντεχνο. Το καλό ελληνικό τραγούδι, που όλα αυτά τα εμπεριέχει εκ κατασκευής, απλώς μετά μπήκαν τα ταμπελάκια ώστε να ξέρει ο έμπορος σε πιο ράφι να βάλει το κάθε δημιούργημα, ώστε να μπορέσεις εύκολα εσύ να το βρεις. Η έστω για να βρει, ο διαφημιστής, το έξυπνο κόλπο που θα σε κάνει οπαδό του και θα το προωθήσεις.
Το «παλιό πικάπ Dual με το ηχείο για καπάκι» του Βάκη, όπως θα διαπιστώσετε, παίζει όλα τα ελληνικά τραγούδια, ανελλιπώς! Και ναι μεν άνθρωποι είμαστε κι έχουμε τα γούστα μας, όμως ουδείς άξιος αδικείται από τον Αλέξη δια της μη αναφοράς. Υπάρχει η αντικειμενική παραδοχή της αξίας, όμως με τον (Βακικού τύπου) υποκειμενικό υπαινιγμό του στυλ «όμως εμένα δε με φτιάχνει» ως επιμύθιο.

Κι εγώ από ένα γκρι «παλιό πικάπ Dual με το ηχείο για καπάκι» ξεκίνησα. Τουλάχιστον αυτό ήταν το δικό μου, μιας και ο λάτρης της κλασικής (και του Θεοδωράκη ως αριστερός, βεβαίως-βεβαίως) πατέρας μου, είχε και το σούπερ-ντούπερ ραδιοπικάπ Grundig στο σαλόνι, όπου εκεί μάλιστα ακούγαμε και μπάσα! Και για μένα, αλλά και για τον Αλέξη, αυτό το ταπεινό μηχάνημα απεδείχθη μια από τις βασικές εμπνεύσεις ώστε να καταλήξουμε στο χώρο της μουσικής. Η διαφορά είναι ότι ενώ αυτός μάλλον το χρησιμοποίησε και για να αναλύει τις μουσικές που έπαιζε, εγώ προτίμησα να πάρω ένα κατσαβίδι και να αναλύσω το μηχανισμό, που τις έπαιζε, ώστε με διάφορες μετατροπές το ταπεινό ντουαλάκι να καταλήξει να παίζει με… στερεοφωνική κεφαλή στηριγμένη με πατέντα στο μπράτσο του, με σύνδεση για 2ο κανάλι στο ιστορικό telefunken ραδιόφωνο του παππού. Κι όπου τελικά «άλλα όργανα έπαιζαν στο ένα κανάλι και άλλα στο άλλο!» Οποία μαγεία!!!).
Όλα έδειχναν ότι τελικά ο Αλέξης θα διέπρεπε και ως μουσικός παραγωγός, ενώ εγώ θα διέπρεπα και ως… κομπιουτεράκιας και ηχολήπτης (και μάλιστα με ένα deck Dual CS-508 πικάπ συνδεδεμένο μέχρι και σήμερα στον υπολογιστή μου).

Το παλιό αυτό πικαπάκι μου λοιπόν, έπαιζε ακούραστο τα πάντα. Όπως και του Αλέξη. Και απ’ ότι φαίνεται, μας έσπρωχνε και τους δυο σε παράλληλες πορείες, με το ένα πόδι στο ροκ και το όποιο λαϊκό τραγούδι έφτανε τότε μέχρι εμάς και με το άλλο πόδι στους μεγάλους λόγιους συνθέτες. Τι ποιο φυσιολογικό λοιπόν, η κατάληξη να είναι η πόρτα του ωδείου. Ατενίζοντας μεν με δέος προς τα πάνω τα κλασικά αριστουργήματα, αλλά και ρίχνοντας αγαπησιάρικες ματιές δεξιά κι αριστερά σε οτιδήποτε έξυπνο, νόστιμο, αληθινό, γοητευτικό κυκλοφορούσε.
Οι ωδειακές σπουδές μας, αλλά και η εμπλοκή των δάσκαλων μας σε αυτό που ήταν σε πλήρη ανθοφορία εκείνα τα χρονιά, δηλαδή το ελληνικό τραγούδι, μας έφερε σιγά-σιγά και τους δυο στα στούντιο και στις συναυλίες, μάλιστα πολλές φορές με τα μέχρι πρότινος είδωλά μας ως συνεργάτες! Μα τι ευτυχία.

Εδώ λοιπόν αρχίζει αυτό που θα έλεγα «ταύτισή, μέσα από τις σελίδες ενός βιβλίου». Μπορώ να σας υπογράψω υπεύθυνη δήλωση ότι ο Βάκης, ως συνάδελφος μουσικός και ως παραγωγός, τα λέει έτσι όπως έγιναν, τουλάχιστον όσα είχα την τύχη να έχω άμεση αντίληψη. Άρα θα έλεγα ότι «ο δειγματοληπτικός έλεγχος είναι επιτυχής» και στον τομέα της αξιοπιστίας ο Βάκης παίρνει άριστα, οπότε διαβάστε το βιβλίο του και μετά άφοβα τσακωθείτε στις παρέες σας με αέρα ειδήμονα!


Το πάνελ των ομιλητών (από αριστερά): Κώστας Γρηγορέας, Αλέξης Βάκης, Πέτρος Κακολύρης, Νίκος Σβέρκος, Νίκος Ι. Ξυδάκης.

Διαβάστε αξιόπιστες ιστορίες για τους παλιούς και τους νεότερους δημιουργούς, μουσικούς, τραγουδιστές και παραγωγούς.
Διαβάστε για τα πάθη και τα μίση τους, για τα δήθεν διαχωριστικά τους, αλλά και για τα αληθινά διαχωριστικά τους.
Διαβάστε για τη αγιοποίηση κάποιων μετρίων και τη δαιμονοποίηση κάποιων ικανών. Διαβάστε για τη χαμένη τιμή του επαγγελματία μουσικού που, δυστυχώς, για τον μέσο Έλληνα όσο πιο χομπίστας και λιγότερο εξαρτώμενος οικονομικά από τα έργα του είναι, τόσο πιο «αγνός, ιδεολόγος και μάγκας» φαντάζει (ή μάλλον έτσι τον εξαπάτησαν να πιστεύει).
Διαβάστε για τους κονδυλοφόρους και τους εμπόρους που έστησαν και στήνουν καλλιτεχνικά παραμύθια. Καλά και κακά, έως κάκιστα.
Διαβάστε για το «αναφαίρετο δημοκρατικό δικαίωμα του λαού να παίρνει τζάμπα τη μουσική», έχοντα προφανώς ως δεδομένο ότι κάποιος «Νιάρχος», είτε ως πρόσωπο είτε ως ίδρυμα, πρέπει να πληρώσει ώστε αυτή να δημιουργηθεί.
Διαβάστε για την, κάποτε, παντοκρατορία του δισκογραφικού παραγωγού που καθόριζε το τι θα περάσει στο κοινό. Που όμως συνήθως ήταν τότε ικανός και καταρτισμένος. Και βάλτε τη διπλά στην παντοκρατορία του σημερινού, τηλεοπτικής μόρφωσης, “παραγωγού playlist” των mainstream ραδιοφώνων, που επιβάλουν ακούσματα που, στην καλύτερη των περιπτώσεων, το ένα είναι μια απλή κόπια του άλλου.

Και τέλος, διαβάστε συνοπτικά, ‘όμως εξαιρετικά εύστοχα, πορτραίτα δημιουργών και ερμηνευτών που μας καθόρισαν με το έργο τους αλλά και με την δημόσια ζωή τους. Θα σας λυθούν πολλές απορίες όπως, για παράδειγμα, γιατί ο δεξιός Χατζιδάκις υπήρξε στην πράξη μακράν αριστερότερος κάποιων δηλωμένων αριστερών και γιατί ο μέγας Δάσκαλος Τσιτσάνης είχε την ικανότητα (αλλά και την κατάρτιση) για να συγκεράσει με τον πιο κομψό και άμεσο τρόπο όλες τις μουσικές αυτού του τόπου, που κατοχυρώθηκε κατά τη διάρκεια του προηγούμενου αιώνα ως «ελλαδικός».

Και τέλος, αν και ίσως ακουστεί λίγο υποτιμητικό για ένα γραπτό έργο (σας διαβεβαιώνω ότι μόνο ως υποτιμητικό δεν το εννοώ) το βιβλίο του Αλέξη Βάκη έχω την αίσθηση ότι κυκλοφόρησε στην κατάλληλη εποχή του χρόνου. Είναι ένα ιδανικό καλοκαιρινό ανάγνωσμα για όσους αγαπούν (ή αγαπούσαν) αυτόν τον καλλιτεχνικό χώρο που έχουμε συνηθίσει να αποκαλούμε ποιοτικό ελληνικό τραγούδι, αλλά και για όσους αγαπούν την ελληνική έντεχνη μουσική γενικότερα.
Όμως προσοχή! Πριν το πάρετε μαζί σας στο βουνό η στη θάλασσα, φροντίστε οπωσδήποτε και για το soundtrack! Πάρτε μαζί σας ελληνικά τραγούδια που αγαπάτε. Φτιάξτε cd, playlist, ή ό,τι άλλο σας βολεύει. Θα έλεγα μάλιστα να ρίξετε και μια ματιά στα περιεχόμενα του βιβλίου για να πάρετε ιδέες.
Σας διαβεβαιώνω ότι θα περάσετε ένα καλοκαίρι που θα ξαναγαπήσετε ό,τι ήδη αγαπάτε. Μάλιστα, με τις πληροφορίες που με γλαφυρό και καθαρό λόγο εκθέτει ο Αλέξης Βάκης, έχετε πολλές πιθανότητες να τα αγαπήσετε και ακόμα περισσότερο.


Η 25ετής Αθανασία του Μάνου Χατζιδάκι

25 χρόνια χωρίς την φυσική παρουσία του Χατζιδάκι είναι πλέον πολλά. Κι όταν μάλιστα η καλλιτεχνική του παρουσία στη ζωή μου ειναι συνεχής, φτάνει κάποια στιγμή που δεν ξέρω αν όντως τον «έζησα», η αν ήταν μια ακόμα μυθική παρουσία στη ζωή μου όπως ο Μπαχ ή ο Βίλα Λόμπος.
25 χρόνια που ο δικός του κόσμος δεν είναι πια ίδιος. Ο πολιτικός χώρος που ένιωθε ότι ανήκει «φιλοξενεί» ανθρώπους που πολιτικά και αισθητικά θα τον έκαναν έξαλλο. Ο πολιτικός χώρος που συμπαθούσε, αυτός που ξεκίνησε από «τα ευγενικά παιδιά του Ρήγα Φεραίου», έγινε εξουσία, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Οι ναζί που πολέμησε ως ΕΠΟΝίτης, αλλά και σε όλη την υπόλοιπη ζωή του, παγκοσμίως σήκωσαν κεφάλι, κι από σκοτεινή μνήμη του παρελθόντος έγιναν υπολογίσιμη πολιτική δύναμη. Και τα παιδάκια πια, όταν τους λες στο ωδείο «θα σου μάθω μια μελωδία του Χατζιδακι» σε κοιτούν με απορία, μιας και ουδείς στο σπίτι φρόντισε να τον γνωρίσουν. Και για «έντεχνο τραγούδι» το πολύ-πολύ να γνωρίζουν μερικές άτεχνες και απλοϊκές δηθενιές.
Τελικά, ίσως η Αθανασία να μην είναι και ό,τι το καλύτερο Μάνο…

Φταίνε λοιπόν οι ωδειακοί για την μη πιστοποίηση άλλων μουσικών; (Του Κώστα Γρηγορέα)

Έχω βαρεθεί αυτές τις μέρες να εξηγώ ότι μου είναι προσωπικά παντελώς αδιάφορο το ποια κατάταξη θα μου δώσει η ΕΕ. Δεν με αφορά ούτε πρακτικά ούτε ηθικά ως άτομο. Αφορά τους μαθητές μου. Τελεία.

Έχω βαρεθεί να μαθαίνω ξαφνικά τεχνικούς όρους και αριθμούς εγκυκλίων, όπως και αρχικά διαφόρων οργανισμών και διαβαθμίσεων κλπ. τα οποία ουδέποτε με απασχόλησαν, καθότι δεν είχα καμία σχέση με το Δημόσιο και ούτε όψιμα έχω σκοπό να αποκτήσω τώρα. Τελεία.

Έχω βαρεθεί να εξηγώ ότι δεν μπορεί να με αφορούν οι διαδόσεις για το τί μπορεί να συμβαίνει στο ωδείο της Κωλοπετινίτσας. Τα παράπονα και οι ΕΠΩΝΥΜΕΣ καταγγελίες,  από όποιον φυσικά έχει στοιχεία, παρακαλώ στην εποπτεύουσα δημόσια αρχή. Με αφορούν αποκλειστικά και μόνο τα ωδεία που έχω συνεργαστεί και οι επιτροπές στις οποίες έχω λάβει μέρος. Τελεία.

Έχω βαρεθεί να εξηγώ ότι νιώθω απολύτως υπεύθυνος για την υπογραφή που έβαλα στα πτυχία και διπλώματα των μαθητών μου, αλλά και όσων υπέγραψα ως επιτροπή και γι’ αυτό νιώθω ότι έχω ΗΘΙΚΗ υποχρέωση να την υπερασπιστώ. Τελεία και παύλα.

Ήταν λοιπόν έκπληξη για μένα ένα ποστ εκλεκτού συναδέλφου των σχολείων. Κι αυτό διότι ξαφνικά ένιωσα «χαζός» και προβληματίστηκα μήπως είμαι εκτός τόπου και χρόνου, καθόσον δεν έχω παρακολουθήσει τα γραφειοκρατικά «δρώμενα» μιας και εδώ και δεκαετίες ασχολούμαι αποκλειστικά με νότες, χορδές, υπολογιστές, μικρόφωνα  και κυματομορφές. Και έως καθόλου με εγκυκλίους.
Ο συνάδελφος έχει τον σεβασμό μου για τη δουλειά του στα σχολεία και γι’ αυτό έδωσα τόσο βάση και θεώρησα απαραίτητο να κάνω στο μυαλό μου μια ανακεφαλαίωση της στάσης μου. Αναφέρει λοιπόν, ότι η αντίδραση στην θεσμοθέτηση του πιστοποιητικού μουσικών γνώσεων, μπλοκάρει την διαδικασία πιστοποίησης των μουσικών παραδοσιακών, μοντέρνων κλπ. οργάνων και γενικότερα των (εκλεκτών) εμπειροτεχνών της μουσικής. Για μένα αυτό ήταν αποκαλυπτικό για την περιρρέουσα ατμόσφαιρα που δυστυχώς επικρατεί στους συναδέλφους αυτούς σχετικά με τους ωδειακούς. Ομολογώ ότι επειδή η συνεργασία μου με πολλούς από αυτούς ήταν αμιγώς καλλιτεχνική όλα αυτά τα χρόνια, δεν είχα αντιληφθεί ότι κάτι τέτοιο συμβαίνει. Είμαι δηλαδή εκτός τόπου και χρόνου;

Είμαι επί 40 χρόνια εκτός από τον χώρο της κλασικής μουσικής, και στο «κουρμπέτι». Είναι μάλλον γνωστό ότι έχω υποκλιθεί, υποκλίνομαι, αλλά και συνεργάζομαι όταν είναι σκόπιμο και εφικτό με μουσικούς που δεν είναι «των ωδείων». Γι’ αυτό και είπα μήπως εγώ, που δεν είμαι ο τυπικός «κλασικός», θα ήταν χρήσιμο να πω δυο πράγματα παραπάνω επ’ αυτού, μήπως δηλ. λυθούν κάποιες παρεξηγήσεις που κάποιοι, μάλλον όχι με αθώα κίνητρα, δημιούργησαν.

Πόθεν συνάγεται λοιπόν συνάδελφοι και εν μουσική συναγωνιστές των συλλόγων, των σχολείων, των πανεπιστημίων και των κάθε είδους ορχηστρών ότι οι ωδειακοί μπλόκαραν τη διαδικασία για τους μη ωδειακούς; Τι εμποδίζει την πιστοποίησή τους; Υπάρχει κανένας ουσιαστικός λόγος για εσάς και τα συμφέροντά σας, αυτή η πιστοποίηση να συνδεθεί με μια ταυτόχρονη απαράδεκτη «ρύθμιση» για τα ωδεία και τα κλασικά όργανα, για τα οποία υπάρχει πλήρες νομικό πλαίσιο αναγνώρισης από το 1957; Σε τι εξυπηρετεί εσάς αυτό;
Δηλ. υπάρχει λόγος να φτιάξουμε ξαφνικά από το πουθενά και χωρίς λόγο μια πρόσθετη κατηγορία κλασικών μουσικών, εκπαίδευσης ιδιαίτερου ή… youtube; Έχετε καταλάβει ότι η εκπαίδευση της κλασικής μουσικής είναι διαφορετική από τη δική σας; Όχι καλύτερη. Διαφορετική!

Είναι λοιπόν καθαρά ΔΙΚΟ ΤΟΥΣ  θέμα (των μη αναγνωρισμένων μουσικών από το ΥΠΠΟΑ) να συζητήσουν και να βρουν ΟΠΟΙΑ λύση τους εξυπηρετεί.
Τι σχέση μπορεί να έχουν με αυτή την όποια λύση οι ΗΔΗ πιστοποιημένοι από το ελληνικό δημόσιο (μέσω του ΕΛΛΗΝΙΚΟΎ Υπουργείου Πολιτισμού) απόφοιτοι των αναγνωρισμένων ωδείων; Πότε μέχρι τώρα συνέπεσαν τα, με νόμο, προγράμματα διδασκαλίας και οι, με νόμο, εξετάσεις, των κλασικών οργάνων με αυτές των (ΚΑΚΩΣ, ΚΑΚΙΣΤΑ) μη αναγνωρισμένων και μη εποπτευόμενων στην ιδιωτική εκπαίδευση οργάνων;
Δηλαδή για να βρούμε την «τσάκα-τσάκα» λύση θα τα βάλουμε όλα αυτά τα ανόμοια σε μια μηχανή του κιμά, επειδή κάποιος είδε το όνειρο ότι έτσι θα φτιάξει ωραίο εκπαιδευτικό χαρμάνι που «όλοι αδέρφια θα είμαστε»;
Διότι αν είναι έτσι, τότε στο δια βίου μάθησης αφήγημα, ας φτιάξουμε πιστοποιητικό γνώσεων και για άλλους αντίστοιχους με σπουδές ακαδημαϊκού τύπου. Δικηγόρους, οικονομολόγους, γιατρούς κλπ. Οι οποίοι να έχουν μάθει νομικά, οικονομικά και ιατρική από ιδιαίτερα, από το google και δια αλληλογραφίας.

Είναι λοιπόν ευθύνη των ωδειακών ότι ένα αρτηριοσκληρωτικό κράτος, του οποίου η μουσική εκπαίδευση λειτουργεί με νόμο του 1957, έχει φτιάξει ένα σωρό πατέντες και μπαλώματα για να λειτουργήσουν σχολεία και πανεπιστήμια με καθηγητές ωδειακούς, παραδοσιακούς, μοντέρνους κλπ. κλπ.; Και που τώρα δεν ξέρει πως να το μαζέψει όλο αυτό το χάος, ώστε να φανεί λειτουργικό στα μάτια της υπόλοιπης Ευρώπης με την οποία πρέπει να ευθυγραμμιστεί;
Η κοινή υποψία λέει όμως, ότι μάλλον στήνεται ένας μηχανισμός που κάποιοι «στο χαλαρό» με συνοπτικές διαδικασίες θα εξομοιωθούν με άλλους που μάτωσαν. Και «οι κακοί» που δε θέλουν αυτή τη διαδικασία είναι οι αντιπαθητικοί ωδειακοί, οι οποίοι ως γνωστόν «είναι παιδιά εύπορων οικογενειών κι όχι της φτωχολογιάς όπως στα μουσικά σχολεία και δεν ξέρουν τίποτα παραπάνω πάρα να διαβάζουν παρτιτούρες, κι εγώ γνώρισα έναν που είχε δίπλωμα αλλά δεν μπορούσε να βρει ακόρντα και στήνουν και εξετάσεις και αγοράζουν πτυχία και…και… και…»

Ε, μάλλον καιρός να τελειώσει το παραμύθι και η στοχοποίηση από κάθε πικραμένο (μια ματιά στο fb θα σας πείσει). Εμείς οι των ωδείων μιλάμε ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ και ΜΟΝΟ για τα ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΜΕΝΑ ΚΛΑΣΙΚΑ όργανα! Εμείς με τον υπουργό θα συζητήσουμε, με βάση την ανάγκη για την ίδρυση Μουσικής(ων) Ακαδημίας(ων), για τη διαβάθμιση των ΚΛΑΣΙΚΩΝ σπουδών και ΠΑΝΤΟΤΕ σε συνεργασία με τον μέχρι τώρα προϊστάμενό μας το ΥΠΠΟΑ. Θα πάω δηλαδή εγώ να συζητήσω για λογαριασμό της ηλεκτρικής κιθάρας ή του νέι; Από πού κι ως πού!!!

Άρα τελικά, πού μπλοκάρουμε τη ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ διαδικασία; Εμείς μιλάμε για Μουσική Ακαδημία και διαβάθμιση των κλασικών ωδειακών σπουδών βάσει αυτής. Δεν έχουμε καμία ανάγκη να μας πούνε «πανεπιστημιακούς», ας μας πούνε «μουσικο-ακαδημαϊκούς», ποιος νοιάζεται; Η ανάγκη που έχουμε είναι να αναγνωριστεί το επίπεδο σπουδών μας και με το νέο σύστημα σε αυτό που ήταν και με το παλαιό. Το οποίο επ’ ουδενί λόγο δεν μπορεί να είναι αντίστοιχο των ΙΕΚ Κομμωτικής, δηλ. 5! 

Ας βρουν λύση. Θα την πουν ΤΕΙ, ΕΤΙ, ΤΙΕ; Που ξέρω εγώ από αυτά…
Εγώ ξέρω ότι κάνοντας για 10 χρόνια το Ελληνικό Σύνταγμα λάστιχο μείωσαν μισθούς και συντάξεις στο μισό, έκαναν τη ζωή μας άνω-κάτω διαλύοντας για πολλούς τα πλάνα και τους κόπους μιας ζωής. Επίσης ξέρω ότι με ευφάνταστες ερμηνείες νόμων μέχρι στιγμής ουδείς σοβαρά πλήρωσε, ξέρω ότι οι εγκληματίες κυκλοφορούν και μας κάνουν σεμινάρια ηθικής και τόσα άλλα . Το άρθρο 16 του Συντάγματος θα σώσει δηλαδή την αξιοπρέπεια του Ελληνικού Κράτους; Είναι το μοναδικό που δεν παίρνει ούτε ένα χιλιοστό άλλης ερμηνείας, είναι ΤΟ ανυπέρβλητο εμπόδιο στη νομολογία της Ελλάδας;

Ε, έλεος…

Στο δια ταύτα: Σε κανέναν συνάδελφο δεν κάνουμε ζημιά διεκδικώντας τα αυτονόητα δίκια μας. Ας ζητήσουν αύριο θεσμοθέτηση όποιας διαδικασίας θέλουν για τις περιπτώσεις τους αφήνοντας εμάς απ’έξω. Εμείς έχουμε ΑΛΛΑ προβλήματα, ΔΕΝ θα γίνουμε σκαλοπάτι για την κατοχύρωσή τους, δεν μας αφορά, άλλωστε δεν έχουμε ούτε καν το δικαίωμα!

ΠΕΡΙ ΔΙΑΒΑΘΜΙΣΗΣ ΩΔΕΙΑΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ [Του Κώστα Γρηγορέα]

Τα ωδεία της Ελλάδας παρέχουν μουσική εκπαίδευση υψηλοτάτου επιπέδου εδώ και περισσότερο από έναν αιώνα. Λειτουργούσαν πάντοτε υπό την εποπτεία του Υπουργείου Πολιτισμού, το οποίο επικυρώνει με την σφραγίδα του Ελληνικού Κράτους τους τίτλους αποφοίτησης από αυτά. Με αυτόν το τρόπο πιστοποιούνται  όλοι οι μουσικοί της νεότερης Ελλάδας που στελεχώνουν τα εκπαιδευτικά μουσικά ιδρύματα και φυσικά οι μουσικοί που συμμετέχουν στις κρατικές η άλλες ορχήστρες και γενικότερα στα μουσικά δρώμενα της χώρας. Με τον ανώτερο εξ αυτών των τίτλων, δηλαδή το Δίπλωμα, ο μεγαλύτερος αριθμός διαπρεπών Ελλήνων μουσικών έγινε δεκτός στις μεγαλύτερες ακαδημίες του Κόσμου.

Με την ένταξη της Ελλάδας στην ΕΕ, υπήρξε κάποια στιγμή ένα νέο δεδομένο: Τα εκπαιδευτικά ιδρύματα μουσικής είναι πλέον απαραίτητο να είναι υπό την εποπτεία του Υπουργείου Παιδείας και όχι του Υπουργείου Πολιτισμού. Άρα έπρεπε το κάθε κράτος-μέλος να εναρμονιστεί σε αυτή τη νέα πραγματικότητα, την οποία θα ρυθμίσουν όπως είναι αυτονόητο, τα δυο αρμόδια «συγγενικά» υπουργεία: Το Πολιτισμού, υπό την εποπτεία του οποίου λειτούργησαν έως εδώ τα ωδεία και Παιδείας, το οποίο πρέπει να τα ενσωματώσει στο σύστημα του, μέσω μιας διαβάθμισης και αντιστοίχισης των σπουδών τους.
Σε άλλες χώρες το θέμα αυτό ρυθμίστηκε με τρόπους όπου δεν αδικήθηκαν οι προερχόμενοι από τα ωδεία. Με βιαστικές αλλά «νόμιμες» διαδικασίες, μετέτρεψαν Colleges, Concervatoires, Academies σε Πανεπιστήμια ή Πανεπιστημιακές σχολές. Εδώ πήγε λοιπόν να γίνει κάτι επί υπουργού Μικρούτσικου, όμως οι αντιθέσεις του χώρου και οι μικροπολιτικοί σχεδιασμοί δεν επέτρεψαν την εξέλιξη του σχεδίου, ώστε με μια νόμιμη και μέσω αξιολογήσεων διαδικασία να μετατραπούν τα μεγάλα και έχοντα τις προδιαγραφές ωδεία σε σύγχρονες Μουσικές Ακαδημίες.
Έχοντας όμως ως δεδομένο ότι πολλοί άνθρωποι της Τέχνης βρίσκονται μέσα στο χώρο της σημερινής κυβέρνησης, υπήρξε η ελπίδα ότι θα δούμε τώρα κάποια κίνηση ώστε να εναρμονιστούμε επιτέλους με την υπόλοιπη Ευρώπη, και όχι μόνο. Αντ’ αυτού, είδαμε έκπληκτοι να προωθείται ξαφνικά ένας πρόχειρος νόμος για ένα ακαθόριστο Πιστοποιητικό Μουσικών Γνώσεων, χαμηλότατου επιπέδου σε σχέση με το επίπεδο των ωδείων, ακόμη και των πλέον αδυνάτων από αυτά. Το οποίο πιστοποιητικό θα χορηγείται σε οποιονδήποτε πληρώσει ένα παράβολο και δώσει κάποιες αστείες εξετάσεις.  Δηλ. μια μεθόδευση που πάει να μπαλώσει με τον πιο άθλιο τρόπο την κατάσταση, ακυρώνοντας επί της ουσίας και τα ωδεία ως μουσικά ιδρύματα επιπέδου, αλλά και τους εργαζόμενους σε αυτά. Και φυσικά και τις χιλιάδες των αποφοίτων που για 100 και πλέον χρόνια σπούδαζαν εκεί με επιτυχία.

Τώρα λοιπόν που φαίνεται πως μάλλον κατακάθεται ο κουρνιαχτός από την οργή που προκάλεσε η προσπάθεια να εμφανιστεί (με λανθασμένο τρόπο όπως απολογείται επισήμως το Υπουργείο Παιδείας) το νέο Πιστοποιητικό Μουσικών Γνώσεων ως η συνολική λύση στην υπόθεση της διαβάθμισης των μουσικών σπουδών, θέλω κι εγώ, ως επί 40 χρόνια καθηγητής μουσικής, να καταγράψω τις σκέψεις μου. Όχι στο facebook, το οποίο βοηθάει στην συζήτηση αλλά ταυτόχρονα βοηθάει και στο να ξεθωριάσει η βασική ουσία ενός προβλήματος, ανάμεσα σε προσωπικές εμπειρίες και σεβαστά προσωπικά προβλήματα. Χωρίς να μπορώ όμως να αποφύγω δυστυχώς την αναφορά σε γεγονότα τα οποία ο μέσος αναγνώστης δεν μπορεί να γνωρίζει, όμως μπορεί εάν ενδιαφέρεται να διαβάσει στο διαδικτυακό μουσικό περιοδικό www.tar.gr  το οποίο φιλοξενεί πληροφορίες και διάφορες απόψεις επί του θέματος. Η απλώς να παρακάμψει τις λεπτομέρειες, εάν ενδιαφέρεται να αποκομίσει μια γενική άποψη του προβλήματος.

Ίσως και να χρωστάμε τελικά υποχρέωση στους ελάχιστους αυτούς ανθρώπους που, αν και δηλώνουν συνεργάτες μιας Αριστερής Κυβέρνησης, προσπάθησαν με συντεχνιακού τύπου αυθαίρετο και αυταρχικό τρόπο να περάσουν ως νόμο μια σύντομη έκθεση ιδεών (τους) απαξιώντας να κάνουν την παραμικρή συζήτηση με φορείς και γενικότερα με ανθρώπους απείρως πιο καταξιωμένους στο χώρο της μουσικής από αυτούς. Η αντίδραση που ξεσήκωσε αυτή η εν κρυπτώ μεθόδευση ήταν ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ αυτό που χρειαζόταν ώστε να εγκαταλείψει ο καθένας μας τον καλλιτεχνικό του μικρόκοσμο και να καταλάβουμε όλοι μαζί εμείς της μουσικής εκπαίδευσης πως το πράγμα στο χώρο μας «δεν πάει άλλο». Για όλους, όχι μόνο για τους ωδειακούς, αλλά και τους καθηγητές των σχολείων και τους καθηγητές των πανεπιστημίων. Αλλά και όλους τους μουσικούς που επαγγελματικά βαδίζουν βάσει τίτλων σπουδών κι όχι ως εμπειροτέχνες (αυτός ο χαρακτηρισμός εννοείται πως δεν θεωρείται από εμένα ούτε κατ’ ελάχιστον υποτιμητικός). Δεν είναι δυνατόν ένας κλάδος να έχει χωριστεί σε «επαγγελματικές παρέες» και το Κράτος αντί να βρει λύση όπως υποχρεούται, με ανεύθυνες ενέργειες να ρίχνει περισσότερο λάδι στη φωτιά.

Το Κράτος υποχρεούται πλέον να εναρμονιστεί στους νέους κανονισμούς της ΕΕ περί διαβάθμισης των σπουδών εν γένει. (Βλέπε ΕΔΩ). (http://tinyurl.com/l3yg5xh)
Στον τομέα μας θεωρήθηκε από κάποιους, μάλλον επιπόλαιους, ότι αυτό μπορεί να λυθεί απλά (και στη ζούλα αν θέλω να γίνω και πιο αυστηρός) με την έμμεση ακύρωση, επί της ουσίας, των τίτλων «εκτός Υπουργείου Παιδείας» (δηλαδή Ωδεία), μέσω μιας διαδικασίας πιστοποίησης, στην οποία κατά τα λεγόμενα των εμπνευστών της θα μπορεί να συμμετάσχει οποιοσδήποτε θεωρεί ότι κατέχει μουσικές γνώσεις: από αυτόν που τις απέκτησε μέσω Youtube, μέχρι τον Λεωνίδα Καβάκο. Δηλαδή μια διαδικασία εξετάσεων για πιστοποίηση επιπέδου 5 (βλ. παραπάνω) η οποία, για να μιλάμε στη γλώσσα μας, είναι επί της ουσίας κάτι αντίστοιχο με το υψηλότερο grade ABRSM, δηλ. το 8. Αυτό θεωρώ πως δηλώθηκε καθαρά από τους εμπνευστές του πιστοποιητικού, όταν γράφτηκε πως «χρησιμοποιήθηκε η εμπειρία από καταξιωμένα συστήματα του εξωτερικού». Είναι γνωστό ότι το ABRSM είναι το νο.1 παγκοσμίως αποδεκτό. Το οποίο grade 8 λοιπόν, είναι το ανώτερο που μπορεί να πάρει κάποιος στην Βρετάνια, αλλά και παγκοσμίως μέσω εξεταστικών κέντρων, εκτός των ανώτερων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων. Στη δική μας τη γλώσσα πάλι, άντε να είναι μια εύκολη Β’ Ανωτέρα ελληνικού ωδείου, (δείτε τις απαιτήσεις για Grade 8 κιθάρας ΕΔΩ). (http://tinyurl.com/y4rebona )
(Εδώ να τονίσω ότι κατά τη διάρκεια της διαδικασίας «μαζέματος» από το Υπ. Παιδείας της αντίδρασής μας, ειπώθηκε πως «θα γίνει προσπάθεια να είναι επιπέδου πτυχίου ενός ελληνικού ωδείου». Αυτό είναι παντελώς άκυρο και αυθαίρετο, καθότι είναι ξεκάθαρο το τι είναι το επίπεδο 5 (βλ. παραπάνω). Όλα αυτά τα επίπεδα που θεσπίστηκαν (1-8) έχουν πολύ συγκεκριμένες προδιαγραφές, δεν είναι μπουγάτσα ώστε ο κάθε κλάδος να τα απλώνει έως εκεί που βολεύεται).

Άκυρο λοιπόν και απαράδεκτο το Πιστοποιητικό 5, τουλάχιστον στην μορφή που προτείνεται. Η μονή περίπτωση να γίνει αποδεκτό είναι εάν είναι ξεκάθαρο ότι πρόκειται να αφορά αποκλειστικά και μόνο όσους θέλουν πιστοποίηση για πρόσληψη στο δημόσιο για συγκεκριμένη χρονιά και διαδικασία. ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΧΕΙ ΙΣΟΒΙΑ ΙΣΧΥ, διότι τότε είναι ξεκάθαρα τίτλος σπουδών.
Κάθε εργοδότης έχει το δικαίωμα να ελέγξει ΣΕ ΜΙΑ ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΗ ΧΡΟΝΙΚΗ ΣΤΙΓΜΗ την επάρκεια αυτού που θα προσλάβει, ανεξαρτήτως από τους τίτλους και το βιογραφικό. Είναι αδιανόητο όμως εάν ένας εργοδότης δεν σε προσλάβει διότι πχ καλύφθηκαν οι θέσεις, παρόλο που ήσουν επαρκής, να σου δώσει ένα πιστοποιητικό επιπέδου χ ώστε να μη χρειαστεί να σε ελέγξει ο επόμενος εργοδότης.

Οπότε φτάνουμε στον πυρήνα του προβλήματος: Δηλ. δεν πρέπει να υπάρχει κάποιο σύστημα αξιολόγησης που να αντιστοιχεί στους νέους ευρωπαϊκούς κανονισμούς; Μα σαφώς ναι. Αλλά όμως, υπάρχει ήδη! Έχει την στρογγυλή σφραγίδα του ελληνικού κράτους, η οποία βρίσκεται σε ΟΛΑ τα διπλώματα και πτυχία των ωδείων τα οποία εδώ και περισσότερο από 100 χρονιά εκπαιδεύουν τους μουσικούς που έκτισαν τη ελληνική υπόσταση στη Μουσική Τέχνη. Ωδείο τέλειωσε ο Σκαλκώτας, ωδείο η Κάλλας, ωδείο ο Μητρόπουλος, ωδείο ο Καβάκος. Βάσει του ωδειακού τίτλου έγιναν (γίναμε) δεκτοί, μετά από ακρόαση ως είθισται, στα μεγαλύτερα μουσικά ιδρύματα της Υφηλίου. Βάσει του ωδειακού τίτλου στελεχώθηκαν (στελεχώσαμε) ορχήστρες και χορωδίες της χώρας. Βάσει του ωδειακού τίτλου στελεχώθηκαν (στελεχώσαμε) τα Μουσικά Γυμνάσια και Λύκεια. Βάσει του ωδειακού τίτλου στελεχώθηκαν (στελεχώσαμε), σε μεγάλο βαθμό, τα Μουσικά Πανεπιστήμια, και καλύπτουμε τα κενά τους. Βρείτε λοιπόν κύριοι της εξουσίας ποια θα είναι η αντιστοιχία των παλαιότερων τίτλων με τους νέους. Είναι πολύ απλό. Αυτή είναι η δουλειά σας, γι’ αυτό σας ψηφίζουν κάποιοι και κυρίως γι’ αυτό σας πληρώνουν όλοι! Ένα χωριό είμαστε, γνωρίζετε ποιοι είναι οι «πρώτοι τη τάξει». Καλέστε τους να ελέγξουν και να αξιολογήσουν. Ό,τι είναι παράτυπο ή ύποπτο να ακυρωθεί κι οποίος θεωρεί ότι θίγεται ας πάει στα δικαστήρια. Αλλιώς, αν θεωρηθεί πως όλα τα διπλώματα ωδείων είναι παράτυπα, τότε θα πάμε όλοι εμείς οι θιγόμενοι στα δικαστήρια εναντίον σας. Είτε αυτά είναι ελληνικά είτε ευρωπαϊκά.

Κι εδώ ας μείνουμε λίγο στη σχετική εξυπνάδα-καραμέλα κάποιων: «Μα στα ωδεία έχουν δοθεί τίτλοι με όχι σωστά κριτήρια από ανίσχυρες επιτροπές». Είναι ένα επιχείρημα το οποίο μπορεί να έχει καλλιτεχνική ή ηθική σημασία σε μια κουβέντα καφενείου, όμως δεν μπορεί να είναι επιχείρημα για την τυπική εγκυρότητα τίτλων. Εκτός εάν υπάρχουν συγκεκριμένες αποδείξεις περί αυτού. Άρα η ακύρωση ενός τέτοιου τίτλου είναι και αυτονόητη και πρακτικά εύκολη.
Διότι με το «έχω ακούσει» δεν απονέμεται δικαιοσύνη. Κι εγώ θα μπορούσα να πω ότι έχω ακούσει ότι στα «άγια» ελληνικά πανεπιστήμια η πτυχιακή εργασία στην πιάτσα πάει γύρω στο 500αρικο έως 1000ρικο. Και οι άλλες εργασίες μαθημάτων με τη σελίδα. Κι έχω ακούσει για καθηγητές με τιμολόγιο για ιδιαίτερα και βαθμό. Κι έχω ακούσει για πολιτικές νεολαίες που έχουν και σχετικά συνεργεία υποστήριξης μελών. Κι έχω ακούσει…..κι έχω ακούσει… Κι άλλα πολλά που έχω ακούσει, όμως καθότι δεν μπορώ να τα αποδείξω με στοιχεία, αρκούμαι να τα συζητώ με φίλους ως μια ακόμη παθογένεια ενός γενικότερου συστήματος ελέγχου της νομιμότητας σε μια σύγχρονη πολιτισμένη χώρα.

Όμως, επί του ηθικού κι όχι του τυπικού μιλώντας (το οποίο τυπικό επαναλαμβάνω το θεωρώ αδιαμφισβήτητο και μόνο δικαστήριο και βάσει αποδείξεων μπορεί να το ακυρώσει) θα ήθελα να το αναλύσω λίγο περισσότερο. Εμείς που έχουμε πολυετή επαγγελματική παρουσία στα ωδεία ξέρουμε πολύ καλύτερα τα προβλήματα τους και είμαστε οι πρώτοι που θέλαμε πάντα τον αυστηρό τους έλεγχο, ώστε οι μαθητές που με την αξία τους παίρνουν πχ ένα «άριστα», αυτό να έχει πραγματική σημασία και να μην ευτελίζεται από άλλα δήθεν «άριστα» που πιθανώς δίνονται με ευκολία. Άρα το αληθινό άριστα να μετράει περισσότερο στην αγορά εργασίας. (Καθότι για την αγορά εργασίας συζητάμε, όχι για το βιογραφικό ούτε για το τι μπορεί να αποδείξει ένας καλλιτέχνης «επί σκηνής». Εκεί κανείς δεν βγαίνει ως γνωστόν να παίξει με το πτυχίο του σε κορνίζα παραδίπλα).
Είναι λοιπόν πολύ γνωστό ποιοι είναι αυτοί που παλεύουν (παλεύουμε) στις επιτροπές των ωδείων ώστε να υπάρχει υψηλό επίπεδο. Βγάζοντας μάλιστα μονίμως «το φίδι από την τρυπά» για λογαριασμό ενός εποπτεύοντος Υπουργείου Πολιτισμού που μας διορίζει μεν ως εξεταστές, όμως ως αρχή εκπροσωπείται από έναν υπάλληλό του που, αν και πολλάκις είναι σχετικότατος με το αντικείμενο, δεν έχει καμία αρμοδιότητα πέραν του να ελέγξει το τυπικό και μόνο των εξετάσεων. Το πρόβλημα λοιπόν δεν μπορεί πάρα να είναι στο κράτος (δηλ. στις υπηρεσίες του που επιβλέπουν και σφραγίζουν τους τίτλους) το οποίο αφήνει να λειτουργούν παράλληλα επιτροπές «δυο ταχυτήτων». Του ιδίου κράτους στο οποίο ανήκουν ΚΑΙ ΤΑ ΔΥΟ συναφή υπουργεία Παιδείας και Πολιτισμού.
Αντί λοιπόν το κράτος να διορθώσει την ανευθυνότητα που ενίοτε δείχνει, ποια είναι η λύση που προτείνεται; Μα η απαράδεκτη πρόταση για την επί της ουσίας ακύρωση ΟΛΩΝ των τίτλων σπουδών των ωδείων, που το ίδιο το Κράτος έχει εγκρίνει! Και η επανεξέταση όλων των μουσικοπαιδαγωγών, καθότι η ΕΕ πλέον το θέτει ξεκάθαρα (βλέπε παραπάνω) ότι αν τα προσόντα τους δεν διαβαθμιστούν στην εκπαιδευτική κλίμακα του Υπουργείου Παιδείας, παύουν να έχουν υπόσταση για δικαίωμα εργασίας στο εκπαιδευτικό σύστημα της Ελλάδας αλλά και της ΕΕ. Κι αυτό δηλαδή, (η ακύρωση) επειδή «κάποιος» άκουσε «κάτι» που έγινε «κάπου»; Ε τότε λοιπόν αφού αποδείχτηκε με καταδίκες (κι όχι μόνο είναι φήμη) ότι κάποια διπλώματα οδήγησης δόθηκαν με διαβλητό τρόπο, ακυρώστε τα ΟΛΑ και επανεξετάστε τους οδηγούς!!! Κι εδώ μιλάμε για το δικαίωμα του πολίτη να ζήσει η να μη μείνει παράλυτος, όχι στο δικαίωμα να απολαμβάνει σωστή μουσική εκπαίδευση…

Είναι δικαίωμα του κάθε εργοδότη (είτε ιδιώτης είτε δημόσιο) να θέλει οποιαδήποτε πιστοποίηση της επάρκειας του υπό πρόσληψη εργαζομένου. Άρα, ας φτιάξει το Υπ. Παιδείας μηχανισμό για τους συγκεκριμένους υποψήφιους εργαζομένους. Αυτό όμως δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό εάν ΠΡΙΝ δεν έχει γίνει επιτέλους η ΔΙΑΒΑΘΜΙΣΗ των ωδειακών τίτλων μέσα στο σύστημα της χώρας. Καθότι ακόμα και η πιστοποίηση επιπέδου 1 θα είναι ισχυρότερη της ανύπαρκτου επιπέδου πιστοποίησης ενός αποκτηθέντος με Αριστείο Ωδειακού Διπλώματος. Η διαβάθμιση είναι Η προτεραιότητα Κι αυτό ακριβώς έγραψα δημοσιοποιώντας στο facebook πριν λίγες μέρες την πληροφορία που (τυχαία ήρθε σε μένα) περί Πιστοποιητικού Μουσικών Γνώσεων. Έγραψα λοιπόν τότε επί λέξει:
«Μια απορία: Δηλ. αυτό ήταν πιο επείγον από την ΔΙΑΒΑΘΜΙΣΗ των πτυχίων και διπλωμάτων των ΩΔΕΙΩΝ; Η μήπως τελικά ΑΥΤΟ το σύστημα θα χρησιμοποιηθεί για διαβάθμιση όσων έχουν αυτούς του τίτλους; Και τέλος: ΠΩΣ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟΝ ΟΛΟΙ ΕΜΕΙΣ ΠΟΥ ΥΠΗΡΕΤΟΎΜΕ ΤΗ ΜΟΥΣΙΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΝΑ ΤΑ ΜΑΘΑΊΝΟΥΜΕ ΑΥΤΑ ΚΑΤΟΠΙΝ ΕΟΡΤΗΣ ΑΠΟ ΤΟ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ;;;;;»
Κι εδώ στο τέλος είναι η ουσία και το αίσχος. Είναι δυνατόν μια δημοκρατική κυβέρνηση, και μάλιστα της Σύγχρονης Αριστερά όπως δηλώνει, να αποφασίσει μέσω ενός καρεκλοκένταυρου για την μετατροπή του επαγγελματικού διπλώματος του Λεωνίδα Καβάκου από το Ελληνικό Ωδείο Αθηνών σε απλό αναμνηστικό δίπλωμα χωρίς να ρωτήσει τους ΕΙΔΙΚΟΥΣ του χώρου του βιολιού;

Το φαντάζεστε ότι εάν ο Καβάκος (ας μου επιτρέψει να χρησιμοποιώ το όνομά του ως παράδειγμα συγχρόνου καταξιωμένου καλλιτέχνη φτιάχνοντας ένα αυθαίρετο σενάριο) γυρνούσε στον τόπο καταγωγής του στα γεράματα και ήθελε να έχει μια εγκεκριμένη από το εκπαιδευτικό σύστημα της χώρας επαγγελματική ασχολία, θα έπρεπε να δώσει εξετάσεις πιστοποίησης επιπέδου 5 ώστε να προσληφθεί σε ένα από το κράτος ελεγχόμενο εκπαιδευτικό ίδρυμα; Κι ας μην μας πουν «μα αυτό θα γινόταν καθ’ εξαίρεση» διότι με καθ’ εξαίρεση τακτοποιήσεις φτάσαμε εδώ που φτάσαμε…

Φτάσαμε κιόλας να ακούμε, ότι όλη η αντίδραση στην μεθόδευση για την (χωρίς οποιαδήποτε διαβούλευση) κρυφή νομοθέτηση του Πιστοποιητικού Μουσικών Γνώσεων γίνεται από εμάς τους μουσικούς για λογαριασμό των ωδειαρχών!
Ε λοιπόν, ας το οργανώσουμε λίγο:

  1. Το προτεινόμενο σύστημα πιστοποίησης γνώσεων επιτρέπει σε ιδιωτικές και δημοτικές μουσικές σχολές να λειτουργούν πλέον, εάν το επιλέξουν, χωρίς να τις ελέγχει κανείς. Δίνοντας προοπτική στους μαθητές τους για «κάποιες» εξετάσεις πιστοποίησης, «κάποτε». Άρα τα μικρά ωδεία άλλο που δε θέλουν: Άδεια πολ. μηχανικού, πυροσβεστικής και φύγαμε!!!
  2. Τα μεγάλα ιδιωτικά ωδεία απλά δεν ασχολούνται ιδιαίτερα, διότι ποντάρουν σε πιο ελκυστική εναλλακτική λύση: «Μείναμε Ευρώπη», οπότε αργά η γρήγορα θα γίνουν μουσικά ιδιωτικά πανεπιστήμια. Στα οποία όμως συνάδελφοι, σύμφωνα με το νέο ευρωπαϊκό κανονισμό διαβάθμισης θα μπορούν να διδάσκουν μουσικοί επιπέδου 6 (πανεπιστήμιο). Άρα ουδείς εκ των ωδειακών θα μπορεί και εκεί. Τουλάχιστον ως σταθερά εργαζόμενος κι όχι ωρομίσθιος, κάτι που ήδη γίνεται και στα Δημόσια Πανεπιστήμια για να καλυφθούν εποχικές ανάγκες. (Από ωδειακούς, μην ξεχνιόμαστε!)
  3. Η μουσική παραπαιδεία πανηγυρίζει διότι: «θα έχεις, για όσα χρόνια αντέχει, τον μαθητή σε ιδιαίτερα (με γλυκό μαύρο χρήμα) με προοπτική να δώσει για επίπεδο 5. Κάποτε.
  4. Αυτοί όμως που κλαίνε είναι γενικά οι πτυχιούχοι και διπλωματούχοι ωδείων. Που ξόδεψαν κόπο και χρήμα ώστε, εκτός από την μουσική κατάρτιση που τους έδωσε ο εκλεκτός τους δάσκαλος, να παλέψουν και για έναν στόχο που, ενώ στην πράξη και στη ψυχή ήταν τεράστιος, επίσημα αξιολογείται τελικά ως… ασήμαντος.
  5. Και αυτοί που κλαίνε περισσότερο, είναι όσοι επέλεξαν να χτίσουν και επαγγελματική καριέρα μουσικοπαιδαγωγού με εφόδιο αυτόν τον τίτλο, όπως για έναν ολόκληρο αιώνα γινόταν. Διότι για πείτε μου: εάν ο γονέας (άρα και ο μέσος ωδειάρχης, φροντιστηριάς πλέον) έχει να επιλέξει εργαζόμενο στην ελεύθερη αγορά, στο μέλλον ποιον θα προτιμήσει; Τον ικανό καθηγητή με ανίσχυρο δίπλωμα πιάνου από ωδείο, η τον ικανό καθηγητή με πτυχίο πιάνου απ’ το…. ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ!!!. (Όλοι γνωρίζουμε την ακαταμάχητη γοητεία που ασκεί αυτή η λέξη στον Νεοέλληνα)
  6. Τέλος στενοχωριέμαι κι εγώ. Όχι για την πάρτη μου, εγώ πρόλαβα να διδάξω και να χαρώ εκατοντάδες μαθητές και μου είναι πρακτικά αδιάφορο ακόμη κι αν μου κατατάξουν τώρα τους τίτλους μου σε επίπεδο 1. (Κι ας αντιστοιχούν σε σπουδές στην Αγγλία επιπέδου 7). Στενοχωριέμαι που, άθελά μου, υπάρχει πλέον ο κίνδυνος να αποδειχτεί ότι εξαπάτησα τους μαθητές μου, ειδικά τους διπλωματούχους. Έχοντας την εμπειρία της δυσκολίας του ελληνικού διπλώματος και του επιπέδου του (το οποίο επίπεδο διαπίστωσα εγώ ο ίδιος ότι έχει όταν έγινα εύκολα δεκτός σε ένα από τα μεγαλύτερα ιδρύματα της Βρετανίας) θεωρούσα ότι αυτός ο τίτλος «είναι σπουδαίος»! Τους «παραμύθιασα» λοιπόν να ξοδέψουν κόπο απίστευτων ωρών μελέτης αλλά και χρήμα, κάνοντας άθελά μου και για λογαριασμό των ωδείων τον πλασιέ τίτλων σπουδών, που μόνο συναισθηματική αξία θα έχουν εάν περάσουν αυτές οι μεθοδεύσεις για υποβάθμιση των ωδείων.

Κι ως επίλογος:
Επειδή φτάσαμε στη συγκεκριμένη χρονική συγκυρία να ταυτιζόμαστε με τα ωδεία στις διεκδικήσεις μας για διαβάθμιση σπουδών, ας μην ξεχνάμε ποσό σοβαρή ευθύνη έχουν αυτά. Δεν έκαναν εδώ και χρόνια την παραμικρή σοβαρή συντονισμένη προσπάθεια να εξασφαλίσουν την τιμή και υπόληψή τους και φυσικά την τιμή και υπόληψη των εργαζομένων και αποφοίτων τους. Η παράδοση δεν είναι με το μέρος τους και πολύ φοβάμαι ότι και στην τωρινή συγκυρία υπάρχει πάλι ο κίνδυνος να κοιτάξει ο κάθε ωδειάρχης το δικό του συμφέρον, είτε εκφράζοντας αλλοπρόσαλλες και ανέφικτες προτάσεις, είτε απαξιώνοντας την υπόστασή των εκπαιδευτηρίων τους. Καθότι εμπορικά ακόμα και η συρρίκνωση ή η έλλειψη εποπτείας μπορεί κάποιους να βολεύει!
Σε αυτή την περίπτωση, δυστυχώς θα βρεθούμε απέναντι…

Α… και κάτι ακόμα!
Αλλάξτε επιτέλους τα ταμπελάκια στα αρμόδια γραφεία που ελέγχουν τα ωδεία εκεί στο Υπουργείο Πολιτισμού. Και γράψτε «Υπουργείο Παιδείας». Μα πόσο δύσκολο είναι; Κυβέρνηση είστε, εσείς μπορείτε να φτιάχνετε νέους νόμους για να δώσετε λύσεις, δεν είστε δικηγόροι που ψάχνουν παραθυράκια στους παλιούς νόμους!!!

Κώστας Γρηγορέας
(κιθαριστής – συνθέτης, μέλος της Ένωσης Ελλήνων Μουσουργών)

(15 Απριλίου 2019)