Τελειώσαμε με τα ωδεία! Μήπως σειρά έχουν τα μουσικά πανεπιστήμια;

Θα προσπαθήσω να τα πω με 3 κουβέντες, ή καλύτερα με 2.
Κι αυτό γιατί η πρόθεσή μου είναι να καταλάβουν οι μαθητές και οι γονείς το πού πάνε να μπλέξουν…
Κι ας με συγχωρήσουν οι συνάδελφοι για την γλαφυρότητα και τη μη εμπεριστατωμένη ανάλυση. Άλλωστε το TaR είναι ανοιχτό για όποιες επιπλέον αναλύσεις και επεξηγήσεις, από οποιονδήποτε το επιθυμεί.
Επίσης, ξεκαθαρίζω πως πρόθεσή μου δεν είναι να αδικήσω τις προσπάθειες σοβαρών πανεπιστημιακών συνάδελφων αλλά να δώσω έμφαση στο ότι, αν δεν μπει μια σειρά, μάλλον «δεν πάει άλλο»…

Η ελληνική μουσική εκπαίδευση, άρα και η μουσική Τέχνη, πορεύτηκε μέχρι σχετικά πρόσφατα μέσω των ωδείων. Γνωστό.
Τα ωδεία δημιούργησαν την Μαρία Κάλλας (Εθνικό Ωδείο) τον Δημήτρη Μητρόπουλο (Ωδείο Αθηνών) τον Λεωνίδα Καβάκο (Ελληνικό Ωδείο). Σε αυτά έλαβαν την εκπαίδευση που τους κατέστησε ικανούς να γίνουν δεκτοί από τις μεγαλύτερες Ακαδημίες και Πανεπιστήμια του Κόσμου, ώστε να φτάσουν εκεί που έφτασαν. Επίσης τα ωδεία δημιούργησαν τους ακροατές της «λόγιας» μουσικής στη χώρα μας, κάτι εξ ίσου σημαντικό με το προηγούμενο.
Αυτά τα ίδια ωδεία που εν έτη 2019 εξακολουθούν να είναι… αδιαβάθμητα στην εκπαιδευτική κλίμακα. Κάτι που ακόμη και μετά από 40 χρόνια προσωπικής εκπαιδευτικής δράσης δεν έχω καταλάβει πως μπορεί να συμβαίνει.
(Τόσο καλά!… Δηλαδή φανταστείτε τι έχουν καταλάβει οι μαθητές και οι γονείς που ενδιαφέρονται για τη μουσική εκπαίδευση…)

Αδιαβάθμητα μουσικά σχολεία τα ωδεία λοιπόν, που όμως τα διπλώματα που απονέμουν είναι υψηλότατων απαιτήσεων. Τόσο υψηλών μάλιστα, ώστε όλοι οι επιφανείς Έλληνες μουσικοί έγιναν εύκολα δεκτοί για μεταπτυχιακές σπουδές από τα μεγαλύτερα ιδρύματα της Γης. Και που, αφού τελείωσαν αυτές τις σπουδές, το ελληνικό κράτος τυπικά δεν τις αναγνωρίζει (έως και καθόλου) καθότι στην Ελλάδα… δεν υπάρχουν αντίστοιχες σπουδές!

Μπερδευτήκατε; Εγώ να δείτε! Ειδικά όταν πριν χρόνια έμαθα σχετικά με την δική μου περίπτωση:
Είμαι κάτοχος Μεταπτυχιακού του Πανεπιστημίου του Μάντσεστερ, όπου εκεί με δέχθηκαν κατόπιν ακρόασης και ως απόφοιτο της ανώτερης σχολής που διαθέτει η πατρίδα μου για μουσικούς εκτελεστές. Δηλαδή του ωδείου.
Όμως, όταν επέστρεψα έμαθα ότι, σύμφωνα με τον ελληνικό νόμο, στο Δημόσιο, δεν θα μπορούσα να διοριστώ σε κάποια βαθμίδα αντίστοιχη της καριέρας μου. Διότι δεν είχα κάποιο ελληνικό πανεπιστημιακό πτυχίο. Οποιοδήποτε πτυχίο, οποιασδήποτε σχολής.
Όμως κατόπιν υπήρξα μέλος σε επιτροπές του ΑΣΕΠ, όπου εγώ έκρινα το ποιοι θα διοριστούν.
Εκεί όπου εγώ ουσιαστικά δεν μπορώ…
Ανέκδοτο, ε;

Κι όλα αυτά διότι στην Ελλάδα υπάρχει το μπάχαλο να έχουμε δυο «απέναντι ανταγωνιστικά μαγαζιά». Το Υπουργείο Πολιτισμού (εποπτεύει τα ωδεία) και το Υπουργείο Παιδείας (εποπτεύει τα πανεπιστήμια). Το δεύτερο λοιπόν, δεν αναγνωρίζει ως ισότιμους με τους δικούς του, τους τίτλους του πρώτου.
Στην πορεία βέβαια, βρέθηκε ένα παραθυράκι, που δεν κόβω και το κεφάλι μου ότι έχω καταλάβει πώς ακριβώς λειτουργεί. Εάν λοιπόν είσαι αδιαβάθμητος (του ωδείου) αλλά έχεις κι ένα πτυχίο πανεπιστήμιου (πχ Μεσογειακής Υδατοκαλλιέργειας) τότε είσαι κομπλέ! Μπορείς άνετα να διοριστείς εκεί όπου ο Καβάκος δεν μπορεί!

Μπερδευτήκατε; Πάρτε μια ανάσα διότι ακολουθεί συνέχεια:

Λογικά, έπρεπε να πάρουμε την υπάρχουσα παράδοση και πολιτιστική υποδομή των, έστω λίγων, σοβαρών ωδείων, να την εξυγιάνουμε περαιτέρω (απολύτως απαραίτητο μιας και υπάρχουν ουκ ολίγα απαράδεκτα, στο όριο της απάτης) και να την αναβαθμίσουμε σε Μουσική Ακαδημία. Εκεί όπου θα διδάσκουν οι αντικειμενικά καταξιωμένοι μουσικοί λόγω προσφοράς και καριέρας κι όχι λόγω «χαρτιών». Όμως αντ’ αυτού συνεχίσαμε με ελληνικού τύπου «πατέντες». Σκέφτηκε λοιπόν ο σοφός νομοθέτης:
«Μιας και (επιτέλους) αξιωθήκαμε να φτιάξουμε στα πανεπιστήμια ένα καλό οικοδόμημα που λέγεται «Μουσικολογία», δεν κάνουμε και μια… προέκταση να την πούμε γενικώς «Μουσικό Τμήμα», να καλυφτούμε για τα ωδεία και τις ακαδημίες κι όλα αυτά τα περιττά που αυτοί οι σπαστικοί Ευρωπαίοι μας ζητάνε;»
Όπερ και εγένετο.
Κι ας έταζαν ανά καιρούς Μουσικές Ακαδημίες η Μελίνα, ο Θάνος κι ο Καραμανλής ο Β’ (που μέχρι κορδέλα εγκαινίων έκοψε ο άνθρωπος).

Και γεννήθηκαν τα Μουσικά Πανεπιστήμια.
Που με τη σειρά τους, στελεχωμένα από ικανότατους αλλά και ανικανότατους, προσπαθούν κι αυτά τα ίδια να καταλάβουν τι ακριβώς είναι:

# Είναι Ωδεία;
Φυσικά και όχι, διότι οι σπουδές ενός μουσικού οργάνου ή ανώτατων θεωρητικών ξεκινούν από μια σχετικά νεαρή ηλικία και διαρκούν 10-13 η και 15 χρόνια.

# Είναι επιστημονικά-ερευνητικά ιδρύματα;

Όσον αφορά τη Μουσικολογία εννοείται, αλλά όσον αφορά την πρακτική μουσική εκπαίδευση; Σε 4-5 χρόνια, μόνο ανώτατη εξειδίκευση μπορούν να δώσουν, όπως δηλ. σε όλον τον Κόσμο γίνεται. Αλλά για να γίνει αυτό, οι μαθητές πρέπει προηγουμένως να έχουν σπουδάσει μέχρι ένα υψηλό επίπεδο. Που; Μα στα παρακατιανά και σχεδόν μη αναγνωρισμένα από το σύστημα του Υπουργείου Παιδείας ωδεία!

Κι ο μαθητής τι καταλαβαίνει μέσα σε αυτό το μπάχαλο; Ότι για να γίνει εκτελεστής μουσικός ή μουσικός δημιουργός με προοπτικές μόνιμης επαγγελματικής αποκατάστασης πρέπει να δώσει εξετάσεις για το τμήμα… Μουσικολογίας, καθότι το δίπλωμα του ωδείου δεν αναγνωρίζεται ως ισότιμο!
Ότι δηλ., για να το κάνω πιο λιανά, ενώ θέλει να γίνει ηθοποιός, του λένε πως αντί να πάει στη Δραματική Σχολή (πχ του Εθνικού Θεάτρου) πρέπει να πάει στη Σχολή… Θεατρολογίας του ΠανεπιστήμιουΑλλιώς οι σπουδές του θα είναι συγκριτικά υποδεέστερες!

Εδώ όμως πάρτε άλλη μια ανάσα. Γιατί έχει κι άλλη συνέχεια…

Καταμεσής λοιπόν στην απελπισία αυτού του μπάχαλου, εμείς οι μουσικοπαιδαγωγοί των ωδείων είπαμε:
Εντάξει. Ας γίνει, έστω αυτόΑς στηρίξουμε τους όσους άξιους είναι στα μουσικά πανεπιστήμια, μη μπας και ξεκολλήσει το πράγμα και αποφευχθεί η απαξίωση, όπου πλέον η μουσική εκπαίδευση θα καταλήξει να μην είναι παρά μια ακόμη βαριεστημένη δραστηριότητα των πολυάσχολων πιτσιρικάδων.
Με σαφή βέβαια για μας την δυσοίωνη επαγγελματική προοπτική, από καταξιωμένοι δάσκαλοι και καθηγητές μουσικής να γίνουμε απλοί φροντιστηριάδες προετοιμασίας μαθητών για τα Μουσικά Πανεπιστήμια. Όμως, τουλάχιστον, να περισώσουμε το επάγγελμα που έγραψε την ιστορία της Ελληνικής Μουσικής, αλλά και να επιβιώσουν οι επαγγελματίες που έχουν παλέψει μια ζωή για αυτό.
Και με την ελπίδα, φυσικά, ο κάθε μαθητής μας να έχει την τύχη να πέσει στα χέρια ενός άξιου πανεπιστημιακού καθηγητή.

Σε αυτό πλέον το πλαίσιο, θετικά είδαμε τις προτάσεις που έκαναν πέρσι τα Μουσικά Τμήματα των Πανεπιστημίων Μακεδονίας και Ιονίου για μια πιο σωστή διαδικασία εισαγωγικών εξετάσεων στα Μουσικά Πανεπιστήμια, έτσι ώστε να αξιολογούνται καλύτερα ΚΑΙ οι καλλιτεχνικές ικανότητες των φοιτητών. Πράγμα αυτονόητο για κάθε λογικό άνθρωπο, όμως καθόλου αυτονόητο για  τους έχοντες την ευθύνη στο να θέτουν τους κανόνες των πανελληνίων εξετάσεων.

Όμως (τι έκπληξη…) εκεί που αυτό πήγε να προχωρήσει, πάλι μπερδευτήκαμε…

Κι επειδή πραγματικά μετά από όλα όσα έγραψα είμαι πολύ κουρασμένος ψυχικά για να σας εξηγήσω και τα νεότερα, παραθέτω το αναλυτικό άρθρο του έγκυρου esos.gr:

“Επαναστατούν” και τα πανεπιστημιακά Μουσικά τμήματα κατά του νέου τρόπου εισαγωγής

“Το σύστημα δεν προάγει τις Μουσικές Σπουδές, την αξιοκρατία και την αριστεία, καθιστώντας τις ειδικές εισιτήριες εξετάσεις μακράν κατώτερες των περιστάσεων”

 [ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΕΔΩ]

Advertisements

Κώστας Γρηγορέας: Ο συνθέτης με εκλεκτούς φίλους στο Μέγαρο (Της Τίνας Βαρουχάκη)

Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, 25/2/2019
Εντυπώσεις της Τίνας Βαρουχάκη από τη συναυλία-αφιέρωμα
και προσωπικές αναμνήσεις από την έως τώρα καλλιτεχνική διαδρομή του κιθαριστή & συνθέτη

Φτιάχνουν ιστορία οι παρέες: Πράξη Ι

Βρισκόμαστε στις αρχές της δεκαετίας του΄90. Φοιτητοπαρέα, είχαμε πάει σε μια γνωστή μπουάτ της Αθήνας ν΄ακούσουμε την Αλίκη Καγιαλόγλου. Ήταν μια μυσταγωγική μουσική βραδιά με τραγούδια σε μια πολύ λιτή διασκευή, για φωνή και κιθάρα… Θυμάμαι πόσο με γοήτευσε η συνοδεία της κλασικής κιθάρας…
Η φυσιογνωμία του σολίστα, ήταν γνώριμη. Σύντομα συνειδητοποίησα ότι επρόκειτο για τον ίδιο άνθρωπο που ήταν στο εξώφυλλο μιας πολύ αγαπημένης μου κασέτας με τίτλο: «Κιθάρα Apasionada». Ο σολίστ, δεν ήταν άλλος από τον Κώστα Γρηγορέα.

Φτιάχνουν ιστορία οι παρέες: Πράξη ΙΙ΄

Παραμένουμε στις αρχές της δεκαετίας του΄90. Ο δάσκαλός μου, Παναγιώτης Δεληγιάννης, με διδάσκει ένα έργο του αείμνηστου Κυριάκου Τζωρτζινάκη (1950 – 1989). Με αφορμή το γεγονός, με προτρέπει να αγοράσω το ηχογράφημα  που είχε κυκλοφορήσει ήδη από το 1985 με τίτλο: «Έργα Ελλήνων Συνθετών για κιθάρα: Κυριάκος Τζωρτζινάκης, Κώστας Γρηγορέας (κιθάρα)».

Σε αυτό το αξέχαστο βινύλιο, είχαμε την ευκαιρία να ακούσουμε τα υπέροχα έργα του Κυριάκου Τζωρτζινάκη, όπως: «4 Δημοτικές Εικόνες», «Ο Χορός των Ρολογιών», «Νυχτερινό», «Singing in Another Tune” κ.ά. ερμηνευμένα με τη μοναδική ευαισθησία του Κώστα Γρηγορέα.

«Tον Κυριάκο Τζωρτζινάκη είχα την τύχη να τον έχω συνεργάτη, αλλά και στενό φίλο.  Είχα όμως την ατυχία να τον χάσω πολύ νωρίς». (…)  «Με την ερμηνεία όμως των έργων του, μπορώ να εκφράσω πόσο σημαντική για μένα ήταν, και εξακολουθεί να είναι, η μουσική του» αναφέρει συγκινημένος ο Κώστας Γρηγορέας σε άρθρο του, αφιερωμένο στη μνήμη του Κυριάκου Τζωρτζινάκη.[1]

Φτιάχνουν ιστορία οι παρέες: Πράξη III’

Μέσα δεκαετίας του΄90. Με την προτροπή του δασκάλου μου, αγοράζω το βιβλίο «Τετράδιο για κιθάρα», με παρτιτούρες έργων του Μάνου Χατζιδάκι σε διασκευή Τάσου Καρακατσάνη. Ήταν μια «όαση» μουσικής, αυτό το βιβλίο! Ένιωθα ως εάν να είχε εκδοθεί για να…μας  παρηγορήσει, αντισταθμίζοντας τα κουραστικά λεγκάτα, τις βαρετές ασκήσεις αντίχειρα και τις εξαντλητικές σκάλες… Αυτή η έκδοση, ήταν το κίνητρο να τα υπομείνει κανείς όλα αυτά! Με ποια ανταμοιβή; Μα ασφαλώς, με το να διδαχθούμε αυτές τις όμορφες Χατζιδακικές μελωδίες (που παραμένουν επίκαιρες έως σήμερα) και να επιχειρήσουμε να τις παίξουμε, με πρότυπο την έξοχη ερμηνεία τους από τον Κώστα Γρηγορέα στο ομότιτλο ηχογράφημα, στο εξώφυλλο του οποίου ο ίδιος o Χατζιδάκις, και ως παραγωγός, είχε γράψει:

Φτιάχνουν ιστορία οι παρέες: Πράξη IV΄

Είμαστε στο 2003. Μέχρι τότε ο Κ.Γ. είναι γνωστός και καταξιωμένος ως σολίστ κλασικής κιθάρας. Από εκείνη τη χρονιά, αναδύεται και μια ακόμη ταυτότητά του, εξίσου σημαντική και ενδιαφέρουσα: αυτή του συνθέτη. Τότε κυκλοφορεί η πρώτη έκδοση με παρτιτούρες συνθέσεών του για κιθάρα, η οποία τιτλοφορείται: «Κιθάρα σε Ελληνικό Τρόπο» (εκδόσεις Παπαγρηγορίου Κ. – Νάκας Χ.)

Ο ίδιος ο συνθέτης, παρατηρεί σχετικά: «Σαν Ελληνικούς τρόπους, αντιλαμβάνομαι όλα τα αυθεντικά στοιχεία, αλλά και όσα έχουν ενσωματωθεί στην Ελληνική μουσική. Από την παραδοσιακή και λαϊκή μουσική, τους Έλληνες και ξένους συνθέτες και τραγουδοποιούς έως την Jazz και το Rock που συντρόφευαν τα νεανικά μου ακούσματα».
Φθάνουμε στο 2004. Εκείνη τη χρονιά, ο Κ.Γ. ηχογραφεί τα σχετικά έργα που κυκλοφορούν πλέον σε cd. Ο μουσικοκριτικός Γιώργος Λεωτσάκος, κάνει, όπως είναι επόμενο, μια εξαιρετική κριτική για την παρουσίαση των έργων από τον κιθαριστή-συνθέτη σε ένα ρεσιτάλ στην αίθουσα Φίλιππος Νάκας, επισημαίνοντας, μεταξύ άλλων, τα εξής [2]:
«Στερεότατη τεχνική υποταγμένη στα βιωματικά κελεύσματα μιας άπεφθης μουσικότητας… εξίσου προικισμένος κιθαριστής και συνθέτης…ο Γρηγορέας μας καθήλωσε με την ηχητική ευγένεια, την πλαστικότητα φράσεως και ρυθμού και έναν πλούτο λεπτότατων εκφραστικών αποχρώσεων…Ανέδειξε εαυτόν σε δημιουργό όχι μόνο με αίσθηση της λειτουργικότητας των αντιθέσεων και του timing στην εναλλαγή τους, αλλά και με όραμα τόσο πλούσιο που απαιτεί εκφραστικά μέσα μεγαλύτερης εκφραστικής εμβέλειας από την κιθάρα (Ωδείο Φ.Νάκας 25.02.2005).»

Φτιάχνουν ιστορία οι παρέες: Πράξη V΄

Βρισκόμαστε στο 2007. Ο Κυριάκος Τζωρτζινάκης έχει ήδη από το 1989, περάσει στην αιωνιότητα. Το ίδιο όμως και τα έργα του. Ο Κ.Γ. τα κυκλοφορεί εκ νέου σε cd με τίτλο: «Ο Κώστας Γρηγορέας παίζει Κυριάκο Τζωρτζινάκη» (MOTIVO, NM 1063 – 2007) .
Προλογίζοντας την έκδοση, ο Ιστορικός και Κριτικός μουσικής Γ.Β. Μονεμβασίτης, σημειώνει, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Τούτο το ανθολόγιο της μουσικής του για κιθάρα από τον φίλο, συνοδοιπόρο και συνεργάτη του Κώστα Γρηγορέα, εκτός του ότι αποτελεί οφειλόμενο εγκώμιο, διαθέτει και ικανά στοιχεία πρωτοτυπίας:….».[3]
Σε ό,τι αφορά το περιεχόμενο του νέου, επικαιροποιημένου ηχογραφήματος, ο Γ.Β. Μονεμβασίτης, μας πληροφορεί σχετικά: «Οι πέντε από τις δώδεκα αυτές σπουδές (οι με αριθμό 3, 4, 9, 10 και 11) υπήρχαν ερμηνευμένες στην έκδοση  του 1985. Δυο ακόμη, οι με αριθμό 5 και 6, οι οποίες, ειρήσθω εν παρόδω, μαζί με τις 3 και 4 αποτελούσαν ενότητα την οποία ο δημιουργός τους αποκαλούσε Μινιατούρες, ηχογραφημένες στη διάρκεια ρεσιτάλ που έδωσε ο Κώστας Γρηγορέας το 2005, συμπεριλαμβάνονται στη νέα έκδοση.  Προστέθηκε ακόμη η «Ωδή στο παράλογο», σύνθεση του 1978 για τρεις κιθάρες – ο Κώστας Γρηγορέας ερμηνεύει σε πολλαπλή ηχογράφηση και τις τρεις κιθάρες».[4]

Φτιάχνουν ιστορία οι παρέες:  Πράξη VI΄

Mάϊος 2008. Το καταξιωμένο κιθαριστικό ντουέτο Αλεξάνδρας Χριστοδήμου – Γιάννη Πετρίδη, με σημαντική διεθνή καριέρα στις ΗΠΑ, ερμηνεύει εξαίσια τα έργα του Κώστα Γρηγορέα: “The Sun”, “The Night” “My Sky” που αποτελούν τον κύκλο: Soundtracks” για δύο κιθάρες.
Τα έργα ερμηνεύουν οι ίδιοι σολίστ σε ηχογράφημά τους, με τίτλο: «Mediterranean Echoes». Eπίσης, οι εν λόγω συνθέσεις περιλαμβάνονται στο άλμπουμ Soundtracks for Ideal Movies” του Κώστα Γρηγορέα, που κυκλοφόρησε το Δεκέμβριο του 2012.
Σημειωτέον δε, ότι οι δυο σολίστ έχουν επίσης ερμηνεύσει με μεγάλη επιτυχία τα εν λόγω έργα σε πολλές συναυλίες στην Ελλάδα και το εξωτερικό, με πιο πρόσφατη την συναυλία τους, στο πλαίσιο του Διεθνούς Φεστιβάλ Παλαιού Φαλήρου, του οποίου διατελούν Καλλιτεχνικοί Διευθυντές.

Φτιάχνουν ιστορία οι παρέες: Πράξη VII΄

Mάϊος 2009. Ο Κ.Γ., ήδη από το 2006 αρχισυντάκτης και διαχειριστής του http://www.tar.gr, αποφασίζει μαζί με τον διευθυντή του περιοδικού Νότη Μαυρουδή για την παραγωγή ενός άλμπουμ με τίτλο «Έλληνες Κιθαριστές παίζουν Έλληνες Συνθέτες». Αναλαμβάνει την οργάνωση της παραγωγής, την ηχοληψία (κατά ένα μεγάλο μέρος) και το digital mastering. Στο άλμπουμ συμμετέχουν 12 εξαιρετικοί κιθαριστές της νεότερης γενιάς, που ερμηνεύουν έργα 13 καταξιωμένων αλλά και νεότερων συνθετών.
Ο Κ.Γ. συμμετέχει με τρεις μικρές συνθέσεις του: Bessy’s Valse (κιθ. Μπέσσυ Διαγωμα), Νανούρισμα (κιθ. Βασιλική Λεοντάρη) και November Mood (κιθ. Γιώργος Μπεχλιβάνογλου)

Φτιάχνουν ιστορία οι παρέες: Πράξη VIII’

Δεκέμβριος 2009. H καταξιωμένη πιανίστα Έφη Αγραφιώτη συμπράττει με τον Κώστα Γρηγορέα δημιουργώντας το ντούο «230+6 χορδές». Στο πλαίσιο αυτής της συνεργασίας, σε συναυλίες όπου περιλαμβάνονται όμως και σόλο έργα, ηχογραφεί ερμηνεύοντας με μοναδική βιρτουοζιτέ το έργο του για σόλο πιάνο «Οbsessions» (τα μέρη: «Ιn Circles», «The End»)

Φτιάχνουν ιστορία οι παρέες: Πράξη IX΄

5 Φεβρουαρίου του 2010. Σε εκδήλωση-αφιέρωμα που διοργανώνει το TaR στη μνήμη του Κυριάκου Τζωρτζινάκη, στην αίθουσα συναυλιών του Ωδείου Φ. Νάκας, με θέμα: «Κυριάκος Τζωρτζινάκης: 20 χρόνια μετά», ο Κ.Γ.-φανερά συγκινημένος-ξετύλιξε τις υπέροχες αναμνήσεις του από τη συνεργασία τους. https://youtu.be/xJop8usFK5Y

Φτιάχνουν ιστορία οι παρέες: Πράξη X’

Mάϊος 2010. Ο Γιωργος Τοσικιάν κυκλοφορεί τον πρώτο του δίσκο του με τον τίτλο «Guitar Music By Greek Composers». Στον δίσκο πρωτοηχογραφεί, ερμηνεύοντας με μοναδική μουσικότητα, την «Αθώα Σουίτα» του Κώστα Γρηγορέα.

Δεκέμβριος 2010. Χριστουγεννιάτικη Συναυλία της EBU με μετάδοση μέσω Τρίτου σε όλη την Ευρώπη και Αμερική. Στο αμφιθέατρο του Πυθαγόρειου Ωδείου. Ο Κ.Γ. και ο εξαιρετικός Χάρης Λαμπράκης, με τον υπέροχο ήχο του νέι που ξεχειλίζει από ευαισθησία, ερμηνεύουν την «Παιδική Φαντασία».

Φτιάχνουν ιστορία οι παρέες: Πράξη XI΄

Δεκέμβριος 2012.  Κυκλοφορεί το ηχογράφημα που περιλαμβάνει συνθέσεις του Κώστα Γρηγορέα, με τίτλο: Soundtracks for Ideal Movies” στο οποίο συμμετέχουν οι  εξαίρετοι μουσικοί:[5] Έφη Αγραφιώτη, Δημήτρης Βερβιτσιώτης, Γιάννης Γιαγουρτάς, Mπέσυ Διαγωμά,  Παύλος Κανελλάκης, Νίκος Κατριζιδάκης, Χάρης Λαμπράκης, Άγγελος Μπότσης, Γιάννης Πετρίδης Θεόφιλος Σωτηριάδης,  Βασίλης Τζαβάρας, Αλεξάνδρα Χριστοδήμου, Sabrina Vlascalik[6] και βεβαίως, ο ίδιος ο συνθέτης με τη διττή ιδιότητά του και ως σολίστ.

H Έφη Αγραφιώτη, αυτή τη φορά με μια άλλη-εξίσου επιτυχημένη-ιδιότητά της, της αρθρογράφου, σημειώνει σχετικά:
«…Ακούγοντας τώρα την δική του μουσική, διαπιστώνω με θαυμασμό ότι παραμένει ακριβής και λιτός, σχεδιάζει με λυρική μαεστρία εκφραστικές αποχρώσεις διαχυτικές, παίζοντας με λεπτότητα, με τη γνώση του έμπειρου σολίστα. Η αντίληψη για την εκτέλεση τώρα μεταφέρεται ταυτόφωνη, σε κοινό συναισθηματικό φορτίο με την αντίληψη για τη σύνθεση, τη δημιουργία…»

Ενθουσιώδεις κριτικές αποσπούν οι μουσικές αυτές συνθέσεις και από άλλες προσωπικότητες της μουσικής. Τα ακόλουθα αποσπάσματα είναι χαρακτηριστικά:[7]

“…Έργα με έμπνευση, με φαντασία, εικόνες με χρώματα, με φως, ήχοι εκλεπτυσμένοι, ευρηματικοί, με ποίηση…”
Ευάγγ. Ασημακόπουλος, TaR
.
“…Ως σολίστ αλλά και ως συνθέτης, ο Κώστας Γρηγορέας είναι μια από τις πιο σοβαρές παρουσίες στο χώρο της κιθάρας…”
Hubert Kappel, σολίστ
.
“… Nέα έργα σμιλευμένα από γνώση, ευαισθησία, πείρα και συναισθηματικό έλεγχο…”
Νότης Μαυρουδής, Αθήνα 984
.
“…Η μουσική του Κώστα Γρηγορέα έχει μια πολύ διακριτή δική της ‘φωνή’…”
Carlos Bonell
, σολίστ

“… Ως συνθέτη, τον Γρηγορέα χαρακτηρίζει αδιατάρακτη ισορρο­πία και συλλειτουργία οραματισμού και ευρηματικότητας… ”
Γιώργος Λεωτσάκος, Εξπρές

«Τούτες οι “Ηχητικές επενδύσεις για ιδεατές ταινίες” περιέχουν μουσικά σκιρτήματα που πυροδοτούν τη φαντασία του ακροατή στην αναζήτηση τερπνών εικόνων και μύθων. Συνοδοιπόρους στο όμορφο ταξίδι έχει δεκατρείς (!) ερμηνευτές, που του χαρίζουν τον ήχο οκτώ διαφορετικών οργάνων. Και σε εμάς χαρίζουν ολόφωτες μουσικές στιγμές, αφού ο Κώστας Γρηγορέας βλέπει και τη χαρούμενη πλευρά της ζωής». Γιώργος Μονεμβασίτης (Ελευθεροτυπία)[8]

«…είναι πασιφανής η εντιμότητα και καθαρότητα στη μουσική σκέψη του. Την διακρίνει επίσης μία διαυγής πνευματικότητα η οποία εκτός από την –ούτως ή άλλως- ευχάριστη ακροαματική «διαδικασία» προσκαλεί τον ακροατή σε ενδοσκοπική εξέταση του εσώτερου κόσμου του». (Θωμάς Ταμβάκος, jazz & jazz, Ιούνιος 2013)[9]

Στο εν λόγω cd περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, το έργο που ο Κ.Γ. έχει αφιερώσει στη μνήμη του Μάνου Χατζιδάκι «The Νight, in Μemory of Manos Hadjidakis”. Σε αυτή την εκτέλεση, συμπράττει με την έξοχη πιανίστα, Έφη Αγραφιώτη, χαρίζοντάς μας ένα αποτέλεσμα που κάνει τον ακροατή να ανατριχιάζει από συγκίνηση για την λεπτότητα και την ευαισθησία της ερμηνείας.

Φτιάχνουν ιστορία οι παρέες: Πράξη XII’

Μάϊος 2013. Το σύνολο «Κίθαρις» υπό τη διεύθυνση του καταξιωμένου σολίστα και δασκάλου, Ιάκωβου Κολανιάν, ερμήνευσε εντυπωσιακά στις συναυλίες που έδωσε στην αίθουσα συναυλιών «Φ. Νάκας» και το Μέγαρο Μουσικής το έργο «Δήλος» του Κώστα Γρηγορέα. Ένα έργο ειδικά γραμμένο για το «Κίθαρις» και αφιερωμένο στον αγαπητό φίλο του συνθέτη Ιάκωβο Κολανιάν.
Στo σύνολο συμμετείχαν οι ακόλουθοι σολίστ κλασικής κιθάρας:[10] Κωνσταντίνος ΑναπολιτάνοςΓιώργος ΓεωργάτοςΆγγελος ΘεοδωράκηςΕύη ΚαίσαρηΧάρης Καμπύλης,  Σταύρος ΚουδουνάςΝίκος ΜανιταράςΤριαντάφυλλος ΜπαταργιάςΆγγελος ΜπότσηςΚωνσταντίνα Ντοκούζη, Δημήτρης ΠαππάΜαρία Πέγκα και Γιώργος Τοσικιάν.

Φτιάχνουν ιστορία οι παρέες: Πράξη XIII’

Ιούλιος 2013. Στο πλαίσιο του επιτυχημένου θερινού Φεστιβάλ, «Ημέρες Μουσικής Πρέβεζας» (στο οποίο είναι συνδιοργανωτής ο Κ. Γρηγορέας) το μαθητικό κιθαριστικό σύνολο των συμμετεχόντων σπουδαστών του σεμιναρίου με τη διδασκαλία και διεύθυνση του Νίκου Ντρέλα, ερμήνευσε ωραιότατα το έργο του Κώστα Γρηγορέα «Πρέβεζα».

Ιούλιος 2014. Στις «Ημέρες Μουσικής Πρέβεζας», ο Κ.Γ. συμπράττει με τον εξαίρετο φλαουτίστα, Δημήτρη Φωτόπουλο στην ερμηνεία του έργου του κιθαριστή: «A Childs Fantasy”[11]

Φτιάχνουν ιστορία οι παρέες: Πράξη XIV’

Mάϊος 2015. Έφη Αγραφιώτη και Γιώργος Κοντραφούρης ερμηνεύουν μοναδικά και ηχογραφούν στο Μέγαρο Μουσικής ολόκληρο το έργο του Κ.Γρηγορέα «Δήλος», σε μια εκδοχή για δυο πιάνα.

Iούλιος 2015. «Ημέρες Μουσικής Πρέβεζας»: Το σύνολο πνευστών που συναποτελούσαν οι συμμετέχοντες μαθητές του Φεστιβάλ, υπό την καθοδήγηση του καθηγητή τους, Δημήτρη Φωτόπουλου, συνέπραξε με τους δυο προαναφερόμενους σολίστ στο φλάουτο και την κιθάρα, για την ερμηνεία δυο μερών του μελωδικότατου έργου του Κώστα Γρηγορέα “Spring Trilogy”

Φτιάχνουν ιστορία οι παρέες: Πράξη XV’

Καλοκαίρι 2015. Ο Κ.Γ. συμπράττει με το νεανικό κιθαριστικό σύνολο «Hesperia Guitar Orch.» που διευθύνει ο καθηγητής Φραγκούλης Καραγιαννόπουλος, παρουσιάζοντας το έργο «Aegean Sketches» για σύνολο.

Φτιάχνουν Ιστορία οι παρέες: Πράξη XVI’

Βρισκόμαστε στο 2016. Ο Κ.Γ. παρουσιάζει το ηχογράφημα με τίτλο: “Recording Guitarist”, ένα αυτοπορτρέτο της αγαπημένης του -όπως δηλώνει- ιδιότητας του Recording Artist.
Το cd περιλαμβάνει έργα για σόλο κιθάρα του ιδίου, καθώς και άλλων Ελλήνων συνθετών όπως των: Κυριάκου Τζωρτζινάκη, Μιχάλη Τραυλού, Νίκου Σκαλκώτα, Λένα Πλάτωνος. Στο ίδιο ηχογράφημα περιλαμβάνονται και έργα των Heitor Villa-Lobos, Manuel M. Ponce και Abel Carlevaro.

Μέσα στην ίδια χρονιά ο συνθέτης παρουσιάζει σε συναυλία μια επιλογή έργων του για κιθάρα, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Λουτρακίου «All that Guitar»
Ερμηνεύουν οι εκλεκτοί νέοι κιθαριστές Γιώργος Αθανασίου, Γιώργος Τσάνας, Βασίλης Κανελλόπουλος, Γιώργος Αναγνωστόπουλος.
Μαζί τους και ο καταξιωμένος σολίστ και πολυβραβευμένος δάσκαλος Βασίλης Καναράς, ο οποίος στη συνέχεια ηχογραφεί για πρώτη φορά σε δίσκο την σύνθεση του Κ.Γ. «Πανσέληνος στο Μόλυβο».

Φτιάχνουν ιστορία οι παρέες:  Πράξη XVII΄

Mάϊος 2018. Ο Κ.Γ. διασκευάζει για τσέμπαλο, τα έργο του “Αθώα Σουίτα” (σε πέντε μέρη). Ερμηνεύει η καταξιωμένη τσεμπαλίστα Κατερίνα Κτώνα. Η συνεργασία τους ξεκίνησε όταν ο Κ.Γ. της έστειλε το έργο του στην αρχική του εκδοχή για κιθάρα.
Η σολίστ, Κατερίνα Κτώνα ακούγοντάς το, ενθουσιάστηκε και το φαντάστηκε εξαιρετικά ταιριαστό στο τσέμπαλο. Κάπως έτσι πήρε το δρόμο της η εξαιρετική συνεργασία τους για να καταλήξει στο γεμάτο λυρισμό άλμπουμ “The Innocent Suite”, το οποίο περιλαμβάνει επίσης το έργο «Mattina Luminosa» (σε δύο μέρη) :

Φτιάχνουν Ιστορία οι Παρέες: Πράξη XVIII’

Σεπτέμβριος 2018: Ο νεαρός σολίστ, Βασίλης Κανελλόπουλος ηχογραφεί ερμηνεύοντας έξοχα τα έργα «Τρεις Ελληνικές Σπουδές», «Πρέβεζα» και «Αιγαιοπελαγίτικα σκίτσα». Και τα τρία αυτά έργα θα αποτελέσουν μέρη του νέου άλμπουμ του Κ.Γ. «Θαλασσογραφίες»

 Φτιάχνουν ιστορία οι παρέες: Πράξη Χ΄

Νοέμβριος 2018: Ο Κ.Γ. ερμηνεύει μοναδικά και παρουσιάζει σε ηχογράφηση, μια κορυφαία και άκρως απαιτητική μουσικά και τεχνικά σύνθεση του ρεπερτορίου της κιθάρας: Το ()»Nocturnal, op.70 (After John Dowland)» του κορυφαίου Βρεττανού συνθέτη του 20ου αιώνα Benjamin Britten. Μια ηχογράφηση που, όπως ο ίδιος σημειώνει, την χρωστούσε στον εαυτό, του δεδομένου ότι το συγκεκριμένο έργο υπήρξε φάρος έμπνευσης της σολιστικής, αλλά και της συνθετικής του πορείας.

Φτιάχνουν ιστορία οι παρέες: Πράξη XX΄

25 Φεβρουαρίου 2019. Πολλοί-όχι προφανώς όλοι-από τους συνοδοιπόρους του Κώστα Γρηγορέα, συμπράττουν σε μια υπέροχη μουσική βραδιά, που ξεχειλίζει από μουσική, ευαισθησία και συγκίνηση.

Στο φυλλάδιο της συναυλίας, ο συνθέτης-κιθαριστής έχει επιλέξει να γράψει το εισαγωγικό σημείωμα σε πρώτο πρόσωπο:

«Το ταξίδι μου στη μουσική ξεκίνησε ως μοναχικό. Οι συνθήκες, αλλά κυρίως η ιδιοσυγκρασία μου, το καθόρισαν αυτό. Η κιθάρα έτυχε να είναι το εργαλείο, και μάλλον αποδείχτηκε κατάλληλο: αρκετά κοινωνικό ώστε να φτιάξω καλλιτεχνικές προσωπικές σχέσεις, να συμμετάσχω σε σύνολα, να συνοδεύσω, ν’ αυτοσχεδιάσω· και αρκετά μοναχικό, ώστε ν’ αντέξει τους μονολόγους και τις εμμονές μου.
Μέσω όλων αυτών, λοιπόν, ευτύχησα να ταξιδεύω. Πραγματικά ταξίδια, σε ωραίες χώρες, αλλά και μουσικά ταξίδια, σε είδη που βιωματικά δεν μου ανήκουν. Ως όχημα, οι σολιστικές μου δραστηριότητες, αλλά και οι συνεργασίες με θαυμάσιους συνθέτες, τραγουδοποιούς, μουσικούς, τραγουδιστές. Με κάποιους από αυτούς μάλιστα απέκτησα προσωπική μουσική σχέση και μακρόχρονη συνεργασία. Ήταν δάσκαλοί μου, ακόμη και μέντορές μου, και κάποιοι εξακολουθούν να είναι.
Η ιδιοσυγκρασία μου, όμως, οριοθετεί αυτές τις σχέσεις. Η μανία μου για απόλυτο έλεγχο στο τελικό αποτέλεσμα με απομακρύνει από τα μεγάλα μουσικά σύνολα, τα μεγαλόπνοα εγχειρήματα. Για μένα όμως αυτό είναι κάτι το φυσικό.
Όταν, λοιπόν, έφτασε το πλήρωμα του χρόνου, και θεώρησα απαραίτητο να οργανώσω τις μουσικές μου σκέψεις ως έργα με αρχή, μέση και τέλος, όλα τα παραπάνω καθόρισαν την συνέχεια. Η, πάλι εξ ιδιοσυγκρασίας, ταύτισή μου με ποιητές και τραγουδοποιούς με οδήγησε στις μικρότερες φόρμες. Η επιμονή μου στις λεπτομέρειες, ακόμη και στις επουσιώδεις, με οδήγησε αναγκαστικά σε αφαιρετικές φόρμες. Η μοναχικότητα μου, που έχει την ανάγκη να επικοινωνήσει, με οδήγησε σε συνθέσεις για να ερμηνεύσω εγώ ο ίδιος τον εαυτό μου, ή συνθέσεις για ανθρώπους που γνωρίζω και θαυμάζω και θέλω να υπάρξω και μέσω αυτών.
Ως δημιουργός, λοιπόν, θα έλεγα πως μάλλον είμαι συνθέτης «της αφορμής», και πολύ ανυπόμονος για ν’ αντέξει στα χέρια μου μια μεγάλη φόρμα, σαν αυτές που θαυμάζω σε άλλους. Το «ποίημα» ή έστω το «διήγημα» είναι επαρκή για μένα. Ή, καλύτερα, θα έλεγα ότι «ελπίζω να είμαι εγώ επαρκής γι’ αυτά».

Την αυλαία ανοίγει ο ίδιος, ο οποίος υποδέχεται με το πηγαίο χιούμορ του το κοινό, για να ερμηνεύσει μια σύνθεσή του για σόλο κιθάρα, με τον γενικό τίτλο «Καλοκαιρινά» (τα μέρη: «Πρωί στη θάλασσα», «Μεσημεριανό γλέντι» και «Ηλιοβασίλεμα»).

Στη συνέχεια εμφανίζεται επί σκηνής η τσεμπαλίστα Κατερίνα Κτώνα, η οποία ερμηνεύει το πρώτο μέρος (Πρελούδιο) από το έργο «Mattina Luminosa», και κατόπιν τέσσερα μέρη από την τρυφερή Innocent Suite καταχειροκροτούμενη από το κοινό. Στο τέλος, «κερδίζει» το κοινό με τη σύντομη και γλαφυρή διήγησή της, αναφορικά με το πόσο είχε γοητευτεί από το έργο (που στην αρχική του μορφή ήταν για σόλο κιθάρα και ηχογραφήθηκε από τον Γιώργο Τοσικιάν) και πώς αρχικά δίσταζε να εκφράσει στον συνθέτη την ιδέα να το μεταγράψει για τσέμπαλο.

Η μουσική βραδιά συνεχίστηκε με έργα για σόλο κλασική κιθάρα. Επί σκηνής, ο εξαιρετικός Γιώργος Τοσικιάν, για να ερμηνεύσει τα «Παράδοξη Μπαλάντα» και “Danza con fuoco” από την συλλογή «Κιθάρα σε Ελληνικό Τρόπο». Αυτό το σύντομο ρεσιτάλ του σολίστ είχε και μια άλλη διάσταση, πολύ συγκινητική: αφενός διότι τα έργα αυτά είναι αφιερωμένα στην επί 30 και πλέον χρόνια σύντροφο του συνθέτη Τασούλα Καλόγρηα (όπως ο ίδιος ανέφερε επί σκηνής) κι αφετέρου διότι στο ακροατήριο βρισκόταν και ο προσχολικής ηλικίας γιος του Γιώργου Τοσικιάν, ο οποίος άκουσε για πρώτη φορά τον πατέρα του… και μάλιστα σε αυτή την ιστορική συναυλία.

Το ομώνυμο έργο της συλλογής «Σε Έλληνικό Τρόπο» (τα μέρη: «Moνόλογος» & «Χορός») ερμήνευσε έξοχα ο διεθνούς φήμης σολίστ, Μιχάλης Κονταξάκης. Ένα έργο υψηλών τεχνικών και ερμηνευτικών απαιτήσεων, κομβικής σημασίας στην δημιουργική πορεία του συνθέτη, όπως ο ίδιος δηλώνει.

Αλλά κατά τη γνωστή ρήση «δεν υπάρχει τίποτε καλύτερο από μια κιθάρα, εκτός από δυο!» Το καταξιωμένο ντουέτο Αλεξάνδρας Χριστοδήμου – Γιάννη Πετρίδη ερμήνευσε τα δυο μέρη από το “Soundtracks” και συγκεκριμένα τα έργα “The Sun” και “My Sky”. Το υπέροχο αυτό ντούο ερμήνευσε με μεγάλη μουσικότητα τις μελωδικότατες αυτές συνθέσεις, ενθουσιάζοντας το κοινό.

Το πρώτο μέρος της συναυλίας έκλεισαν οι σπουδαίοι σολίστ, Έφη Αγραφιώτη και Κώστας Γρηγορέας  με το αποκορύφωμα της μουσικής του ευαισθησίας: το έργο “The Night” που όπως ανέφερε  ο Κ.Γ. είναι γραμμένο «για έναν άνθρωπο που μας έχει “σφραγίσει” και τον θεωρούμε «μέντορά» μας: τον Μάνο Χατζιδάκι».

Το δεύτερο μέρος της συναυλίας δεν περιλάμβανε μόνο μουσική που μας «ταξίδεψε». Ξεκίνησε με μια κιθάρα ιδανική για ταξίδια… Πρόκειται για την «moov travel guitar» που έχει κατασκευάσει ο πολυπράγμων σολίστ και Καλλιτεχνικός Διευθυντής του Διεθνούς Φεστιβάλ Λουτρακίου, Γιώργος Μπεχλιβάνογλου, ο οποίος ερμήνευσε τo έργo «November Mood» (τα μέρη: Intro” και “Song”).” Η παρουσία αυτή της ιδιαίτερης κιθάρας, θελήσαμε να είναι μια έκπληξη για το κοινό, σχολίασε ο Κ.Γ.

Οι ονειρικές μελωδίες συνεχίστηκαν με το «Όνειρο» από την «Παιδική Φαντασία» γραμμένο αρχικά για κιθάρα-φλάουτο. Όπως εξήγησε ο ίδιος ο συνθέτης, η μελωδία προέρχεται από ένα τραγούδι που είχαν γράψει με τον Νίκο Καλόγρηα με θέμα τα παιδιά των φαναριών. Έτσι εξηγείται το άκρως συγκινητικό ύφος της μελωδίας, που οφείλεται στις-ιδιαίτερης ομορφιάς-συνηχήσεις από το νέι του παγκοσμίως γνωστού Χάρη Λαμπράκη, σε συνδυασμό με τη -μοναδικής ευαισθησίας -ερμηνεία του Κώστα Γρηγορέα.
Ακολούθως, στην παρέα προστέθηκε και ο πάντοτε ευρηματικός Βασίλης Τζαβάρας, δίνοντας μια άλλη διάσταση με τον ήχο της ηλεκτρικής κιθάρας του και των ηλεκτρονικών εφέ που χρησιμοποίησε. Ερμήνευσαν τα δυο μέρη από το  “Νight Τalk” (“Improvisation” και “Notturno Affettuoso”-έργο το οποίο ο συνθέτης έχει αφιερώσει στη σημαντική προσωπικότητα της κιθάρας, Λίζα Ζώη). Το έργο, περιλαμβάνεται στο ηχογράφημα Soundtracks for Ιdeal Μovies. Όπως επεσήμανε ο Κ.Γ. προετοιμάζοντας το κοινό για την άκρως ενδιαφέρουσα-πλην όμως κάπως ασυνήθιστη αυτή συνήχηση μουσικών οργάνων, «το έργο ξεκινάει με αυτοσχεδιασμό των Βασίλη Τζαβάρα και Χάρη Λαμπράκη σε μια συγκεκριμένη μελωδική και αρμονική σειρά, για να καταλήξει σε ένα απολύτως προγραμματισμένο σόλο κλασικής κιθάρας».

Σε διαφορετική ατμόσφαιρα, μας μετάφερε ο νεότατος, πλην όμως πολυβραβευμένος δεξιοτέχνης, Βασίλης Κανελλόπουλος, ερμηνεύοντας δυο έργα για σόλο κιθάρα: «Πρέβεζα», και «Αιγαιοπελαγίτικα σκίτσα» (τα μέρη: «Πανσέληνος στο Μόλυβο» και «Στα Βήματα του Μάρκου»). Όλα αυτά τα έργα, όπως εξήγησε ο συνθέτης, εντάσσονται στην ενότητα που ολοκληρώνεται αυτή την εποχή με το γλαφυρό τίτλο: «Θαλασσογραφίες». Σημειωτέον δε, ότι ο Βασίλης Κανελλόπουλος είναι μαθητής του σπουδαίου δασκάλου Βασίλη Καναρά, ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε έχει ηχογραφήσει για πρώτη φορά το «Πανσέληνος στο Μόλυβο» στο δεύτερο ηχογράφημά του, που κυκλοφόρησε το 2017, με τίτλο: “Cosmos Guitar 2”.

Βαίνοντας σιγά σιγά προς το τέλος αυτής της υπέροχης μουσικής βραδιάς, οι παρέες των μουσικών έγιναν πολυπληθέστερες και πιο ποικίλες μουσικά, ερμηνεύοντας επίσης έργα από τη νέα συλλογή «Θαλασσογραφίες»: Την «Ανοιξιάτικη Τριλογία» για κουαρτέτο ξύλινων πνευστων και κιθάρα (ad libitum) και το έργο «Δήλος» για κιθαριστικό σύνολο.

Ο συνθέτης-κιθαριστής συνέπραξε στο πρώτο έργο με το σύνολο πνευστών «έμΠΝΕΥΣΗ», το οποίο αποτελείται από τους εξαίρετους μουσικούς: Σταύρο Θεοδωρόπουλο (όμποε), Στέλιο Ιωάννου (κλαρινέτο) Τάσο Φωτόπουλο (φαγκότο) και Δημήτρη Φωτόπουλο (φλάουτο) ο οποίος και διηύθυνε το σύνολο. Με τους πρώτους ήχους νιώσαμε ως εάν να ήταν Άνοιξη, γιατί σε αυτό το κλίμα παραπέμπουν οι μελωδίες της υπέροχης «Ανοιξιάτικης Τριλογίας»– ενός έργου αφιερωμένου στον εξαίρετο φλαουτίστα, Δημήτρη Φωτόπουλο. (Τα μέρη: «Ξαναζωντάνεμα», «Ελληνική Λαμπρή» και «Ανθοφορία»)

Τον επίλογο αυτής της-κρύας (εκτός του Μεγάρου) και πολύ ζεστής (εντός του)-μουσικής βραδιάς, έφερε υπέροχα εις πέρας με τον επαγγελματισμό και τη σοβαρότητά του το εξαιρετικό κιθαριστικό σύνολο «Κίθαρις» αποτελούμενο από τους σολίστ κλασικής κιθάρας: Γιώργο Γεωργάτο, Νίκο Μανιταρά, Τριαντάφυλλο Μπαταργιά, Κωνσταντίνα Ντεκούζη, Δημήτρη Παπά, Γιώργο Τοσικιάν, υπό τη διεύθυνση του καταξιωμένου σολίστ και δασκάλου, Ιάκωβου Κολανιάν.
Ερμήνευσαν έξοχα το έργο «Δήλος» (τα μέρη: «Τελετουργικό» και «Χορός») καταχειροκροτούμενοι από το συγκινημένο κοινό.

Το πηγαίο και συγκινητικό κλίμα της μουσικής βραδιάς κορυφώθηκε όταν επί σκηνής ανέβηκαν όλοι οι συντελεστές της συναυλίας. Ο συνθέτης και τιμώμενο πρόσωπο της βραδιάς, έδωσε σε κάθε έναν από τους μουσικούς ένα υψηλής αισθητικής αναμνηστικό, το οποίο φιλοτέχνησε η καλλιτέχνιδα, Ελένη Ψαρράκη.
Ιδιαίτερη αίσθηση, έκανε η έξοχη ιδέα της δημιουργού, να χαράξει τη φράση του Λουκιανού:
«Σε τίποτα δεν ωφελεί, λένε, η μουσική, αν μένει μυστική και κρυμμένη.»

Φτιάχνουν ιστορία οι παρέες:  Αντί επιλόγου

26 Φεβρουαρίου 2019: Στον απόηχο αυτής της ιστορικής συναυλίας, συνειδητοποιώ ότι δεν περιλαμβάνομαι στους «φίλους» του Κώστα Γρηγορέα, από την άποψη ότι δεν συνεργάζομαι μαζί του ως μουσικός. Βιώνω όμως την εξαίρετη συνεργασία μας στο διαδικτυακό περιοδικό www.tar.gr, στη βάση μιας σχέσης που έχει τη χροιά εκείνης μεταξύ Δασκάλου – μαθητή. Ενός Δασκάλου, ο οποίος εν αντιθέσει με πλείστους άλλους…  μιλάει (αντί να ουρλιάζει), κατανοεί (αντί να κατηγορεί) προτείνει (αντί να επιβάλλει), επιχειρηματολογεί (αντί να συγκρούεται) καθοδηγεί (αντί να αδιαφορεί), καλύπτει (αντί να εκθέτει), ενθαρρύνει (αντί να ισοπεδώνει), καλλιεργεί την ελπίδα (αντί τη ματαίωση).
Θυμάμαι πόσο εντυπωσιάστηκα από ένα ερώτημα που ο Κ.Γ. έθεσε στο πλαίσιο συνέντευξης που ο ίδιος έπαιρνε από γνωστή κιθαρίστα, το οποίο διατυπώθηκε περίπου ως εξής: «Κατά τη γνώμη μου, ο Δάσκαλος παράλληλα με τον εκπαιδευτικό του ρόλο, έχει την υποχρέωση να «χτίσει» και αυτοπεποίθηση στο μαθητή. Συμφωνείτε;» Τότε ήταν που συνειδητοποίησα ότι συνεργαζόμενη μαζί του, βιώνω ακριβώς αυτή την πτυχή που απορρέει από τον εκπαιδευτικό του ρόλο ως Δασκάλου. Παράλληλα, η συνεργασία μας, αυτή καθεαυτήν, αποτελεί ένα εξαίρετο πλαίσιο άτυπης εκπαίδευσης, όπου διδάσκομαι, από κάθε τι που γράφει, στον υπολογιστή ή την παρτιτούρα, προσπαθώντας να το αφουγκραστώ, να το επεξεργαστώ και να το εντάξω στο δικό μου πνευματικό οπλοστάσιο…

Σε μια εποχή που η κυρίαρχη αισθητική των έργων σύγχρονης μουσικής παραπέμπει σε μια μεταμοντέρνα αντίληψη «σύγκρουσης» με τη μελωδία, σε μια εποχή που γίνεται λόγος για έλλειψη έμπνευσης και για το -όχι σπάνιο-φαινόμενο δημιουργίας «στείρων» μουσικών έργων, ο Κώστας Γρηγορέας διατηρεί μια αξιοθαύμαστη ισορροπία μεταξύ λογικής και ευαισθησίας. Τούτο, δεν διαφαίνεται μόνο μέσω της υπέροχης μουσικής του. Αντανακλάται περίτρανα, σε μια χαρακτηριστική φράση του στο πλαίσιο ραδιοφωνικής συνέντευξης, όταν ερωτηθείς από τη Λίλλη Καρατζαφέρη [12]«αν συνθέτει με την καρδιά ή με το μυαλό», εκείνος απάντησε: «η μουσική πρέπει να αγγίζει την καρδιά, χωρίς να προσβάλλει το μυαλό»….


Τίνα Βαρουχάκη 
varouchaki.tar@gmail.com
Μάρτιος 2019
Η επιλογή εικόνων, βίντεο και η επιμέλεια του κειμένου είναι ευθύνη της αρθρογράφου

Φωτογραφίες από τη συναυλία του Μεγάρου: Χάρης Ακριβιάδης


[1] http://www.tar.gr/content/content.php?id=2874   ανακτήθηκε, 25-02-2019

[2] http://www.musical.gr/cddetails.php?gui_language=1&CD_code=TIMB0401-2, ανακτήθηκε 26/02.2019

[3] http://www.tar.gr/content/content/print.php?id=2887, ανακτήθηκε 25-02-2019

[4] http://www.tar.gr/content/content/print.php?id=2887, ανακτήθηκε 25-02-2019

[5] Τα ονόματα των μουσικών παρατίθενται με αλφαβητική σειρά

[6] Sabrina Vlaskalić (1989 – 2019), βλ σχετικά το συγκινητικό άρθρο του Ευάγγελου Ασημακόπουλου στο διαδικτυακό περιοδικό tar.gr, http://www.tar.gr/content/content.php?id=5779 ανακτήθηκε, 27-02-2019

[7] http://www.tar.gr/content/content/print.php?id=4550, ανακτήθηκε 26-02-2019

[8] https://tinyurl.com/y5dp2ntw, ανακτήθηκε 26-02-2019

[9] https://tinyurl.com/y4hgt3bh, ανακτήθηκε 26/02/2019

[10] Τα ονόματα των μελών του συνόλου «Κίθαρις» παρατίθενται με αλφαβητική σειρά

[11] https://grigoreastar.wordpress.com/author/grigoreastar/page/5/ ανακτήθηκε. 25-02-2019

[12] στο πλαίσιο παραχώρησης ραδιοφωνικής συνέντευξης, 21-02-19 στην εκπομπή της Λίλλης Καρατζαφέρη, «Παρτιτούρες», Αθήνα, 984. http://tinyurl.com/y2p2mt9o ανακτήθηκε 26-02-2019

Η ΜΟΥΣΙΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΤΟΥ ΤΖΑΜΠΑ 

Εσείς ακόμη περιμένετε την ίδρυση Ελληνικής Μουσικής Ακαδημίας;
Μα πόσο πίσω έχετε μείνει…

Καλώς ορίσατε στο νέο εθνικό μας σύστημα μουσικής εκπαίδευσης: «ΔΩΡΕΑΝ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΜΟΥΣΙΚΗΣ», από τον Σύλλογο Τάδε, τον Δήμο Τάδε, την Ενορία Τάδε…

Και προσοχή! ΧΩΡΙΣ ΚΑΘΟΛΟΥ ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΚΡΙΤΗΡΙΑ!
«Φέρε με την Πόρσε το παιδί σου για τζάμπα μάθημα και φύλαξε τα λεφτά σου για τα πιο σημαντικά πράγματα!».
Ο δήμαρχος, ο πρόεδρος, ο παπάς πληρώνει!… Δηλαδή πληρώνει κάποιον, αλλά προφανώς με 3 κι 60, ώστε να έχεις εσύ το τζάμπα σου… Κι όπως κι αν έχει, απ’ την τσέπη του δεν πληρώνει.. Καθότι η πλειονότητα αυτών των φορέων είναι κρατικοδίαιτοι, οπότε ο γενικός πληθυσμός των φορολογουμένων θα πληρώσει τελικά τη «φιλανθρωπία»…
Όμως καλοπροαίρετα! Προσφορά στην Τέχνη και τον Πολιτισμό. 

Αντί λοιπόν να αναβαθμιστεί επιτέλους θεσμικά η μουσική εκπαίδευση και να βρούμε κοινό βηματισμό με τις άλλες προοδευμένες χώρες, όπου (οι αφελείς) λειτουργούν πάμπολλες σχολές και ακαδημίες, εμείς γυρνάμε στην εποχή του ηρωικού μαέστρου της τοπικής Φιλαρμονικής. Ο οποίος, δίδασκε τζάμπα όλα τα όργανα! Όσο ήξερε, και όπως ήξερε. Με 3 κι 60 κι αυτός.

Βλέποντας λοιπόν την θετική ανταπόκριση του κόσμου σε όλα αυτά τα «πάρε κόσμε» μαθήματα, ως 40 χρόνια μουσικοπαιδαγωγός λογικό να προβληματιστώ: καθιερώθηκε ποτέ στην συνείδηση των Ελλήνων ο καλλιτέχνης-μουσικοδιδάσκαλος ως κανονικό επάγγελμα ώστε να επιβάλλεται η προστασία του; Μπα. Μάλλον για χόμπι περνιέται. Άλλωστε και ο μαθητής της μουσικής (σύμφωνα, δυστυχώς, με την πλειοψηφία των γονιών) «μια δραστηριότητα ακόμα έχει, 2-3 τραγουδάκια για την παρέα μαθαίνει, σιγά το σοβαρό μάθημα που θα το πληρώνουμε κιόλας…»

Όμως…. Για να αλλάζαμε λίγο την εν λόγω ταμπέλα!
Και στη θέση του: «Δωρεάν μουσικοδιδάσκαλος για όλους», να βάζαμε ένα εκ των: «Δωρεάν δικηγόρος για όλους», «Δωρεάν μηχανικός για όλους», «Δωρεάν υδραυλικός για όλους», «Δωρεάν ταξιτζής για όλους» κλπ. κλπ.

Τότε, βλέποντας την ταμπέλα: Οι «εκ δεξιών» θα κραύγαζαν έξαλλοι για παρανομία και αθέμιτο ανταγωνισμό. Και οι «εξ αριστερών» για καταπάτηση των εργασιακών δικαιωμάτων κλπ. κλπ.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση όμως, όχι. Δεν υπάρχει θέμα!… Καθότι, η «μουσικούλα πρέπει να γίνει κτήμα του λαού». Γενικώς…
Κι επειδή το αφεντικό τρελάθηκε, πάρτε την τζάμπα!

Φαίνεται πως αυτοί που σπούδαζαν 20 χρόνια για να γίνουν μουσικοδιδάσκαλοι το κέφι τους έκαναν, σύμφωνα με τον μέσο νεο-Έλληνα. Ας βρουν και μια πρόσθετη κανονική δουλειά λοιπόν για να ταΐσουν την οικογένειά τους…
Είναι δυνατόν να έχεις την απαίτηση από το κράτος, τα κόμματα, τους συνδικαλιστές κλπ να προστατεύσουν το χόμπι σου;

(……………………)

Σημ.1: Εννοείται πως είμαι υπέρ της παροχής δωρεάν μαθημάτων σε μαθητές κοινωνικών ομάδων που, αποδεδειγμένα, δεν έχουν τη δυνατότητα να πληρώσουν!
Αλλά όμως, με μουσικοδιδασκάλους που έχουν κατοχυρωμένα τα προσόντα και την στοιχειώδη εμπειρία. Διότι, είναι αυτονόητο, πως ως πολιτισμένη κοινωνία δεν τους θεωρούμε μαθητές β’ κατηγορίας.
Ανεξαρτήτως φυσικά εάν, σε αυτές τις ειδικές περιπτώσεις, οι εκπαιδευτικοί θα δουλέψουν με αμοιβή η εθελοντικά. [Ας μην ξεχνάμε όμως, ότι η εθελοντική εργασία, είναι μια πολυτέλεια για τον εργαζόμενο. Το ότι εγώ, για παράδειγμα, έχω τη δυνατότητα να εργαστώ εθελοντικά, δεν μπορεί να δεσμεύει ηθικά τον νεαρό μουσικοδιδάσκαλο που παλεύει να επιβιώσει!]

Σημ.2:  Το όνομα του φορέα επίτηδες το έσβησα από τη φωτογραφία που παραθέτω στην αρχή. Δεν έχω λόγο να ανοίξω κουβέντα με κανέναν, ο συγκεκριμένος δεν κάνει τίποτε παραπάνω από το να επαναλαμβάνει για πολλοστή φορά τη νεοελληνική απαξιωτική νοοτροπία περί σοβαρής πολιτιστικής δράσης, άρα και πολιτιστικής μόρφωσης. Το «τζάμπα πράμα» ανθεί εδώ και καιρό από κάθε είδους συλλόγους, κατηχητικά, αδελφότητες και οποιονδήποτε τέλος πάντων θέλει να πουλήσει «κοινωνική προσφορά» για να κερδίσει «συμπάθειες». Καθότι η δωρεάν Τέχνη (βλέπε «δωρεάν προσφερθείς καλλιτέχνης») είναι από τα ελκυστικά φετίχ για την ελληνική κοινή γνώμη. Υποτίθεται ότι δηλώνει αξιοθαύμαστη ιδεολογία και κοινωνική ευαισθησία. Γιαυτό και πολύ επώνυμοι (και μυστηρίως πάμπλουτοι) φροντίζουν συνεχώς να «προσφέρονται»…

Σημ.3:  Θα μου πείτε, «μα εάν ένας δήμαρχος, παπάς ή πρόεδρος συλλόγου όντως πληρώνει κάποιους για να παραδίδουν δωρεάν μαθήματα, τότε εργαζόμενοι δεν είναι;» Ναι, είναι.
Μόνο που, για μια ελάχιστη αμοιβή, ευτελίζουν ένα επάγγελμα, το οποίο σε πολλές περιπτώσεις δεν γνωρίζουμε εάν έχουν καν τα προσόντα και την εμπειρία να ασκήσουν. Καθότι δεν υπάρχει κανένα Υπουργείο Πολιτισμού η Υπουργείο Παιδείας που να εποπτεύει αυτού του είδους τα «πάρε κόσμε μαθήματα», όπως (με νόμους) γίνεται στα Δημοτικά, Ιδιωτικά ή Κρατικά Ωδεία και Σχολές της χώρας.
Και είναι αυτονόητο πως εάν οι εν λόγω εργαζόμενοι προσπαθούν με αυτό τον τρόπο να «μπουν στο χώρο», ουσιαστικά σκάβουν και το δικό τους επαγγελματικό λάκκο.

ΣΗΜ.4:  Όπως κι αν έχει πάντως, κι ανεξαρτήτως επαγγελματικών δικαιωμάτων, νομίζω πως κάθε λογικός άνθρωπος πρέπει να παραδέχεται πως η μουσική εκπαίδευση πρέπει πάντοτε να παρέχεται από σωστούς και τυπικά κατοχυρωμένους μουσικοπαιδαγωγούς. Διότι «παρεμβαίνει», εκτός των άλλων, στα συναισθήματα, τις αξίες και την αυτοπεποίθηση ενός νέου.

ΣΗΜ.5:  Εκτός εάν, ως κοινωνία, δεν θεωρούμε τελικά σημαντική την καλλιτεχνική εκπαίδευση για την ολοκλήρωση της προσωπικότητας ενός νέου ανθρώπου.
Οπότε… ας μην κουραζόμαστε άλλο.

Πάντως, για όσους ενδιαφέρονται, παραθέτω ένα απλό, σύντομο και κατατοπιστικό βίντεο ια την μεγάλη αξία που έχει για όλους η έστω και στοιχειώδης μουσική εκπαίδευση:
Πώς παίζοντας ένα μουσικό όργανο ωφελείτε τον εγκέφαλό σας (της Ανίτα Κόλινς)
(με ελληνικούς υποτίτλους)
https://embed.ted.com/talks/lang/el/anita_collins_how_playing_an_instrument_benefits_your_brain

Ο κοντραμπασίστας Ανδρέας Ροδουσάκης: Το θεμέλιο της μουσικής των Χατζιδάκι-Θεοδωράκη

Φέτος στο www.tar.gr γιορτάσαμε τα γενέθλια του Μάνου Χατζιδάκι «συζητώντας» με έναν στενό του φίλο και στενότατο συνεργάτη, τον κοντραμπασίστα Ανδρέα Ροδουσάκη. Έναν μουσικό που ήταν παρών στις μεγαλύτερες στιγμές του έργου του μεγάλου δημιουργού. Και μόνον η αναφορά σε Μεγάλο Ερωτικό και 15 Εσπερινούς θα έφτανε, όμως ακόμα κι αυτά είναι μόνο 2 γραμμές στην μεγάλη ιστορία της συνεργασίας αυτών των δυο εξαίρετων μουσικών.
Μετά θάνατον του μεγάλου Μάνου, πολλοί βρεθήκαμε να δηλώνουμε «στενοί συνεργάτες» η ακόμη και «κολλητοί φίλοι». Όμως, λίγοι και εκλεκτοί όντως είχαν αυτό το προνόμιο. Και ανάμεσα σε αυτούς, ο πληθωρικός Ανδρέας Ροδουσάκης. Το είδα με τα μάτια μου! Δυστυχώς, για μένα, από κάποια απόσταση…

Ακολουθεί αναδημοσίευση της συνέντευξης:

Για όσους ασχολούνται με την ελληνική κλασική μουσική σκήνη, το όνομα Ανδρέας Ροδουσάκης σημαίνει πάρα πολλά! Για τους υπόλοιπους, μια γρήγορη ματιά ΕΔΩ, δηλ. σε ένα μέρος της τεράστιας σε ποιότητα και ποσότητα δισκογραφίας του, νομίζω πως αρκεί για να συνειδητοποιήσουν το πόσο «γνωστός από χρόνια» τους είναι ο εμβληματικός αυτός Έλληνας σολίστ του κοντραμπάσου.
Για εμένα και για τον Νότη Μαυρουδή που είχαμε την τύχη να συνεργαστούμε επανειλημμένα μαζί του, είναι μεγάλη χαρά και τιμή να φιλοξενούμε στο TaR τη συνέντευξη αυτού του πανάξιου καλλιτέχνη, που με την πληθωρική προσωπικότητα του σημάδεψε, όσο λίγοι σύγχρονοι μουσικοί, την εξέλιξή της νεότερης ελληνικής μουσικής. Νομίζω πως εύστοχα ο Θεοδωράκης τον προσφωνεί «Θεμέλιο της μουσικής μου». Απόντος του μέγα Μάνου, παίρνω επίσης το θάρρος να τον αποκαλέσω για λογαριασμό του «Θεμέλια και Κολώνες» της Μεγάλης του Χατζιδάκι Σχολής.


Κώστας Γρηγορέας
(κιθαριστής-συνθέτης, διαχειριστής του tar.gr)


ΑΝΔΡΕΑΣ ΡΟΔΟΥΣΑΚΗΣ
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ
Στην Τίνα Βαρουχάκη  (Πηγή: http://www.tar.gr)

Αν σήμερα, το σύγχρονο life style επιτάσσει μια ζωή χωρίς πνευματικότητα, συναρτώντας την  κοινωνική καταξίωση με ρηχές υλικές αξίες, όπως ένα γκουρμέ πιάτο, ενός φημισμένου «τηλεαστέρα»-σεφ, μερικές δεκαετίες πριν, εκπρόσωποι μιας άλλης γενιάς, μακρινής τόσο χρονικά, όσο και αξιακά, πρόσφεραν άφθονη πνευματική τροφή. Εκείνες οι τιμημένες γενιές, σε αντίθεση με τις σημερινές, συνέβαλαν στο να γραφτούν ορισμένα από τα σημαντικότερα Κεφάλαια στην ιστορία της ελληνικής μουσικής. Μια τέτοια περίπτωση, συνιστά ο κοντραμπασίστας, Ανδρέας Ροδουσάκης. Μέλος της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών, (Κ.Ο.Α.) ήδη από το 1958, καθώς και της Ορχήστρας της Εθνικής Λυρικής Σκηνής,  με τη δεξιοτεχνία του, συνέβαλε τα μέγιστα προς την κατεύθυνση αναβάθμισης της τεχνικής του κοντραμπάσου ως σόλο μουσικού οργάνου και ως σολίστ στη χώρα μας  έδωσε ατομικό ρεσιτάλ κοντραμπάσου. Έχει συνεργαστεί με τους σημαντικότερους Έλληνες συνθέτες: Μίκη Θεοδωράκη, Σταύρο Κουγιουμτζή, Γιάννη Μαρκόπουλο, Τώνη Μαρούδα, Νότη Μαυρουδή, Σταύρο Ξαρχάκο, Μίμη Πλέσσα, Διονύση Σαββόπουλο και πολύ στενά με τον Μάνο Χατζιδάκι, συμμετέχοντας σε ιστορικές ηχογραφήσεις που άφησαν εποχή. Συνεργάστηκε επίσης με συνθέτες της μουσικής πρωτοπορίας, όπως τον Ακαδημαϊκό Θόδωρο Αντωνίου, αλλά και τους αείμνηστους Γιάννη Χρήστου, Γιώργο Σισιλιάνο, Μιχάλη Αδάμη κ.ά. Ο Ανδρέας Ροδουσάκης, με υποδέχεται με εγκαρδιότητα και αξιοπρόσεκτη σεμνότητα. Δεν περιορίζεται στη διήγηση πτυχών της ζωής και της αξιοσέβαστης καριέρας του. Μέσα από ένα συγκροτημένο λόγο, υπογραμμίζει τα κακώς κείμενα στο χώρο της μουσικής. Επωφελούμενος δε από την-επίσης σημαντική-συνδικαλιστική του εμπειρία, υπερασπίζεται τα δικαιώματα των μουσικών με έκδηλο πνεύμα συναδελφικής αλληλεγγύης. Αγωνιώντας για το μέλλον του κλάδου, διατυπώνει ενδιαφέρουσες προτάσεις τόσο για τα καίρια προβλήματα των μουσικών, όσο και τα αδιέξοδα της μουσικής Παιδείας, αρθρώνοντας ένα λόγο που προσιδιάζει σε «πατρική συμβουλή».

«Εδώ, οι μουσικοί είναι ανίσχυροι! Γι΄ αυτό κάνω την πρόταση να συσταθεί μια Ομοσπονδία Ορχηστρών που σήμερα πλέον θα είναι ισχυρή, γιατί οι Ορχήστρες είναι Κρατικές. Η Κ.Ο.Α., η Κ.Ο.Θ., η Ορχήστρα της Ε.Λ.Σ., είναι μόνιμοι μουσικοί. Αυτά τα τρία μεγάλα συγκροτήματα, μαζί με την Εθνική Ορχήστρα της Ραδιοφωνίας, αλλά ενδεχομένως και ορχήστρες των Δήμων, μπορούν να κάνουν έναν κορμό πολύ γερό! Και πίσω από αυτούς, μπορεί να μπει η Federation International Musical η (FIM).»

Τ.Β. Η ενασχόληση με το Κοντραμπάσο δεν ήταν συνήθης την εποχή που ήσασταν μαθητής. Πότε και υπό ποιες συνθήκες αποφασίσατε να ασχοληθείτε με αυτό;

Ανδρέας Ροδουσάκης: Εμείς περάσαμε από πολύ δύσκολες φάσεις. Όταν γεννιέσαι το ΄32, φθάνεις στην Κατοχή, περνάς αμέσως μετά εμφυλίους… τέλος πάντων…καταφέραμε να επιβιώσουμε. Ως προς την ενασχόληση με το κοντραμπάσο, συνέβη το εξής: ήταν μια περίοδος που άκουγα μουσική από ένα ραδιοφωνάκι που είχαμε στο σπίτι. Είχε ο πατέρας μου μια κιθάρα και ήθελα να μάθω. Στη γειτονιά μας, διέμενε ένας κιθαριστής από τους “trio guitara”, ονόματι Κεφαλάς Γιώργος. Ήμουν έφηβος, γύρω στα 16, όταν του είπα: «κύριε Γιώργο, μήπως μπορείς να μου μάθεις κιθάρα;» Αλλά με απέτρεψε κατά κάποιο τρόπο. Όμως η γιαγιά μου, η οποία ήταν πολύ ευαίσθητη και με αγαπούσε πολύ, όταν είδε ότι ήθελα να μάθω κιθάρα, μου έδωσε κάποια χρήματα και γράφτηκα στο Ελληνικό Ωδείο, όπου είχα δάσκαλο τον Μιλτιάδη Κουτούγκο, ονομαστό τότε  καθηγητή κιθάρας, ανώτερων θεωρητικών και συνθέτη. Μια προσωπικότητα μαζί με τον Μάριο Βάρβογλη, τον Αντίοχο Ευαγγελάτο, τον Αλέκο Κόντη. Δεν έπαιρνε χρήματα για την σπουδή μου ο ίδιος, απλώς πλήρωνα το ωδείο. Όμως σε 8 μήνες τελείωσαν τα χρήματα… Εν τω μεταξύ, ήμουν και σε μια χορωδία θρησκευτική, η οποία είχε έναν πολύ σπουδαίο χοράρχη, τον Βασίλη Καρποδίνη, ο οποίος μας έκανε χορωδιακά και θεωρία μουσικής. Αυτός όμως ήταν ταυτόχρονα και στη χορωδία του Δήμου Αθηναίων. Κάποια στιγμή μας λέει: «δεν ερχόσαστε από κει να μάθετε κανένα μουσικό όργανο;» Πήγαμε. Ήταν Διευθυντής τότε ένας σπουδαίος αρχιμουσικός ονόματι Σπυρίδων Δουκάκης. Μας κατέταξε για εκμάθηση πνευστών: άλλον για τρομπόνι, άλλον για κλαρινέτο και εμένα για φλάουτο. Καθώς περιεργαζόμουν το χώρο, βλέπω σε μια γωνία ένα κοντραμπάσο. Πάω εκεί με περιέργεια και αρχίζω να παίζω με τις χορδές. Έρχεται όμως ο επιμελητής και μου λέει αυστηρά: «Τι κάνεις εδώ; άκουσε, εδώ υπάρχει δάσκαλος! Άμα θες, έλα να μάθεις!» Τελείωσε, αυτό ήταν! Ξεκίνησα κοντραμπάσο με τον εξαίρετο μουσικό Μάριο Σεμιτέκολο (συνωνυμία με τη Νέλλη Σεμιτέκολο) και δεν το άφησα ποτέ μου.

Τ.Β. Γιατί κάνατε και άλλες σπουδές εκτός από μουσικές;

Ανδρέας Ροδουσάκης: Γιατί ο πατέρας μου, ήθελε να «προχωρήσω στα γράμματα», όπως έλεγε. Επειδή ήμουν καλός στα μαθηματικά πέρασα το 1951 πρώτος στο Μικρό Πολυτεχνείο, από το οποίο αποφοίτησα με άριστα το 1955. Ήμουν όμως αχώριστος με το δοξάρι! Ο συγχωρεμένος ο δάσκαλός μου, Μάριος Σεμιτέκολο, ήταν κορυφαίος Α΄ στην Ορχήστρα της Εθνικής Λυρικής Σκηνής (ΕΛΣ) και κορυφαίος Β΄ στην Κρατική Ορχήστρα Αθηνών (ΚΟΑ). Έμενε δε, στη Νέα Χαλκηδόνα.  Αφού τελείωνα τις υποχρεώσεις μου στο Μικρό Πολυτεχνείο, έπαιρνα το Λεωφορείο και πήγαινα να μελετήσω κοντραμπάσο σ’ ένα Υπόγειο που μου είχε παραχωρήσει ο δάσκαλός μου. Η σύζυγός του, η κυρία Βασιλική, που άκουγε τη μελέτη, μου έλεγε: «Ανδρέα παιδί μου τι είναι αυτό το μαρτύριο που ακούω!» Βλέπετε το υπόγειο που μελετούσα ήταν κάτω από την κουζίνα της! Ακούγονται λίγο περίεργα αυτά σήμερα. Αλλά η αγάπη προς το όργανο αυτό ήταν τόσο μεγάλη, που τελειώνοντας το Πολυτεχνείο είχα προχωρήσει πολύ. Εκεί παρουσιάζονται οι πρώτες ευκαιρίες στη σταδιοδρομία μου. Μου έλεγε ο δάσκαλός μου: «με αυτό το όργανο θα γνωρίσεις τον κόσμο ολόκληρο! Και ταξίδια θα κάνεις και χρήματα θα κερδίσεις». Εκείνη την περίοδο είχα μια γνωριμία στη γειτονιά, με έναν πολύ καλό μουσικό, που διακρίθηκε στην ελαφρά μουσική, τον Τίτο Καλλίρη. Ήταν μέλος του μουσικού συγκροτήματος του Μίμη Πλέσσα. Μου λέει μια μέρα: «Ο Πλέσσας, θέλει έναν μουσικό που να παίζει κοντραμπάσο για να συμμετάσχει σε ένα σχήμα που θα παίζει σε κρουαζιερόπλοιο. Πήγαινε να σε ακούσει!» Είχα ένα κοντραμπάσο (1/2) του δασκάλου που μελέταγα σπίτι. Το βάζω στον ώμο και προχωράω βάδην από την οδό Ιοκάστης στον Κολωνό που έμενα, όλη την Αγίου Μελετίου, ώσπου φθάνω στο σπίτι του Πλέσσα, στην πλατεία Αμερικής. Με άκουσε και αμέσως με ενέταξε στο κουαρτέτο του. Με το σχήμα αυτό, παίζαμε σε ένα Κρουαζιερόπλοιο ονόματι «Δελφίνι». Πήγαμε Δαλματικές ακτές, Βενετία, Κρήτη. Αυτή ήταν η πρώτη μου επαγγελματική γνωριμία, παίζοντας στο ελεύθερο αυτό είδος της μουσικής που ο Πλέσσας είχε φέρει με τόση επιτυχία, τη τζαζ της εποχής εκείνης. Τότε συνειδητοποίησα ότι αυτό το όργανο θα μου δώσει ευκαιρίες αφενός μεν να παίξω με έναν τόσο καλό μουσικό, αφετέρου να κερδίζω χρήματα. Θεωρώ προνόμιο το ότι βρέθηκα με πολύ σπουδαίους μουσικούς στην ελαφρά και τη λαϊκή μουσική. Τον Δεκέμβριο του΄57, γίνομαι μέλος της Ορχήστρας της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, όπου πρώτο κοντραμπάσο ήταν ο δάσκαλός μου. Εκεί απολαμβάνω το απόσταγμα της μουσικής που λέγεται όπερα. Ξεκινάω με Aida, μόνο το Εμβατήριο ν΄ακούσει κανείς. Εν των μεταξύ, μελετώ σκληρά, γιατί το όνειρό μου είναι να γίνω μέλος της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών. Δίνω ακρόαση το ΄58.

Τ.Β. Η απόφαση επαγγελματικής ενασχόλησής σας με τη μουσική πώς έγινε δεκτή από το οικογενειακό σας περιβάλλον;

Ανδρέας Ροδουσάκης: Η προκατάληψη ήταν πολύ έντονη και ίσως υπάρχει ακόμη. Όμως επειδή τελείωσα τις σπουδές μου, ήμουν εντάξει απέναντι στο καθήκον αυτό. Από κει και μετά, ξεκινώντας την επαγγελματική μου σταδιοδρομία, δυστυχώς έχασα τον πατέρα μου. Δεν νομίζω ότι θα είχε αντίρρηση στην εξέλιξη που είχα. Όμως πέθανε νέος, μόλις 52 ετών, από νεφρική ανεπάρκεια. Ικανοποιήθηκε μεν από την άποψη ότι τελείωσα, αλλά δεν πρόλαβε να με δει σε πλήρη εξέλιξη. Τον Δεκέμβρη του ΄57 μπήκα στην ΕΛΣ και το ΄58,  έγινε η τιμητική πρόσκλησή μου ως εκτάκτου στην Κ.Ο.Α. μετά από ακρόαση. Εκεί έδωσα μαζί με άλλους πέντε, οι οποίοι ήταν του ωδείου Αθηνών. Παρότι δεν ήμουν του Ωδείου Αθηνών, εκτίμησαν την παρουσία μου. Δεν προσέλαβαν όμως κανέναν-πιστεύω για να μην επιλέξουν αποφοίτους άλλου ωδείου. Όμως την επόμενη μέρα, μου στέλνουν ένα γράμμα που έγραφε: «καλείστε να λάβετε μέρος στη δοκιμή της Ορχήστρας». Ήταν το μεγαλύτερο «παράσημο» που μπορεί να πάρει μουσικός! Εκεί μπαίνω στα βαθιά. H K.O.A. ανέκαθεν ήταν μια ορχήστρα που κράταγε τους θεσμούς. Ήταν πολύ σπουδαίοι μουσικοί! Είχαν ένα επίπεδο φοβερό! Όταν έμπαινες εκεί, έμπαινες μέσα σε ένα ναό, που ήταν ο μεγαλύτερος από τους Δωρικούς.  Τον Απρίλιο του ΄59, μπήκα ως μόνιμος στην ΚΟΑ μετά από ακρόαση και τον Οκτώβριο του ίδιου χρόνου παντρεύτηκα. Έτσι ήμουν στην Κ.Ο.Α. και στην Ορχήστρα της Ε.Λ.Σ., οπότε συνδυάζονταν τα δυο κορυφαία γεγονότα στη μουσική: η συμφωνική και η όπερα. Όμως η δική μου δραστηριότητα συμπληρωνόταν και από τον τομέα του λαϊκού τραγουδιού. Στο πλαίσιο αυτό, γνωρίζομαι με το Μίκη και γράφουμε τον «Επιτάφιο». Με όλα αυτά, η μητέρα μου είδε τη ζωή μου να βελτιώνεται και έτσι δεν είχα αντιρρήσεις από το οικογενειακό μου περιβάλλον.

Τ.Β. Περίπου σε ποιο έτος έγινε αυτή η πρώτη σας επαγγελματική συνεργασία;

Ανδρέας Ροδουσάκης: Ήμουν ακόμη φοιτητής στο Πολυτεχνείο, το ΄55 τελείωσα, όταν ήδη από τις αρχές του ΄52 μπαίνω στην πιάτσα και δουλεύω νύχτα με τον συγχωρεμένο τον Τώνη Μαρούδα σε ένα μαγαζί στην Καστέλλα, το Salon Grec. Ήταν ένα πολύ σπουδαίο μαγαζί! Έρχονταν το βράδυ όλοι οι επώνυμοι, η Μελίνα Μερκούρη, ο Αριστοτέλης Ωνάσης και καθόντουσαν από τις 2.00 μέχρι τις 05.00 το πρωί. Η δουλειά όμως σκληρή. Ειδικά με το πιτσικάτο, τα χέρια ήταν πολύ πονεμένα. Αυτό το λέω, γιατί ό κόσμος νομίζει ότι εμείς διασκεδάζαμε. Αργότερα, γνωρίζομαι με τον Γιώργο τον Μουζάκη κάνουμε τον πρώτο δίσκο, αρχίζω δηλαδή και παίζω και στους δίσκους πια. Γνωρίζομαι σιγά σιγά και με τα άλλα τα «μεγαθήρια». Πρώτα από όλους με τον Μίκη Θεοδωράκη, το ΄62 και αμέσως μετά με τον Μάνο Χατζιδάκι.

Τ.Β. Όταν δημιουργούντο αυτά τα έργα, «Επιτάφιος», «Μεγάλος Ερωτικός» κτλ, είχατε επίγνωση ότι γράφονται ορισμένα από τα σπουδαιότερα κεφάλαια της ιστορίας του ελληνικού τραγουδιού;

Ανδρέας Ροδουσάκης: είχα επίγνωση ότι συνεργαζόμουνα με πολύ σπουδαίους συνθέτες. Το καταλάβαινες από την ποιότητα και τον τρόπο με τον οποίο μίλαγες μαζί τους. Ιδιαίτερα με τον Μάνο, μιλούσαμε την ίδια γλώσσα. Γνωρίζομαι με το Μίκη, με το Μάνο, αλλά και με τους Γιώργο Μουζάκη, Σταύρο Ξαρχάκο, Γιάννη Μαρκόπουλο, όπου κάνω όλα του τα πρώτα έργα. Στη συνέχεια, συνεργαζόμαστε με Διονύση Σαββόπουλο, Γιάννη Σπανό, Νότη Μαυρουδή. Επίσης και με πιο λαϊκούς συνθέτες, όπως ο Μπάμπης Μπακάλης, ο Σταύρος Κουγιουμτζής. Με φωνάζει η Κολούμπια για συνεργασίες. Μετά ξεκινώ με Αλέκο Πατσιφά σε τραγούδια με την Αρλέτα, την Καίτη Χωματά, το νέο κύμα γενικότερα. Έχω δίσκους με αφιερώσεις από τον Μάνο, τον Μίκη, τον Μαρκόπουλο.

 

Όμως πάντοτε προτεραιότητα ήταν η Κ.Ο.Α. και η Ε.Λ.Σ. Μέσα σε όλα αυτά, γίνομαι απαραίτητος και στο συνδικαλιστικό κομμάτι. Βρίσκω έναν αδρανή Σύλλογο στην Κ.Ο.Α. και τον ενεργοποιώ. Στην Ε.Λ.Σ. δεν υπάρχει Σύλλογος και τον συγκροτούμε μαζί με άλλους συναδέλφους. Επίσης συνεργάζομαι με το Εθνικό Θέατρο, εμφανιζόμαστε και στην Επίδαυρο. Εκεί ερμηνεύουμε Μαρκόπουλο και άλλους συνθέτες, πίσω από τα σκηνικά, ζωντανά καταρχήν, δεν υπάρχει ακόμη ηχογράφηση. Λίγο αργότερα, έρχεται και η ηχογράφηση. Όλοι έχουν αφιερώσει σε μένα ειλικρινείς αφιερώσεις με αγάπη και εκτίμηση και αυτό είναι που με κράτησε λιγάκι να πω: «Δόξα τω Θεώ, κάτι έκανα». Μερίδα κοινού που μας έβλεπε στην Κρατική και στην Λυρική, μας σταματάει ακόμη και σήμερα και μας λέει: «σε θυμάμαι που έπαιζες τότε…» Εντούτοις, τα έργα που γράψαμε με τους Χατζιδάκι, Θεοδωράκη, Μαρκόπουλο, Ξαρχάκο, μας έφεραν πολύ πιο μπροστά στον κόσμο. Και όλα αυτά επιμηκύνουν τη γκάμα των συνθετών με τους οποίους συνεργάζομαι και προστίθενται και όσοι έγραψαν για θέατρο και αρχαία τραγωδία. Μέσα σε αυτούς, έρχονται οι Γιάννης Χρήστου, Θόδωρος Αντωνίου, Γιώργος Σισιλιάνος, Μιχάλης Αδάμης. Μπαίνει στη ζωή μου και η σύγχρονη μουσική, την οποία βρίσκω εξαιρετικά ενδιαφέρουσα.

Τ.Β. Σας εκφράζει η σύγχρονη μουσική;

Ανδρέας Ροδουσάκης: Έχω παίξει Χρήστου, έργα όπως το «Πράξη για 12», «Η κυρία με τη Στρυχνίνη», τη μουσική που έχει γράψει για το έργο «Βάτραχοι» και «Πέρσες», σε σκηνοθεσία του Κουν. Μάλιστα, ο συγχωρεμένος ο Μίμης ο Κουγιουμτζής, έχει τραβήξει ταινία την ώρα που διευθύνει ο Γιάννης Χρήστου το μικρό σύνολο που γράφουν για τους «Πέρσες». Ο Θόδωρος Αντωνίου μας ωθεί σε αυτά. Γνωρίζομαι με τον Στέφανο Βασιλειάδη, παίζω το «Εν Πυρί», ένα έργο που έγραψε για κοντραμπάσο και μαγνητοταινία. Το παίζω και σε αρκετές ακόμη εκτελέσεις. Μέχρι και σε χορόδραμα το παρουσιάσαμε στην αίθουσα του Κολλεγίου.

Τ.Β. Νομίζετε ότι όλες αυτές οι συνεργασίες, σας επηρέασαν ως σολίστ και ευρύτερα ως προσωπικότητα;

Ανδρέας Ροδουσάκης: ‘Οπως, τηρουμένων των αναλογιών, με ένα πιάνο πρέπει να παίξεις Μπαχ, Χατζιδάκι, Σούμπερτ κ.ά. και να παίξεις για όλους το ίδιο καλά, έτσι και εγώ σε κάθε περίπτωση ήμουν δοσμένος στον άνθρωπο και το είδος, που είχα κληθεί να υπηρετήσω. Δεν με επηρέασε κάποιος ιδιαίτερα. Με συνεπήρε πιο πολύ η συνεργασία με τον Χατζιδάκι. Ήμουν κατά κάποιο τρόπο αποκλειστικά συνεργάτης του. Επίσης με τον Ξαρχάκο, κάναμε καταπληκτικές συναυλίες, όπως μια σπουδαία περιοδεία στην Ευρώπη με την Αγνή Μπάλτσα «Τα τραγούδια της πατρίδας μου», χάλασε κόσμο! Πήγαμε στη Βιέννη, παντού πήγαμε! Επίσης, με τον Μαρκόπουλο κάναμε πολύ ωραίες συναυλίες, πήγαμε Βρυξέλες. Ο Θεοδωράκης, έκανε πολλές συναυλίες εκτός Ελλάδος, τις οποίες εγώ δεν μπορούσα να ακολουθήσω. Εντούτοις, έπαιξα ένα κονσερτίνο για κοντραμπάσο και Ορχήστρα, με τη Μικρή Ορχήστρα Αθηνών, (Μ.Ο.Α) το 1963. Διηύθυνε ο Μίκης Θεοδωράκης. Κάτι ακόμη που επιχείρησα καλά, ήταν ένα ρεσιτάλ, το οποίο έδωσα στη νέα αίθουσα του Ινστιτούτου Γκαίτε το 1982. Επί δεκαετίες δεν είχε ξαναγίνει ρεσιτάλ κοντραμπάσου! Αντιθέτως, σήμερα το κοντραμπάσο και ως σόλο όργανο έχει προοδεύσει πάρα πολύ.


Σκίτσο της Έλλης Σολομωνίδου που απεικονίζει την σύμπραξη, ως σολίστ, του Ανδρέα Ροδουσάκη με τη ΜΟΑ, με μαέστρο τον Μίκη Θεοδωράκη

Τ.Β. Πώς ξεκίνησε η συνεργασία με τον Μάνο Χατζιδάκι;

Ανδρέας Ροδουσάκης: Γνωριστήκαμε το 1962 όταν αρρώστησε ένας εξαιρετικός συνάδελφος, ο Κώστας ο Σεϊτανίδης, που είχε γράψει και ελαφρά τραγούδια. Ήταν κοντραμπασίστας στην Ελαφρά Ορχήστρα της Ραδιοφωνίας. Έτσι καλέσανε εμένα. Ηχογραφούσε τότε ο Μάνος ένα έργο που λεγόταν: «Ο Λέων της Σπάρτης». Και από τότε συνεχίσαμε μαζί και γράψαμε όλα αυτά τα έργα. Στην περίπτωση του «Μεγάλου Ερωτικού» δε, την ώρα που το γράφαμε, λέγαμε στο Μάνο το αντίθετο από αυτό που νομίζει κανείς: «Μάνο τι έργα είναι αυτά;» «Ποιος θα τα τραγουδήσει;» Είχαμε συνηθίσει το είδος εκείνο, το οποίο ήταν πιο εύκολο που γράφαμε τότε, «μυθολογία», «15 Εσπερινοί» όλα τα άλλα, ήταν πιο εύκολα. Ο «Μεγάλος Ερωτικός» διέφερε από τα υπόλοιπα. Δεν είχαμε καταλάβει ακόμη ότι είχαμε πραγματικά αυτό το μεγαλειώδες και πολύ σοβαρό έργο να υπηρετήσουμε, το οποίο βέβαια παίχτηκε και με πολύ καλούς μουσικούς και ζήσαμε πολύ ωραίες στιγμές.


Ηχογραφώντας τον «Μεγάλο Ερωτικό»: σε πρώτο πλάνο Μ. Χατζιδάκις, Φ. Νταντωνάκη, Α. Ροδουσάκης

Είχαν προηγηθεί οι «15 Εσπερινοί», οι οποίοι μας έφεραν πάρα πολύ κοντά με τον Μάνο. Είμασταν πέντε μουσικοί, ο Μάνος στο πιάνο και άλλοι τέσσερις, οπότε αυτό μας βοήθησε να έχουμε απόλυτο συγχρωτισμό μεταξύ μας. Ο Μάνος δεν θέλησε ποτέ να το επαναλάβει μέχρι το θάνατό του.


Στιγμιότυπο από την ηχοληψία των «15 Εσπερινών»
(Αλίκη Κρίθαρη (άρπα), Γεράσιμος Μηλιαρέσης (κιθ.) Δημήτρης Φάμπας (κιθ.) Ανδρέας Ροδουσάκης (κοντραμπάσο) και Μάνος Χατζιδάκις (πιάνο))

Τώρα παίχτηκε προ ημερών, στην εναλλακτική αίθουσα της Ε.Λ.Σ. Έγιναν τέσσερις συναυλίες με αυτό το έργο. Είχα παραστεί σε όλες τις πρόβες, γιατί πλέον ήμουν ο μόνος εκ των επιζώντων, μαζί με την Αλίκη Κρίθαρη στην άρπα, μόνο οι δυο μας έχουμε επιζήσει από τότε. Είναι δυο πολύ σπουδαίες κορυφές αυτά τα δυο έργα: «Οι 15 Εσπερινοί» και «Ο Μεγάλος Ερωτικός».

Τ.Β. Kατά τη διάρκεια των διαφόρων ηχογραφήσεων, οι μουσικοί ήρθατε πότε κατά κάποιο τρόπο σε σύγκρουση με τον Μάνο Χατζιδάκι;

Ανδρέας Ροδουσάκης: Για μουσικά ζητήματα όχι. Αλλά o Mάνος δεν ήθελε να μιλάμε την ώρα της δουλειάς για οικονομικά θέματα. Εγώ λόγω του ότι είχα Θετική Παιδεία, ασχολούμουν με οργανωτικά και οικονομικά ζητήματα. Επειδή ήμουν αναμεμειγμένος στα συνδικαλιστικά, με παρακίνησαν οι μουσικοί σε μια από τις ηχογραφήσεις και μου είπαν: «μίλησε με το Μάνο, πώς θα πληρωθούμε με την ώρα ή με το κομμάτι;» Διέπραξα λοιπόν το σφάλμα να τον ρωτήσω σχετικά την ώρα της ηχογράφησης. Ο Μάνος πυρ και μανία! Ακόμη και ο Κώστας ο Γρηγορέας θυμάται το επεισόδιο, ήταν και αυτός στην συγκεκριμένη ηχογράφηση. Βέβαια, δεν το επανέλαβα το λάθος αυτό. Αλλά και με όλους τους άλλους συνθέτες που δούλεψα, δεν είχα κανένα παράπονο από κανέναν. Να μην με αδικήσει κάποιος δεν θυμάμαι όλα τα ονόματα.

Ο Σαββόπουλος, σε μια συνεργασία που κάναμε, τη «Ρεζέρβα», έγραψε ένα κομμάτι που λέγεται: «O Πολιτευτής». Με έβαλε να παίξω ένα ταξίμι ως εισαγωγή στο κομμάτι. Αφού τελειώσαμε το δίσκο, λέει: «Παιδιά έχω γράψει ένα τραγούδι με τα ονόματα των μουσικών. Θέλετε να έρθουμε να το γράψουμε;» Το τραγούδι, το οποίο έγινε επιτυχία μεγάλη, σ΄ ένα σημείο λέει: «ηλεκτρικό κοντραμπάσο ο Τσεσμελής και κοντραμπάσο με δοξάρι ο Ροδουσάκης ο πολύς!» Από τότε κάθε φορά που έλεγα το επώνυμό μου, με αποκαλούσαν: «ο Ροδουσάκης ο πολύς!» Aκόμη και σε ένα Δικαστήριο που είχα πάει για μάρτυρας, μου λέει η Πρόεδρος: «Ροδουσάκης; o Πολύς


«O Πολιτευτής», με το «ταξίμι» του Ανδρέα Ροδουσάκη ως εισαγωγή

Τ.Β. Σε μια συνέντευξή σας ασκείτε κριτική στην ποιότητα του σύγχρονου ελαφρού τραγουδιού και τους στίχους, λέγοντας ότι δίνουν στα τραγούδια ένα «στοιχείο επιδερμικό», το οποίο «δεν εμπνέει πολιτισμό». Για ποιους λόγους υποβαθμίστηκε το Ελληνικό τραγούδι;

Ανδρέας Ροδουσάκης: Εμείς όταν μπαίναμε στο στούντιο, είμασταν μια ομάδα ανθρώπων που ακούγαμε ο ένας τον άλλο. Η παρουσία του συνθέτη ενέπνεε τους εκτελεστές. Αυτό έπαιζε μεγάλο ρόλο στο αποτέλεσμα. Σήμερα οι περισσότεροι γράφουν ακούγοντας επί μέρους τμήματα και εντάσσουν το μέρος που τους αναλογεί στην ηχογράφηση. Όλο αυτό γίνεται απρόσωπο και ψυχρό. Εμείς ηχογραφούσαμε όλοι μαζί ακόμη και για κινηματογράφο. Έχω ηχογραφήσει μαζί με τον Μίκη Θεοδωράκη και τον συγχωρεμένο τον Μιχάλη Κακογιάννη, τη μουσική του Θεοδωράκη για το έργο: «Τα ψάρια βγήκαν στη στεριά». Ήταν μέσα και ο Μίκης και κάναμε μουσική όλοι μαζί βλέποντας την εικόνα σε λούπες. Θυμάμαι τον Κακογιάννη, ο οποίος ερχόταν κοντά και συζητούσαμε για την ερμηνεία. Αντιθέτως, σήμερα η εξέλιξη της τεχνολογίας σε πολλά πράγματα έβγαλε τον ανθρώπινο παράγοντα από τη μέση. Ακούγοντας ένα οποιοδήποτε τραγούδι, υπάρχει ένας ρυθμός, μια ηλεκτρονική παρουσία, η οποία είναι αδυσώπητη. Δεν αφήνει ούτε στιγμή να αισθανθεί ο άνθρωπος κάτι βαθύτερο, να αφουγκραστεί την πνευματικότητα που τυχόν υποκρύπτει ο στίχος και η μουσική. Είδα ανθρώπους να συνθέτουν μπροστά σε ένα κομπιούτερ. Είναι τόσο εύκολο να το κάνεις, ώστε οποιοσδήποτε μπορεί να δώσει μια σύνθεση, με ένα στοιχείο είτε ρυθμικό, είτε μελωδικό, που μπορεί να προέκυψε και τυχαία! Με αυτό τον τρόπο, κάποιος δημιουργεί ένα τραγούδι και ίσως αισθάνεται «φθασμένος». Αυτή η τεχνολογία νομίζω ότι κατέβασε την ποιότητα στη σύνθεση.


«Τέλος δεν έχει το τραγούδι»: Ένα άλμπουμ του 1982, χαρακτηριστικό δείγμα ποιοτικής ηχογράφησης της εποχής, όπου οι συντελεστές ηχογράφησαν ταυτοχρόνως στο στούντιο, ως μουσικό σύνολο.

Τ.Β. Με την πνευματικότητα που σας διακρίνει, έχετε εκφράσει το θαυμασμό σας για τη Βυζαντινή μουσική. Διαφωνείτε με τυχόν προσπάθειες εξευρωπαϊσμού της;

Ανδρέας Ροδουσάκης: Το κοντραμπάσο και όλα τα έγχορδα όργανα, μη έχοντας τα τάστα, έχουμε τη δυνατότητα να παίζουμε και υποδιαιρέσεις του τόνου. Έτσι θα μπορούσαμε να αποδίδουμε τη Βυζαντινή μελωδία ακριβώς όπως η φωνή θέλει να την εκφράσει. Όταν πηγαίνω στο Άγιο Όρος, θέλω να απολαμβάνω το Βυζαντινό Μέλος και όχι τη Δυτική μουσική. Εκεί, δεν «περνάει» ούτε ένα διάστημα «τρίτης μικρής». Θέλει ισοκράτημα. Αυτή η θαυμάσια ψαλτική που σε συγκινεί αφάνταστα. Υπήρξαν συνθέτες που προσπαθήσαν να εντάξουν στη Βυζαντινή όργανα δυτικής μουσικής. Ένας από αυτούς, ήταν ένας αξιολογότατος ιεροψάλτης, ονόματι Σωκράτης Βενάρδος. Έγραψε πάρα πολλούς δίσκους. Μάλιστα, ένα από τα έργα του έχει μείνει από τα πολύ σπουδαία, έγραψε για τον Κοσμά τον Αιτωλό μια τέτοια Ραψωδία, Βυζαντινή. Αλλά κατά τη γνώμη μου, δεν χωράνε δυο πράγματα τόσο διαφορετικά στο ίδιο καλούπι. Έγινε μια προσπάθεια, η οποία είχε αποτελέσματα, αλλά όχι Βυζαντινά. Το Βυζαντινό κομμάτι παραμένει πάντοτε αυτούσιο. Η δική μου συμβουλή είναι να μην γίνεται τέτοια προσπάθεια, γιατί αλλοιώνει και το είδος, που είναι ξεχωριστό και υπέροχο.

https://player.vimeo.com/video/131813659?title=0&byline=0&portrait=0

Τ.Β. Ποιες νομίζετε ότι είναι οι κυριότερες μεταρρυθμίσεις που κρίνονται απαραίτητες προς την κατεύθυνση αναβάθμισης της μουσικής εκπαίδευσης στη χώρα μας;

Ανδρέας Ροδουσάκης: Ειδικά στο θέμα των εκτελεστών μουσικών, οι σπουδές μας είναι αδιαβάθμιτες. Είναι η μεγαλύτερη αδικία που έχει γίνει σε κλάδο! Γιατί όπως ξέρετε, απαιτούνται τουλάχιστον 7 έως 12 χρόνια σπουδών για να πει κάποιος ότι έγινε ολοκληρωμένος μουσικός. Ειδικά δε, για το πιάνο και το βιολί, τα χρόνια σπουδών είναι ανάλογα με των ιατρών!. Όταν λοιπόν μια σπουδή έχει τόσο μεγάλες απαιτήσεις, είναι δυνατόν να μένει αδιαβάθμιτη; Στο παρελθόν, έγινε μια προσπάθεια να υπάρξει διαβάθμιση για τα πτυχία και τα διπλώματα. Επί Υπουργίας Ανδρέα Ανδριανόπουλου, είχαμε κάνει ένα σχέδιο νόμου. Αλλά τορπιλίστηκε. Δυστυχώς. Δεν έγινε κάτι και δεν βλέπω να γίνεται, γιατί δεν το παρακολουθεί κανείς. Δυστυχώς δεν ιδρύθηκε ούτε η λεγόμενη μουσική Ακαδημία. Θα χρειαζόταν αυτό το Ανώτατο ίδρυμα, το οποίο θα έφερνε εξαιρετικά αποτελέσματα, γιατί έχουμε πάρα πολύ καλούς μουσικούς. Γι΄αυτό, οι ταγοί του επαγγέλματος Μαέστροι, Ακαδημαϊκοί κ.ά., θα έπρεπε να προωθήσουν το όραμα της μουσικής Ακαδημίας.


Ανδρέας Ροδουσάκης και Μάνος Χατζιδάκις, μαζί με τον κλαρινετίστα Νίκο Γκίνο, επίσης στενό συνεργάτη του συνθέτη.

Τ.Β. Λόγω της ιδιότητάς σας ως τέως προέδρου της Κ.Ο.Α. έχετε να αναφέρετε συνεργασίες που ήταν σημαντικές στο πλαίσιο αυτό;

Ανδρέας Ροδουσάκης: Ο Χατζιδάκις ήταν διευθυντής της Κ.Ο.Α. Τον πρώτο χρόνο λειτούργησε θαυμάσια, γινόντουσαν τα πάντα με πολύ ωραίο ρυθμό. Αλλά κάποια στιγμή, ο τότε πρόεδρος του Πανελλήνιου Μουσικού Συλλόγου, ονόματι Ευάγγελος Κατσάμπας, πήρε αρνητική θέση απέναντι στην ορχήστρα διεκδικώντας κάποια αιτήματα. Εγώ ήμουν τότε Πρόεδρος των μουσικών της Κ.Ο.Α. και συντάχθηκα με τις διεκδικήσεις του Πανελλήνιου Μουσικού Συλλόγου. Έτσι ήρθα σε ρήξη με το Μάνο και βρεθήκαμε για πρώτη φορά σε απόσταση. Περάσαν δυο χρόνια με αυτή τη διελκυστίνδα, με δημοσιεύματα εκατέρωθεν και αιχμηρές τοποθετήσεις του Μάνου από το Τρίτο Πρόγραμμα, του οποίου ήταν Διευθυντής. Αλλά μόλις παραιτείται από Διευθυντής της ΚΟΑ, την επομένη μέρα με παίρνουν τηλέφωνο να πάμε για ηχογράφηση! Συνεχίστηκε η συνεργασία μας μέχρι το τέλος σα να μην είχε συμβεί τίποτα! Δυστυχώς έφυγε σχετικά νωρίς. Μακάρι να ζούσε ακόμη! Η περίοδος της απόστασης με το Μάνο, ήταν πολύ δύσκολη για μένα. Μου στοίχησε πολύ το ότι δεν έπαιξα σε μερικά έργα του, όχι οικονομικά, αλλά επί της ουσίας.

Τ.Β. H K.O.A. τα τελευταία χρόνια έχει κάνει ένα πρωτοφανές «άνοιγμα στην κοινωνία» και προσπαθεί να μυήσει στη λεγόμενη κλασική μουσική ένα ευρύτερο κοινό, το οποίο δεν έχει γαλουχηθεί με συμφωνική μουσική και μουσική δωματίου. Πώς κρίνετε αυτή την πρωτοβουλία;

Ανδρέας Ροδουσάκης: Νομίζω ότι τελευταίο δείγμα ήταν αυτό που έγινε προσφάτως με τους Scorpions. Αυτό μπορεί να είναι το πιο extreme Δεν είμαι και δεν υπήρξα ποτέ αντίθετος σε κάθε τι προοδευτικό. Ένας από τους λόγους που η Κ.Ο.Α. δεν είχε πολύ ευρύ κοινό, είναι ότι αλλάζαμε κάθε τόσο στέγη. Ορφέα, Ρεξ, Παλλάς. Ήταν ένα ασταθές κλίμα για την Ορχήστρα. Θα μου πείτε η στέγαση παίζει ρόλο; Νομίζω ναι. Γιατί όταν έγινε το Μέγαρο Μουσικής, η Κ.Ο.Α. βρήκε ένα καταφύγιο κάπως πιο σταθερό και τα δεδομένα άρχισαν να μεταβάλλονται προς το καλύτερο. Βεβαίως, παίζει ρόλο και η προσωπικότητα του εκάστοτε Διευθυντή Ορχήστρας. Οι Διευθυντές έχουν την τάση να κάνουν νεοτερισμούς. Όμως ο τρόπος που γίνονται, πρέπει να μην υποτιμά και να μην υποβαθμίζει το κυρίως έργο που έχει η συμφωνική ορχήστρα. Σε όλα τα κράτη που έχουν ανεπτυγμένη την κλασική μουσική, το κλασικό κομμάτι κυριαρχεί στις εκδηλώσεις. Μεγάλες ορχήστρες μπορεί να χρειάζονται οικονομική ενίσχυση με μια δραστηριότητα πιο κοντά στον κόσμο. Σε μας οι Κρατικές Ορχήστρες είναι επιδοτούμενες από το Υπουργείο Πολιτισμού. Οι άλλοι που αγωνίζονται για να έχουν εισπρακτικά οφέλη, κάνουν παραχωρήσεις. Μπορεί να παίζουν ακόμη και ποπ μουσική! Συμφωνώ με τη διεύρυνση του ρεπερτορίου, φθάνει να μην εξασθενεί το κυρίως έργο της ορχήστρας.

Τ.Β. Θα θέλατε να διηγηθείτε κάποια δύσκολη στιγμή της καριέρας σας;

Ανδρέας Ροδουσάκης: Όταν ήταν διευθυντής στο Τρίτο Πρόγραμμα ο αείμνηστος Γιώργος Τσαγκάρης,-πολύ σπουδαίο παιδί, με τα οράματά του, είχε φέρει πάρα πολύ μπροστά το Τρίτο Πρόγραμμα και δυστυχώς έφυγε νωρίς-έκανε ένα αφιέρωμα στους Έλληνες Μουσικούς Ερμηνευτές και μου ζήτησε να παίξω έργα από τη φιλολογία του κοντραμπάσου. Θυμήθηκα μια σύνθεση του κοντραμπασίστα John Walton, η οποία λέγεται «Seven Sonorities» (7 ηχοχρώματα) και είναι γραμμένο για 3 κοντραμπάσα.  Ήμουν ενθουσιασμένος με την ιδέα να κάνω την τριπλή εγγραφή. Μπαίνω στο στούντιο, έχοντας μεγάλη πείρα στην ηχογράφηση. Λέω στον Γιώργο Τσαγκάρη: «σε δυο μέρες θα έχω τελειώσει». Γράφω την πρώτη φωνή και πάω να γράψω τη δεύτερη και δεν μου κόλλαγε! Πάω να περάσω την τρίτη φωνή εκεί να δείτε… Κάνω μια σύντομη παρένθεση, για να εξηγήσω ότι το κοντραμπάσο έχει μια απόσταση ημιτονίου από το πρώτο δάκτυλο μέχρι το δεύτερο, περίπου 2,5 εκατοστά. Αν δεν πατήσεις σωστά, υπάρχει μια ανεπαίσθητη ηχητική αλλοίωση. Όταν παίζεις μια φωνή, αυτό δεν γίνεται αντιληπτό. Όταν όμως πρέπει απάνω σε αυτή, να γράψεις  δεύτερη φωνή, πρέπει να κάνεις την ίδια «παρατυπία», ώστε όσο διάστημα λείπει από την πρώτη φωνή, αντιστοίχως να  λείπει και από τη δεύτερη κοκ Έτσι χρειάστηκα και δεύτερη εβδομάδα για να μπορέσω να έχω αποτέλεσμα! Χρόνια αργότερα, άκουσα μέσω του youtube τρείς διαφορετικές εκτελέσεις αυτού του έργου και διαπίστωσα ότι μερικά από αυτά που έπαιξα είναι πολύ καλά. Από τα 7 έργα που είχα ερμηνεύσει τότε, επέλεξα 3 που θεώρησα ως πιο ενδιαφέροντα, για να παρουσιαστούν στο διαδικτυακό περιοδικό http://www.tar.gr.


Ο Ανδρέας Ροδουσάκης ερμηνεύει τρία μέρη από τα «Seven Sonorities για τρία κοντραμπάσα του John Walton». Από την εκπομπή της ΕΡΤ Έλληνες Μουσικοί Ερμηνευτές, σε σκηνοθεσία Κωστή Ζώη.

Τ.Β. Πώς κρίνετε το επίπεδο των νέων μουσικών; Πιστεύετε ότι βαίνει αυξανόμενο ή μειούμενο εν συγκρίσει με τη δική σας εποχή;

Ανδρέας Ροδουσάκης: Βαίνει αυξανόμενο. Tα σημερινά παιδιά είναι καταπληκτικοί κοντραμπασίστες. Έχουν σπουδάσει και στο εξωτερικό, έχουν κάνει σεμινάρια, συναυλίες, έχουν επαφές με άλλους μουσικούς, αποκόμισαν πολλαπλά οφέλη από τη διεθνή εμπειρία. Όσοι επιστρέφουν στην Ελλάδα, έρχονται έχοντας κάνει πολύ ωραία προετοιμασία. Τα νέα παιδιά είναι πιο εξελιγμένα από τη δική μας γενιά. Τα παιδιά παίζουν με πιο μεγάλη άνεση, διότι η τεχνική του οργάνου έχει προοδεύσει πάρα πολύ. Εμείς δεν αξιωθήκαμε να πάμε στο εξωτερικό, αλλά, παρόλα αυτά, βρήκαμε τρόπους να έχουμε επαφή με τον έξω κόσμο. Εγώ ως τότε πρόεδρος των μουσικών στην Κ.Ο.Α., όταν ξεκίνησε το Φεστιβάλ Αθηνών, σε συνεννόηση με τον τότε επικεφαλής Διευθυντή, είχα πετύχει να διαθέτουν στην ΚΟΑ 20 προσκλήσεις σε κάθε εμφάνιση που έκανε οποιαδήποτε ευρωπαϊκή ορχήστρα. Εκεί ρωτούσαμε τους άλλους μουσικούς ό,τι απορίες είχαμε, είτε αυτές αφορούσαν μουσική, είτε πρακτικά θέματα, όπως τι χορδές παίρνουν, τι ρετσίνα βάζουν στο δοξάρι κτλ. Γνωρίστηκα με πολλούς από αυτούς τους ανθρώπους και μάλιστα ακόμη έχω φιλίες δεκαετιών!

Τ.Β. Άρα είναι καλύτεροι εν συγκρίσει με τη δική σας γενιά;

Ανδρέας Ροδουσάκης: Εμείς είχαμε λιγότερες ευκαιρίες. Θυμάμαι, ήμουν ανήσυχο πνεύμα. Το ΄78 είχα πάει με τη γυναίκα μου στο Λονδίνο. Συμπτωματικά, διαβάζω σε μια εφημερίδα ότι γίνεται μια competition και workshop σ΄ ένα νησί έξω από το Λονδίνο, το Isle of Man και ότι παίζουν κοντραμπάσο τα μεγαλύτερα «ιερά τέρατα» της Ευρώπης. Αφήνω την οικογένεια, που κάναμε διακοπές στο Λονδίνο, παίρνω ένα αεροπλάνο, χωρίς να ξέρω ακριβώς που πηγαίνω. Λίγη ώρα αργότερα, βρίσκομαι μπροστά σε κορυφαίους της Φιλαρμονικής του Βερολίνου, της Πράγας! Τους βλέπω να παίζουν, να μιλάνε. Όταν επιστρέψαμε στην Ελλάδα, κάλεσα στο σπίτι τους συναδέλφους να δουν (από μια βιντεοκασσέτα που εξασφάλισα με οικονομική δυσκολία, γιατί είχα περιορισμένο συνάλλαγμα) και να διδαχθούν πώς ερμηνεύουν οι κορυφαίοι κοντραμπασίστες της Ευρώπης. Μετά από 4 χρόνια, το ΄82, με έστειλε στο ίδιο Φεστιβάλ το Υπουργείο Πολιτισμού, ως εκπρόσωπο της Ελλάδας, ύστερα από σχετική πρόκληση των οργανωτών.

Τ.Β. Τι θα συμβουλεύατε ένα νέο που επιθυμεί να σταδιοδρομήσει ως σολίστ κοντραμπάσου;

Ανδρέας Ροδουσάκης: Να αγαπάει το μουσικό όργανο που καλείται να υπηρετήσει, να ταυτίζεται με αυτό. Το πάθος για το μουσικό όργανο της επιλογής καθενός, είναι η κινητήριος δύναμη για να διακριθεί. Αλλά προπαντός μελέτη! Γιατί η επαφή αυτή, σου δίνει τη δυνατότητα να είσαι καλός στη δουλειά σου. Οι άλλοι νομίζουν ότι όταν παίζουμε, αυτό μας προάγει. Μόνο η μελέτη μας πάει μπροστά!

Τ.Β. Θα θέλατε να συμπληρώσετε κάτι και δεν σας έδωσα την ευκαιρία;

Ανδρέας Ροδουσάκης: Δεν προωθούνται τα δίκαια αιτήματα των μουσικών, γιατί έχουν περιοριστεί σε μικρές πρωτοβάθμιες συλλογικότητες. Θυμάμαι, είχαμε κάνει μια απεργία με την Κ.Ο.Α. επί κυβερνήσεως Κωνσταντίνου Καραμανλή. Ο συγχωρεμένος ο Τάτσης Αποστολίδης ως εξάρχων και εγώ ως Πρόεδρος του Συλλόγου, ζητήσαμε ακρόαση από τον Πρωθυπουργό, Κωνσταντίνο Καραμανλή. Συντάξαμε ένα κείμενο και μας δέχθηκε. Αλλά τ΄ ακούσαμε χύμα! «Γυρίστε στη δουλειά σας και θα δω τι μπορώ να κάνω! Αλλιώς θα με έχετε απέναντι!» Και όντως λύσαμε την απεργία μετά. Πάντοτε η Ορχήστρα είχε ανάγκες, όχι μόνο οικονομικές, αλλά και θεσμικές. (Προσλήψεις μουσικών, το θέμα των φράκων, γιατί πληρώναμε τις στολές μας μόνοι μας κτλ). Σε ό,τι αφορά τις αμοιβές, παίρναμε στην Κ.Ο.Α. μισά, στην Ε.Λ.Σ. άλλα μισά, για να έχουμε ένα μισθό Σήμερα, εξακολουθούν να υπάρχουν προβλήματα. Υπάρχει Σύλλογος στην Κ.Ο.Α. και στην Ορχήστρα της Ε.Λ.Σ., αλλά ασχολούνται με περιστασιακά θέματα. Δεν έχουν μια Δευτεροβάθμια Ένωση. Είχα ζητήσει κάποτε να γίνει μια Ομοσπονδία, όπως έχουν όλοι οι κλάδοι στο εξωτερικό. Οι Ομοσπονδίες στα σοβαρά τους θέματα είναι πολιορκητικοί κριοί! Έχουν δύναμη! Εδώ, οι μουσικοί είναι ανίσχυροι! Γι΄ αυτό κάνω την πρόταση να συσταθεί μια Ομοσπονδία Ορχηστρών που σήμερα πλέον θα είναι ισχυρή, γιατί οι Ορχήστρες είναι Κρατικές. Η Κ.Ο.Α., η Κ.Ο.Θ., η Ορχήστρα της Ε.Λ.Σ., είναι μόνιμοι μουσικοί. Αυτά τα τρία μεγάλα συγκροτήματα, μαζί με την Εθνική Ορχήστρα της Ραδιοφωνίας, αλλά ενδεχομένως και ορχήστρες των Δήμων, μπορούν να κάνουν έναν κορμό πολύ γερό! Και πίσω από αυτούς, μπορεί να μπει η Federation International Musical η (FIM) μια διεθνής οργάνωση, η οποία ήταν αρωγός και στον Πανελλήνιο Μουσικό Σύλλογο, που ήταν μέλος της. Θυμάμαι, είχε προγραμματιστεί μια συναυλία στο Ηρώδειο, την οποία διηύθυνε ο Σταύρος Ξαρχάκος. Η FIM είχε δώσει εντολή να μην γίνει η συναυλία, εάν δεν μονιμοποιούνταν οι μουσικοί που είχαν δώσει ακροάσεις στην Κ.Ο.Α., γιατί δεν προχώραγαν τα εντάλματα για να τους προσλάβουν. Για να πετύχει αυτό το αίτημα, είχε «μπλοκάρει» τότε το Φεστιβάλ Αθηνών, απειλώντας να μην γίνει καμία εκδήλωση ούτε από Έλληνες, ούτε από Ξένους. Τελικά, υποχώρησε η Πολιτεία. Έπαιξε καθοριστικό ρόλο η FIM! Σήμερα δεν υπάρχει κάτι αντίστοιχο. Οι μουσικοί είναι μετέωροι, όπως πριν δεκαετίες….

Τίνα Βαρουχάκη 
varouchaki.tar@gmail.com
Οκτώβριος 2018
Επιλογή εικόνων και τεχνική επιμέλεια σελίδας Κώστας Γρηγορέας
(Η επιμέλεια του κειμένου είναι ευθύνη του αρθρογράφου


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Ο Ανδρέας Ροδουσάκης και ο Δημήτρης Ψαριανός μιλάνε για τον «Μεγάλο Ερωτικό» του Μ.Χ.
(Άπό το αρχείο της ΕΡΤ)

[Νέο βίντεο] Κώστας Γρηγορέας: «Στίχος – στον Μίκη» (Θεοδωράκη), για φλάουτο, τσέλο και πιάνο

Κώστας Γρηγορέας: «Στίχος – στον Μίκη» (Θεοδωράκη)
για φλάουτο, τσέλο και πιάνο.

Δημήτρης Φωτόπουλος (φλάουτο)
Ευγένιος Μπένσης (τσέλο)
Δημήτρης Πέτροβας (πιάνο)

Ηχοληψία και ψηφιακή επεξεργασία: Κώστας Γρηγορέας
Βίντεο: Θανάσης Δέδες / Αίθουσα Φίλιππος Νάκας, Αθήνα

Περί κιθαριστικών ορχηστρών

(Αναδημοσίευση από το http://www.tar.gr)

Μια εισαγωγή, μάλλον υποκειμενική …
(του Κώστα Γρηγορέα)

Τα πολυμελή κλασικο-κιθαριστικά σύνολα έχουν πια μπει για τα καλά στη ζωή μας. Η αυτονόητη ανάγκη των πολυάριθμων εκτελεστών αυτού του δημοφιλούς οργάνου για συνεργασία, αλλά και η αναμφισβήτητη παιδαγωγική αξία (για μαθητές αλλά και ακροατές) της εν γένει ύπαρξης πολλών μουσικών συνόλων, δημιούργησε ένα μάλλον παράδοξο είδος ορχήστρας. Για να είμαστε ειλικρινείς, είναι περισσότερο «τέκνο της ανάγκης» των πολυπληθών κιθαριστών για συμμετοχή στα μουσικά δρώμενα, παρά ένα είδος ορχήστρας που ήρθε για να καλύψει κάποιο κενό του ηχητικού φάσματος η του ρεπερτορίου της μουσικής. Κι αυτό το αναφέρω χωρίς να θέλω καθόλου να υποτιμήσω την καλλιτεχνική αξία των όποιων επιτυχημένων προσπαθειών.

Το TaR επιθυμεί να προκαλέσει μια συζήτηση γύρω από αυτό το σοβαρό για τον χώρο θέμα, το οποίο πλέον δεν αφορά μόνο τους εν ενεργεία επαγγελματίες της μουσικής, αλλά και τους πάρα πολλούς ερασιτέχνες, μαθητές και γενικά λάτρεις του οργάνου. Η συζήτηση είναι απαραίτητη, μιας και στην σχεδόν ανεξέλεγκτη πραγματικότητα της ελεύθερης αγοράς και στην εύπιστη και μονίμως ημιπληροφορημένη σε θέματα τέχνης κοινωνία μας, είσαι πανεύκολα «ό,τι δηλώσεις». Οπότε, τα αγαθά παιδαγωγικά και καλλιτεχνικά κίνητρα κάποιων, πρέπει επειγόντως να βρεθεί τρόπος ώστε να διαφοροποιηθούν από τα κόλπα και τις φιλοδοξίες των επιτηδείων, των ατάλαντων και των ψώνιων.

Αυτό μάλλον μπορεί να γίνει μόνο με μια ανοιχτή «συζήτηση» μεταξύ καταξιωμένων ανθρώπων του χώρου της κιθάρας και της μουσικής γενικότερα, αλλά και οποιουδήποτε μουσικόφιλου έχει μια σοβαρή και εμπεριστατωμένη θετική ή αρνητική άποψη πάνω σε αυτό το θέμα. Μια συζήτηση που δεν έχει γίνει στην έκταση που επιβάλλεται, αν και υπήρξαν άρθρα που θα μπορούσαν να έχουν δώσει το έναυσμα (ΠΟΛΛΕΣ, ΠΑΡΑ ΠΟΛΛΕΣ ΚΙΘΑΡΕΣ… (του Νότη Μαυρουδή) – Μάιος 2016)

Ας ελπίσουμε λοιπόν πως το κείμενο του εκλεκτού συνεργάτη μας Νίκου Παναγιωτίδη, θα αποτελέσει το έναυσμα να ξεκινήσει πάλι μια σοβαρή συζήτηση, με σκοπό να ανακοπεί η εξέλιξη μιας χρήσιμης ιδέας όπως τα πολυμελή κιθαριστικά σύνολα, σε ένα ακόμη τηλεοπτικής αισθητικής τσίρκο, απαξιώνοντας συνολικά τον χώρο της κλασικής κιθάρας.


ΚΙΘΑΡΙΣΤΙΚEΣ ΟΡΧHΣΤΡΕΣ: ΠΟΙA EIΝΑΙ ΤΑ OΡΙA ΤΟΥΣ;
(Του Νίκου Παναγιωτίδη)

Η προσπάθεια καθιέρωσης της κιθάρας ως «σοβαρού» κλασικού οργάνου, κατάλληλου για τις ανάλογες αίθουσες συναυλιών, μετράει ήδη πάνω από έναν αιώνα. Η ζωή του κλασικού κιθαριστή όμως χαρακτηρίστηκε από μοναξιά. Παρά την ύπαρξη και έργων μουσικής δωματίου με άλλα όργανα και κοντσέρτων με συνοδεία ορχήστρας (και παρά την τεχνολογική πρόοδο στους τομείς τόσο της κατασκευής όσο και της τεχνητής ενίσχυσης που βοηθάει την ένταση αλλά και την ποιότητα του ήχου), ο κύριος όγκος του ρεπερτορίου και της μελέτης παραμένει σολιστικός.

Υπάρχει επίσης και σημαντική παράδοση με έργα -αυθεντικά και μεταγραφές- για δύο κιθάρες, σπανιότερα και τρεις ή τέσσερις. Φαίνεται όμως πως οι κιθαριστές δεν έχουν μεγάλη ροπή στις συνεργασίες, κι έτσι ο χώρος των μικρών συνόλων παραμένει περιορισμένος. Τα τελευταία χρόνια όμως εμφανίζονται, στην Ελλάδα τουλάχιστον, σύνολα όλο και μεγαλύτερα. Και μαζί τους, όλο και μεγαλύτερα προβλήματα…

Η πρώτη προσπάθεια, αν δεν κάνω λάθος, έγινε από τον Δημήτρη Φάμπα στα τέλη της δεκαετίας του ’70. Με ορχήστρα 12 ατόμων, σε τρίφωνη ή τετράφωνη συνήθως γραφή. Ιδωμένη από κάποια απόσταση, είχε σημαντικές αδυναμίες: Έργα μεταγραμμένα από το πιάνο ή το συμφωνικό ρεπερτόριο, με κάπως απλοϊκό τρόπο – μοιράζουμε τις νότες και …ό,τι βγει, με τις «πρώτες» κιθάρες να παίζουν τις δύσκολες και τις υπόλοιπες να συνοδεύουν, χωρίς πολλές-πολλές απαιτήσεις μουσικότητας, αρκεί το αποτέλεσμα να είναι συγχρονισμένο και χωρίς λάθη. Λογικό, όταν μιλάμε για πρωτόλειες προσπάθειες.

Ακολούθησαν και άλλες, προσανατολισμένες περισσότερο στο εκπαιδευτικό κομμάτι, εκεί όπου η συνεργασία και η εξάσκηση της ακοής μέσα σε ένα σύνολο όντως παίζουν σημαντικό ρόλο. Κάποιες απόπειρες έγιναν και σε υψηλότερο επίπεδο, χωρίς όμως να βρουν λύση σε μια σειρά από ζητήματα: Η ένταξη σε ένα σύνολο απαιτεί προσαρμογή -για να μην πω υποταγή- της προσωπικότητας στον ήχο του συνόλου και το μουσικό όραμα του μαέστρου. Το οποίο όραμα, με τη σειρά του, για να είναι πειστικό, πρέπει ο μαέστρος να είναι …στ’ αλήθεια μαέστρος! Να έχει δηλαδή, εκτός της σχέσης του με το όργανο, ειδικές και εξασκημένες γνώσεις αφενός στην ανάγνωση του μουσικού έργου και αφετέρου στη διαχείριση των μουσικών, ώστε και το έργο να αναδείξει και τα άτομα να μετατρέψει σε πρόθυμους υπηρέτες του συνόλου. Και για να λειτουργήσουν όλα αυτά, κακά τα ψέματα, πρέπει εκτός των άλλων να βρεθεί και χρηματοδότηση! Διότι για να υπάρξει ένα πραγματικά επαγγελματικό σύνολο, να απασχολεί επαγγελματίες μουσικούς και να ζητάει απ’ αυτούς να αφιερώσουν ικανό χρόνο, σε μελέτη πρωτίστως και σε πρόβες (ώστε οι πρόβες να αναλώνονται σε μουσική εργασία και …όχι σε μελέτη) πρέπει να μπορεί να τους προσφέρει και αμειβόμενες εμφανίσεις. Νομίζω γίνεται εύκολα αντιληπτό το αδιέξοδο.

Αλλά και στο καθαρά μουσικό επίπεδο, χρειάζεται γενναία αντιμετώπιση των πολλών τεχνικών ζητημάτων. Πρώτο απ’ όλα, το θέμα «έκταση». Μέσα σε τρεις οκτάβες και κάτι, δεν μπορεί να υπάρξει παρά φτωχό αποτέλεσμα. Η τεχνολογία όμως έχει προχωρήσει, υπάρχουν πλέον χορδές έως και οκτάβα χαμηλότερες και μια τετάρτη και παραπάνω ψηλότερες. Σύνολο με έκταση πέντε οκτάβες και μάλιστα τους πλούσιους αρμονικούς της χαμηλότερης, είναι εντελώς διαφορετικών προδιαγραφών. Και του ανοίγονται και δρόμοι επέκτασης του ρεπερτορίου, αρχικά των μεταγραφών και στη συνέχεια ίσως και νέων συνθέσεων, δημιουργημένων όμως χωρίς τους περιορισμούς της φυσικής έκτασης του οργάνου.

Δεύτερο και εξίσου σημαντικό, το φραζάρισμα. Βλέπει κανείς μιά συμφωνική ορχήστρα και όλα τα έγχορδα παίζουν με το ίδιο δοξάρι! Προφανώς δεν αφήνεται στην τύχη του το θέμα, γιατί εξασφαλίζει την ενότητα του ήχου. Σ’ ένα σύνολο από κιθάρες πρέπει, επομένως, να υπάρχει κοινή δακτυλοθεσία και να τηρούνται οι αναλογίες στις φράσεις – πού αλλάζουμε θέση, πού αλλάζουμε χορδή – μεταξύ όλων των φωνών. Τρίτο, να γίνει σοβαρή εξάσκηση στο θέμα του συγχρονισμού και της κοινής αναπνοής. Η ατάκα στο νυκτό όργανο είναι «απότομη», η παραμικρή απόκλιση ακούγεται και μάλιστα …πολύ άσχημα. Ενώ και το κούρδισμα δεν είναι τόσο απλή υπόθεση, καθώς αφενός το όργανο κουρδίζεται σε τέταρτες, αφετέρου το καθένα έχει τις ιδιοτροπίες του και οι γνώσεις των μουσικών στα θέματα του συγκερασμού εξακολουθούν να είναι κατ’ ουσίαν ανύπαρκτες. (Έχω γράψει στο TaR σχετικά, http://www.tar.gr/content/content.php?id=1395 ). Ακόμη και η επιλογή του ρεπερτορίου είναι καίριο ζήτημα, ώστε να μην πλησιάζει εν τέλει η κιθαριστική ορχήστρα στον ήχο της μαντολινάτας προκειμένου να ανταποκριθεί σε νότες μεγάλης διάρκειας, επαναλαμβάνοντάς τες. Αφού λυθούν όλα τα παραπάνω, τότε μόλις αρχίζει η περιπέτεια της προσέγγισης του μουσικού έργου – των στυλιστικών ιδιαιτεροτήτων, της ερμηνείας, της πλαστικότητας του ρυθμού, της δυναμικής, της ποικιλίας των ηχοχρωμάτων…

Όλα αυτά προϋποθέτουν γνώσεις και σοβαρή ενασχόληση που είμαι πεπεισμένος ότι ουδέποτε υπήρξαν σε κιθαριστική ορχήστρα – τουλάχιστον, για να μην είμαι άδικος, δεν τα έχω ακούσει ποτέ στο αποτέλεσμα. Τα έχω ακούσει, αντιθέτως, στις μεγάλες, παραδοσιακές ορχήστρες νυκτών στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, που είναι πραγματικά εντυπωσιακές, σε ακρίβεια και μουσικότητα. Δεδομένης φυσικά της παράδοσης και της υποδομής του είδους στις χώρες αυτές. Στη Δύση, πιο ενθαρρυντική περίπτωση βρίσκω την ορχήστρα της Βαρκελώνης που δείχνει αρκετά δουλεμένη· πάντως προς το παρόν είναι αφιερωμένη στο Ισπανικό και Λατινοαμερικάνικο ρεπερτόριο, με ό,τι αυτό σημαίνει για τον ήχο και το ύφος.

Μέσα στο πλαίσιο αυτών των ελλείψεων και προβλημάτων, στη δική μας χώρα αντί μουσικής προόδου παρατηρείται τα τελευταία χρόνια ένα πληθωριστικό φαινόμενο: Οι αριθμοί των μελών στις κιθαριστικές ορχήστρες ανεβαίνουν …επικίνδυνα. Ακούμε για εκατό κιθάρες, εκατόν είκοσι, διακόσιες, για …παγκόσμια ρεκόρ ποιος την έχει πιο μεγάλη, πράγματα που αντικειμενικά δεν γίνεται να έχουν μουσικό αποτέλεσμα. Τι αποτέλεσμα έχουν; Γίνεται αυτό που λέμε «μπούγιο», δεκάδες άτομα επί σκηνής να παίζουν χωρίς να ακούγονται, φίλοι και συγγενείς από κάτω – όπως γίνεται και στις χορωδίες, το επί σκηνής πλήθος εξασφαλίζει κάποια εισιτήρια – έτσι ώστε τελικά ούτε το ακροατήριο αλλά ούτε και οι ίδιοι οι συμμετέχοντες ασκούνται στη σοβαρή μουσική δημιουργία.

Το έσχατον δε (από όλες τις απόψεις) δείγμα που έπεσε στην αντίληψή μου, ξεπερνάει τα όρια της προχειρότητας και τείνει πλέον προς την απάτη: για να συμμετάσχεις στην ορχήστρα, λέει η διαφήμιση, «δεν χρειάζεται να έχεις γνώσεις κιθάρας ή μουσικής. Θα τα μάθεις όλα εκεί». Αλλά και «θα νιώσεις πρωταγωνιστής και star στην παγκόσμια μουσική σκηνή, θα γράψεις Ιστορία και θα σε γράψει η Ιστορία της Μουσικής». Και επίσης, «μέσα από τα Grades Σπουδών» της ορχήστρας μπορείς να γίνεις «επίσημος Σολίστ 7 Αστέρων» (!) με διεθνή σφραγίδα και πιστοποίηση, από κάποια «Διεθνή Ακαδημία Κιθάρας». Τύφλα να ‘χουν τα ανάλογα τηλεοπτικά σκουπίδια, δηλαδή (που απευθύνονται σε φωνές, φυσικά, γιατί πού να τολμήσουν να παρουσιάσουν όργανα σε λίγα μαθήματα).

Σε μια εποχή που προσπαθούμε να προστατέψουμε όχι απλώς ο καθένας τη δουλίτσα του, αλλά το πολύπαθο, πολλαπλώς μετέωρο και ακατοχύρωτο επάγγελμα του μουσικού και ιδιαίτερα του καθηγητή μουσικής, που προσπαθούμε να πείσουμε τους μαθητές μας, τους γονείς τους, την κοινωνία, την εξουσία, ότι το να μάθεις μουσική δεν είναι καθόλου απλή και επιπόλαιη υπόθεση, και ότι πρέπει επιτέλους οι πολύχρονες και ακριβές σπουδές μας να τύχουν της αναγνώρισης που τους αξίζει, την ώρα που υφιστάμεθα ήδη πόλεμο από τις νεότερες γενιές που σπούδασαν στα Πανεπιστήμια και θεωρούν εαυτούς εξ ορισμού υπέρτερους, υποτιμώντας κατά απαράδεκτο τρόπο τους άξιους συναδέλφους και τους καθηγητές τους, είναι ανεπίτρεπτο να «προσφέρεται» από οπουδήποτε δήθεν εύκολη εκμάθηση και διεθνής αναγνώριση, με όρους ακαθόριστους ή εν πάση περιπτώσει εκτός της κατά νόμον οδού, σκάβοντας εν τέλει το λάκκο ολωνών μας: Έτσι οπλίζεται η φαρέτρα των εχθρών του κλάδου που δεν χάνουν ευκαιρία να μας κατατάσσουν όλους συλλήβδην στην κατηγορία των απατεώνων, ότι τάχα προσπαθούμε απλώς να εξασφαλίσουμε «ένα χαρτί» το οποίο στην πραγματικότητα δεν αξίζουμε. Η αλήθεια είναι μία και ίδια για όλους μας: δυστυχώς, δεν υπάρχει τρόπος να πας κάπου άσχετος και σε λίγα χρόνια να βγεις όχι μόνο σχετικός, αλλά και …σολίστ με διεθνή αναγνώριση. Αντιθέτως, χρειάζεται κόπος, χρόνος και ικανότητες απλώς και μόνο για να σταθείς στο χώρο. Ας γίνει τουλάχιστον αυτό κοινή συνείδηση, ώστε να αντιστεκόμαστε στις απατηλές «σειρήνες».

Δεν επιθυμώ να δυσφημίσω κανέναν. Αλλά και δεν ανέχομαι να δυσφημίζονται εμμέσως πλην σαφώς χιλιάδες εργαζόμενοι μουσικοί που βάλλονται απ’ όλες τις πλευρές. Προσοχή, λοιπόν, και ο καθείς να αναλάβει τις ευθύνες των λόγων και των έργων του. Εν κατακλείδι, όσοι επιθυμούν να στήσουν κιθαριστικά σύνολα με κάποιες αξιώσεις, οφείλουν να απορρίπτουν τις βολικές ευκολίες  -πόσο μάλλον τις απόπειρες εξαπάτησης- και να ασχοληθούν εξαρχής σοβαρά με όλα τα θεμελιώδη ζητήματα που τα αφορούν, ώστε να μας πείσουν για την αναγκαιότητα της ύπαρξής τους.


Νίκος Παναγιωτίδης
http://panagiotidistar.wordpress.com/
Σεπτέμβριος 2018

JULIAN BREAM: 85 Χρόνια μιας αξιοζήλευτης ζωής

Προφανώς και είναι απολύτως περιττό να αναφέρω οτιδήποτε σχετικό με την καριέρα του Maestro Julian Bream,
ο οποίος προσφάτως (15 Ιουλίου) έκλεισε τα 85 χρόνια της πολύτιμης ζωής του.
Χρόνια, που τα περισσότερα από αυτά γέμισε με ανεπανάληπτους μουσικούς θησαυρούς.
Τόσους πολλούς μάλιστα, ώστε κατά την ταπεινή μου γνώμη, να έχει κάθε δικαίωμα να υπερηφανεύεται
περισσότερο από κάθε άλλον κιθαριστή, πως οδήγησε το ρεπερτόριο της κλασικής κιθάρας στην σύγχρονη κλασική μουσική.

Ας του ευχηθούμε λοιπόν, ακούγοντας κάποια από τα αριστουργήματα που ο μέγας Benjamin Britten του εμπιστεύτηκε.
Η επιλογή έγινε από τον συνεργάτη του TaR Δημήτρη Κυπραίο και θερμά την προσυπογράφω.

Χρόνια σου πολλά λοιπόν Δάσκαλε!
Να είσαι πάντοτε ευτυχισμένος και δημιουργικός.

[Σπάνιες Ηχογραφήσεις]
JULIAN BREAM (κιθάρα) – PETER PEARS (τενόρος)
ερμηνεύουν
BRITTEN
(του Δημήτρη Κυπραίου)